Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

Πόλεμος


    Μερικές φορές θα ‘βγαινες από το καταφύγιο, έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, και θα ‘βρισκες σκοτάδι. Ήταν όμορφα τα τροχιοδεικτικά όπως υψώνονταν με χάρη στον νυκτερινό ουρανό! Η πίσω πλευρά των λόφων που μας τριγύριζαν, έφεγγε σαν πόλη που την έβλεπες από μεγάλη απόσταση αλλά δεν έβλεπες από πού ερχότανε το φως. Μόνο τη φωταύγεια. Σαν ένας κρυφός φωτισμός να τρεμοπαίζει πίσω απ’ τον ορίζοντα. Φωτοβολίδες έπεφταν παντού γύρω από τις παρυφές της περιμέτρου ρίχνοντας ένα πεθαμένο άσπρο φως στο έδαφος. Μερικές φορές υπήρχαν ντουζίνες απ’ αυτές αφήνοντας πίσω τους μια ουρά καπνού, σκορπώντας λευκές σπίθες και νόμιζες πως σ’ οτιδήποτε έπεφτε το φως τους, κοκκάλωνε σαν φιγούρα σε παιχνίδι ζωντανών αγαλμάτων. Οβίδες διέσχιζαν βουβά τον ουρανό, ριγμένες από όλμους των 60mm, σκορπώντας λάμψη μαγνησίου για λίγα δευτερόλεπτα, σκιαγραφώντας μια μελαγχολική επίπεδη έκταση. Μπορούσες να δεις τις εκρήξεις των όλμων, πορτοκαλής και γκρι καπνός πάνω από τις κορυφές των δένδρων, δύο ή τρία χιλιόμετρα μακριά. Μια στις τόσες φορές έβλεπες στις πλαγιές των λόφων μια δεύτερη έκρηξη, πετυχημένη βολή- αποθήκη πυρομαχικών. Και ήταν όμορφα τη νύχτα. Ακόμα και οι οβίδες που έρχονταν κατά πάνω μας για να μας σκοτώσουν ήταν όμορφες τη νύχτα.
    Τέτοιες στιγμές μπορούσες να ξεχάσεις τις συνεχείς κακουχίες, τον ακραίο τρόμο από τα τραύματα που είχες δει, τη μυρουδιά του αντισηπτικού κι ότι για μεγάλα διαστήματα θα μπορούσες ίσως να κάνεις και χωρίς φαΐ, μιας και σου ’φτανε η αδρεναλίνη που το σώμα σου παρήγαγε σαν τον πιο πιστό υπηρέτη. Μπορούσες να ξεχάσεις ότι τόσο μεγάλο διάστημα συνομιλούσες με νεκρούς, μ’ αυτούς που είχανε πεθάνει και μ’ αυτούς που επρόκειτο να πεθάνουν από στιγμή σε στιγμή. Ότι ακόμα και τα όνειρα που έβλεπες ήταν όνειρα κάποιου που είχε πεθάνει από καιρό.

    Ο Τάνα, ένας από τους παλιούς, κάπνιζε πίσω απ’ τους αμμόσακους. Στράφηκε και, κάνοντας ένα πλήρες ημικύκλιο, πήρε το κράνος του. Πάμε! είπε. Έπειτα γλίστρησε κάτω με κινήσεις που είχαν την αρμονία χορευτή. Μου θύμισε κάτι γέρους μαστόρους που σοβάτιζαν διαγράφοντας αέναα τόξα μπροστά σε έναν τοίχο, με τέτοια φυσικότητα, όπως κανείς αναπνέει. Λογικό, θα πεις, αφού το κάνανε όλη τους τη ζωή…. Όμως, πόσο όμορφα είναι τα τροχιοδεικτικά που διαγράφουν την καμπύλη τους στο νυχτερινό ουρανό! Πόσο αργά και γεμάτα χάρη, ένα όνειρο, τόσο απόμακρο απ’ οτιδήποτε επικίνδυνο. Μπορούσαν να σε κάνουν να αισθανθείς μια απόλυτη γαλήνη. Μια μεταρσίωση που σ’ έβαζε πάνω απ’ τον θάνατο, αλλά δεν κρατούσε πολύ. Ένα κτύπημα κοντά, μια στήλη καπνού ανακατεμένη με χώμα που ‘ρχοτανε πάνω σου κατά ριπάς σε ξανάφερνε πίσω. Δαγκωμένα χείλια, σφιγμένες γροθιές. Δεν κατάφερνες συχνά να δεις τις οβίδες. Ήξερες πως αφού είχες ακούσει την πρώτη είχες σωθεί για την ώρα. Αν εξακολουθούσες να στέκεις εκεί έξω για να δεις το θέαμα, σου άξιζε ό,τι και να πάθεις.
    Στο τέλος του καλοκαιριού ζήτησα μετάταξη στους Ανιχνευτές. Κανά δεκαριά σταλθήκαμε στο 6ο Σώμα Κυνηγών.
                                    …………………....          
                  
    Βαδίζαμε στον άνυδρο κάμπο σε αραιή διάταξη σαν τα χαϊβάνια με το όπλο χαμηλωμένο και ψάχναμε για ίχνη. Μπαίναμε στα χωριά, κάτι άθλια χωριά, βαρείς και πένθιμοι. Μόλις τελειώναμε την έρευνα στα σπίτια μαζεύαμε τους χωρικούς στην πλατεία και τους κατηχούσαμε. Βουβοί μας κοίταζαν κι ανέκφραστοι. Μερικές φορές είδα το μίσος μέσα από μισόκλειστα μάτια. Ένα μίσος καθαρό σαν αίμα, αλλά ήταν κάτι φευγαλέο. Τα σπίτια ήταν γεμάτα από γεννήματα, ζώα και βαγένια με κρασί αλλά είχαμε αυστηρές διαταγές να μην αγγιχτεί τίποτα. Ούτε σπίτι, ούτε γυναίκα. Έπρεπε να προσέχουμε τα χωριά, είχαν πει. Μάλιστα, μας ήρθανε μια μέρα τρεις, ένας αντισυνταγματάρχης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης με έναν επιλοχία και έναν λιμοκοντόρο με πολιτικά. Κάναν ανακρίσεις για να βρουν ποιοί πείραξαν μια γυναίκα. Ήμουν μπροστά στο περιστατικό αλλά δεν είπα κουβέντα. Μια ομάδα στρατιωτών είχε βάλει μια γυναίκα στη μέση και την έσπρωχναν σα μπάλα από τον έναν στον άλλο. Της τράβαγαν τα ρούχα μέχρι που πετάχτηκαν έξω τα τροφαντά βυζιά της τρεμάμενα και λαχταριστά. Η γυναίκα είχε πάθει υστερία αλλά δεν την άρπαξαν. Μόνο γελούσαν. Την άφησαν κι έφυγε με σταυρωμένα χέρια. Μου έμεινε καρφωμένο στο μυαλό το πάλλευκο της σάρκας. Τέτοια λάμψη δεν είχαμε ξαναδεί μες τη σκοτεινιά που ζούσαμε. Ακατανόητες μου είχαν φανεί οι διαταγές Να μην αγγιχτεί σπίτι ούτε γυναίκα… Πώς δηλαδή να πολεμήσουνε οι άντρες; Τι θέλει ο στρατιώτης για να πολεμήσει μες σ’ αυτό το ζόφο; Να φάει ένα καλό φαΐ πέρα από το άθλιο σιτηρέσιο του στρατού, να πιεί κρασί και να ξεδιψάσει τη δίψα του ήσυχος μέσα σ’ ένα γυναικείο κορμί.
Μετά, σώθηκε ο κάμπος και φτάσαμε στη θάλασσα. Μια έρημη θάλασσα όλο πέτρες, φύκια και ρηχή. Το κύμα δεν σταμάταγε να έρχεται ποτέ. Ψυχή στις ακτές! Μόνο χωματόλοφοι, κοντοί θάμνοι και κατσίκια. Καταραμένος τόπος κι άνεμος. Ένα βράδυ εμφανίστηκαν μπροστά μας, όπως λουφάζαμε γύρω απ’ τη χαμηλή φωτιά, σα Βελζεβούληδες και μας έριξαν στα ίσα. Τρείς άντρες έμειναν στον τόπο κι ένας ακόμα ξεψύχησε το πρωί. Τους δυο σκοπούς τους βρήκαμε με κομμένο τον λαιμό από αυτί σε αυτί. Ο τρίτος δεν ξαναφάνηκε ποτέ.
    Είχαν τα πρόσωπα καλυμμένα με μαύρα μαντήλια, μόνο τα μάτια γυάλιζαν σαν καντηλέρια. Πώς να πολεμήσεις ανθρώπους που το ‘χαν πάρει απόφαση να γίνουνε φαντάσματα?
    Εμείς ραντίζαμε τον τόπο, οι γεμιστήρες άδειαζαν στο πι και φι, αυτοί ρίχναν μια μόνο σφαίρα – κατευθείαν στην καρδιά του πράγματος.

                                            ………………………

    Με τη συνθήκη της Α… έπρεπε να καταπαύσουν οι εχθροπραξίες, να παραδώσουμε τα όπλα στον στρατό και να αποστρατευτούμε. Όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Οι περισσότεροι δεν νοιάζονταν καν να γυρίσουν πίσω. Τράβηξαν ίσια μέσα στην Κ. και ρεμπέλευαν ανοιχτά. Κανά-δυο φορές έφτασαν στο σημείο και πολιόρκησαν το Κυβερνείο. Δεν τους αδικώ. Αυτό που αποκαλούν «σπίτι», έμοιαζε ένα βαρετό, τρισάθλιο μέρος. Η ειρήνη που διατυμπανίζανε μύριζε κοινωνικά επιδόματα και φιλανθρωπία, κατουρλίλα και πρόωρα γερατειά. Τούτη ‘δώ η υπόθεση που ‘χαμε μπλέξει θα μπορούσε να ‘ναι μια καλή περίπτωση. Υπό προϋποθέσεις βέβαια! Κι αφού στα πράγματα είχε έρθει ο Ντ. απλώς αλλάξαμε στολή και παραλάβαμε καινούργιο οπλισμό. Πολλοί από τους αξιωματικούς παρέμειναν, μόνο που τώρα δεν φορούσαν διακριτικά. Από ‘κείνη τη στιγμή και ύστερα άρχισε το πανηγύρι. Μπαίναμε στα χωριά και τα καίγαμε. Μετά πυροβολούσαμε ό,τι κινείτο. Δεν αφήναμε ούτε τα ζωντανά. No rules! λέγαμε και ρίχναμε στο ψαχνό. Τώρα που τα χέρια μας δεν ήτανε δεμένα, δείχναμε τι μπορούμε να κάνουμε. Ο εχθρός άρχισε να μας υπολογίζει. Στην αρχή έπαθε σοκ βλέποντας ότι είχε να κάνει με ανθρώπους που δεν είχαν κρατημό μπροστά σε τίποτα. Μετά σκλήρυνε κι άλλο. Τώρα ήταν ή εμείς ή αυτοί.
    Φέρναμε μαζί μας την κόλαση κι αν η κόλαση είναι ένας τόπος εδώ ή κάπου αλλού, σίγουρα έχει σκοτάδι και φωτιά. Α, είναι ωραίο να μπαίνεις οπλισμένος σ’ ένα χωριό και να φωτίζεις τη νύχτα κι αν είναι μέρα, να σκοτεινιάζεις τον ήλιο. Ήμασταν οι Κύριοι του φωτός και των σκοταδιών. Οι θρήνοι συνόδευαν το φευγιό μας κι είχε γούστο που άρχιζαν κιόλας μόλις εμφανιζόμασταν. Κοίταγα τα ξαναμμένα πρόσωπα των συντρόφων μου καθώς φεύγαμε σα βουρκωμένο σύννεφο. Και η λάμψη στα μάτια τους δεν ήταν το αντιφέγγισμα μόνο από τις πυρκαγιές. Αυτή κι αν ήταν απόκοσμη ομορφιά!  Εύχομαι να μπορούσατε να δείτε πώς έμοιαζαν οι άντρες. Πώς άλλαζε μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, η εμφάνισή τους. Φορούσαν ό,τι φορέθηκε ποτέ στο παρελθόν σε ανάλογες περιστάσεις κι ό,τι ίσως φορεθεί κάποτε στο μέλλον. Περιποιούνταν τον εαυτούς τους και στολίζονταν σαν να πηγαίναν σε αποτρόπαιη τελετή. Ώρες-ώρες μοιάζαμε με θίασο μεταμφιεσμένων όπου ο καθένας ξεπήδησε από διαφορετικά μεσοδιαστήματα της Ιστορίας και με ευσυνειδησία και φροντίδα επιδίδετο σε σφαγές… πρόσωπα βουτηγμένα στον ιδρώτα πασαλείβονταν με στάχτη που απλωνότανε ωστόσο με μεγάλη τρυφερότητα. Μερικοί είχαν πραγματικό ταλέντο… μια φαντασία που ξάφνιαζε… που συνέθετε τα πιο ετερόκλητα πράγματα: αίφνης, ένα αγγελικό πρόσωπο σημαδεμένο με χαράξεις από μαχαίρι που ήταν «επ’ ανδραγαθία» και δυο άδεια μάτια πίσω από λευκό τούλι. Και είναι κρίμα που ποτέ δεν τους είδε κάποιος από τους μεγάλους Μαίτρ να περνούν σαν οπτασία σ’ αυτή την πασαρέλα του χαμού.
    Τώρα, εδώ που τα λέμε, θα ΄ταν ξεκαρδιστικό να παρελάσουν σ’ αυτό τον διάδρομο, μπρος στον καλό κόσμο και τις κυρίες, οι δικοί μας, «αλευρωμένοι» με στάχτη και όλα τους τα συμπράγκαλα. Δεν θα ξέραν από πού να φύγουνε οι καλοταϊσμένοι.
                                                   
                                     ………………………

    Αυτοί οι άνθρωποι, οι άνθρωποί μου, θεωρούσαν πως τούτη η Μοίρα, τούτη η πορεία ίσκιων σ’ ένα αδιάκοπο ημίφως ήτανε γλυκύτερη από οποιαδήποτε επιστροφή σε μια αδιάφορη πατρώα γη. Το πλιάτσικο ήτανε πάντοτε χοντρό και κάποιοι γύρναγαν ‘δω κι εκεί στολισμένοι με ό,τι είχανε σηκώσει απ’ τα βρώμικα χωριά και τις μισητές πόλεις που ρήμαζε η ορδή μας. Άλλοι επιδείκνυαν αξιοσημείωτη εγκράτεια. Ήταν μάλιστα οι πιο ανηλεείς. «Είσαι αυτοί που έχεις σκοτώσει», πίστευαν. Έτσι, σιγά-σιγά έφτιαχναν το πρόσωπό τους. Όσον αφορά τον οίκτο… αχά, τί λύπηση να δείξεις πάνω σ’ αυτή τη γη, μια σφαίρα που γυρνά σέρνοντας πίσω της ένα πένθιμο πλήθος που μισιέται κι ασωτεύει. Όλοι τους όμως είχαν την πεποίθηση – αν μπορώ να το πω έτσι – ότι η μάχη μπορεί να είναι γιορτή. Και λαχταρούσαν να απολαύσουν τις χαρές της.
    Υπήρχε κάποιος – που δεν έζησε πολύ – που πήγαινε τρέχοντας στη μάχη σαν άτι με τη χαίτη ορθωμένη που ψάχνει για φοράδες. Αυτός κάηκε από τη δαιμονική του νιότη. Και κάποιος άλλος, όταν μας στρίμωξαν γερά μες τη χαράδρα της Γκ. - και το ΄χαμε αποφασίσει, πως όλοι θα χαθούμε – που όρθιος μέσα στον όλεθρο και στον καταιγισμό έμοιαζε να προσεύχεται σε έναν άγνωστο θεό. Αλλά αυτός έζησε λίγο παραπάνω.
    Αν υπήρχε κάτι που όλοι εκτιμούσαν βαθειά  ήταν το θάρρος. Το αληθινό θάρρος! Αυτό που πηγάζει από την περιφρόνηση προς τον θάνατο. Αν πάλι κάτι μισούσαν ως το τελευταίο κύτταρο, ήταν να δειλιάσουν. Μισούσαν αυτό τον καταραμένο φόβο που διαλύει τα σωθικά – και τον είδα μια φορά, σαν απλώθηκε στους άνδρες, πώς έκανε τον στάσιμο αέρα να μυρίζει σα βρωμερό κουνάβι. Αντίθετα, είδα, ξανά και ξανά, ανθρώπους κάτωχρους να τρέμουν στο πλησίασμά του Επισκέπτη, αλλά η ζωή τούς έφευγε μέσα από σφιγμένα δόντια. Οπότε, φυσικά, αποκλειόταν κάθε έλεος για τον αντίπαλο. Σαν να υπήρχε κάτι ανάερο και διάχυτο παντού, κάτι σχεδόν πνευματικό, που έβλεπε· κι αν καταλάβαινε πως μαλάκωσες, τότε ήσουνα χαμένος. Αυτή, νομίζω, ήταν η διαφορά μας με τον εχθρό. Αυτός ξεκίναγε από κάτι απτό και υλικό· τη γη, τα παιδιά, τις γυναίκες. Εμείς είχαμε γίνει οι εαυτοί μας.
    Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν μόνο μια ή δυο φορές που νοιώσαμε θαυμασμό για έναν αντίπαλο που είχε σκοτώσει πολλούς απ’ τους δικούς μας αναγνωρίζοντας την προσωπική του δύναμη. Ίσως για αυτό επιδιώκαμε – αχρείαστα συχνά – τη συμπλοκή σώμα με σώμα που μετράει την ανδρική δεινότητα.
    Βρέθηκα μπρος σε απίστευτες χορογραφίες που η ποικιλία τους εκτεινόταν από τη γελοιότητα ως ένα φρικτό μεγαλείο. Κι ένοιωσα πολλές φορές ότι για τους άνδρες των αποσπασμάτων η μάχη ήταν έκσταση και όργιο.

    Ούτως ή άλλως, η παλιά πειθαρχία είχε σπάσει και είχε αντικατασταθεί από κάτι πιο αποτελεσματικό, την αρχαία προσήλωση στην αγέλη. Και θα ΄πρεπε να ακούσετε τα ονόματα και τα παρατσούκλια που δίναμε ο ένας στον άλλον ή δίναμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένας είχε κοτσάρει το «Ντον» μπροστά απ’ τ’ όνομά του, έναν άλλο τον φωνάζαμε «Γιατρό» κι έναν άλλον «Τσάρλυ» και κανά δύο είχαν υιοθετήσει γυναικεία ονόματα κι αυτοί ήταν από τους πιο απρόβλεπτους. Κι ακόμα… να ακούσετε πώς είχαμε φτάσει να μιλάμε! Πού να βγάλει κανείς συμπέρασμα, τι σήμαινε «Λοχίας Hotel ή ποιος ήτανε ο «Sunny»; Ή ακόμα τι σημαίνει το ρήμα «απλοποιώ»; Ένας άσχετος δεν θα καταλάβαινε γρυ απ’ αυτά τα κορακίστικα αλλά εμείς μια χαρά συνεννογιόμασταν. Βέβαια θα καταλάβαινε ότι πρόκειται για μια αργκό φονιάδων αλλά ποιο το πρόβλημα; Και οι φονιάδες ένα επάγγελμα κάνουν και μάλιστα απ’ τα πιο παλιά. Τουλάχιστον εμείς είχαμε αναλάβει ένα εγχείρημα ή μάλλον ασκούσαμε μια Τέχνη. Την Τέχνη της Ερήμωσης.
    Μα την πίστη μου, δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από την έρημο! Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε το παν στην ακίνητη σιωπή των πετρωμάτων...

    Να! εδώ είμαστε αφού μπήκαμε στη Μπαλάτα. Η πόλη καιγόταν επί μέρες. Ένα νέφος από καπνό τη σκέπαζε σα θόλος. Είχαμε πιάσει τους λόφους περιμετρικά της πόλης για να εμποδίσουμε τα συνεργεία διάσωσης ενώ κάποιοι δικοί μας ήταν ακόμα μέσα και αποτελείωναν όσους είχαν επιζήσει. Είχαμε στήσει τεράστια ηχεία και παίζαμε το «Bridge over troubled water». Εδώ είναι φωτογραφίες δικών μας με πτώματα αντιπάλων. Δεν ξέρω να το εξηγήσω, ποτέ δεν φωτογραφίζαμε τους δικούς μας νεκρούς.

    Πάντως, αν δεν με γελάει η διαίσθησή μου, σε κάποιες μύχιες στιγμές των συντρόφων μου είχα υποψιαστεί μια αδιόρατη νοσταλγία για την ήττα. Ένα βράδυ, σε ένα κενό μιας συζήτησης, κάποιος ξεστόμισε κουρασμένα: «τα τέρατα ούτε κατοικούν πουθενά, ούτε κοιμούνται ποτέ, ούτε ζουν πολύ. Μόνο κατατρέχουνε τους τόπους». Τα λόγια είχαν ειπωθεί χαμηλόφωνα αλλά είμαι σίγουρος πως ακούστηκαν απ’ όλους. Ούτε ο υπόγειος σαρκασμός τους πέρασε απαρατήρητος, μηδέ η λύπη. Μολαταύτα δεν έγινε κανένα σχόλιο. Σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Σα να ρίχτηκε ασβέστης σε ‘κείνα τα φοβερά λόγια. Το χειρότερο όμως ήταν ένα τραγούδι που επαναλαμβανόταν αργά και μεγαλόπρεπα όταν ερχότανε η ώρα της μέθης γύρω απ’ τις φωτιές. Μίλαγε για ένα άσχημο κουφάρι σε ένα χαντάκι ενόσω βρέχει
               Ποτέ δεν θα γυρίσω σπίτι
               Δεν θα ξαναδώ την πλατεία Β.
         ούτε τους όμορφούς Μποέμ…

    Προφανώς ήταν μια εκδήλωση του αθάνατου Μαύρου Χιούμορ. Και ένας Επιτάφιος για ένα στρατό τυχοδιωκτών· σαν εξορκισμός. Τότε, μερικοί σκάλιζαν χαραγματιές στο κοντάκι του όπλου τους για τον καθένα από τους «καλούς» που είχαν στείλει να γίνει τροφή κοράκων… Ένας τους θα 'παιρνε ήσυχα στην αγκαλιά ένα βαμμένο κράνος που ήταν ακουμπισμένο δίπλα του. Στο πλάι κάτι είναι ξυσμένο: 20 Απρίλη - ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑ! Αλλά αυτές οι στιγμές μελαγχολίας, τόσο χαρακτηριστικές σ’ όλους τους στρατούς της Ιστορίας, γρήγορα δίναν τη θέση τους σε σκέψεις πιο αισιόδοξες και ξαναβρίσκανε το θαρρετό εαυτό τους.
    Άλλωστε, εμείς είχαμε μια αποστολή που ήταν μοναδική: Ν’ ανάψουμε φωτιά που θα πυρπολήσει ολόκληρο τον πολιτισμό και τις μηδαμινές αξίες του.

    Γιατί αν υπάρχει κάτι πολύτιμο σ’ αυτόν τον κόσμο, πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι, αν υπάρχει κάτι πραγματικά αγνό, αυτό βέβαια είναι το αίμα. Κι αυτό το αίμα το σκορπούσαμε εμείς παντού σε μια μαινόμενη σπατάλη. Το ποδοπατούσαμε γλεντώντας… κι αν σκοτωνόταν ένας σύντροφός μας, πάλι τότε τον τιμούσαμε γλεντώντας γιατί πέθανε την υψηλότερη στιγμή. Κι αν υπάρχει ένας θεός, καλός και σπλαχνικός όπως λένε, που νοιάζεται για αυτό το αίμα και το εξοικονομεί, εμείς το σπαταλούσαμε με μιαν άγρια χαρά. Ζώντας για την εκμηδένιση σηκώσαμε τα όπλα ενάντιά του. Γίναμε έτσι οι Στασιαστές κι ενός Σκοτεινού Πρίγκηπα πραματευτάδες… Κάποιοι μας είχαν πει πως ο πόλεμος τελείωσε!  Αυτό μας έκανε να γελάμε. Εμείς είμαστε ο πόλεμος!

                                                                                                       Β.Η.

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2020

Σύμπνοια και διχαστικότητα

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα στέκονται, πλήθος και υπαίθριες δραστηριότητες



Ο ΒΙΑΣΤΗΣ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ! (με το δάχτυλο τεντωμένο προς το «αρσενικό πλήθος») Ποιος; Εγώ; Ποιοι; Εμείς; Οι «καθημερινοί άντρες»; Τι έχουμε εδώ; Μια ακόμα απόπειρα ενοχοποίησης του “αντίπαλου φύλου”; Και διεκδικείτε, λέει, το δικαίωμα να πηγαίνετε ακόμα και μισόγδυτες οπουδήποτε; (Δεν δείξατε τον ίδιο σεβασμό, που απαιτείτε για τον εαυτό σας, στις μικρές "οπισθοδρομικές κοινωνίες" των νησιωτικών χωριών, όταν τα βγάζατε όλα στις παραλίες μπρος σε έκπληκτα μάτια - μήπως δεν ήταν ένας βιασμός κι εκείνος;) «Ό,τι κι αν φορούσα, όπου κι αν βρισκόμουν» τραγουδάτε. Δηλαδή αν χωθείτε στην κάσμπα του Μαρακέςς φορώντας μισό σορτσάκι και σας «την πέσουν» ή ακούσετε τίποτα χοντρό, "σεξιστικό", τότε τι; Θα ζητήσετε να στείλουμε τα βομβαρδιστικά; Ή μήπως θα περάσετε μέσα από τη Γερανίου ντυμένες… έτσι, κάπως χαλαρά; Αναγνωρίζετε κάποιους κινδύνους στη ζωή; Ζηλεύετε την άπειρη ελευθερία κινήσεων που νομίζετε ότι έχει ο άνδρας; Και την άπειρη «ανεμελιά»; Τότε οι μανάδες σας δεν σας ενέπνευσαν την αγάπη και την υπερηφάνεια για το φύλο σας.
 Έπειτα ξυρίζετε τις μασχάλες σας. Ξυρίζεστε κι «απ’ κάτ’!» (όπως στα χαρέμια). Δεν αφήνετε τίποτα απείραχτο απάνω σας. Ξεσκεπάζετε τη σάρκα, σαν εμπόρευμα στους πάγκους της αγοράς. Ταυτόχρονα φθονείτε τους άνδρες στα κρυφά. Όποτε παίρνετε στα χέρια εξουσία γίνεστε σκληρότεροι απ’ αυτούς. Καμμιά φορά τρομακτικές. Τελικά παραμένετε δυστυχισμένες.

Ίσως ενδιαφέρει να ακούσουμε τι λένε κάποιοι νεαροί: «η μόνη στιγμή που γίνονται τρυφερές είναι πάνω στο γαμήσι»… «Αν καταφέρουν να συγκεντρωθούν» συμπληρώνουν άλλοι πιο άτυχοι. Τελικά, μάλλον φταίει η Μαμά! (ή μήπως κι ο Μπαμπάς που έλειπε συνέχεια για δουλειές;)

Λοιπόν μετά τον Ομπάμα, τον μικρό νέγρο στον Λευκό Οίκο, δεν θα υποστηρίξουμε το δικαίωμα κανενός Μαύρου να γίνει μεσαία τάξη. Μετά τη Θάτσερ δεν θα υποστηρίξουμε καμία γυναίκα να αποκτήσει αυτό που η ίδια ονομάζει ισότητα, αλλά εννοεί πρόσβαση στην εξουσία. Θα ρωτάμε μόνο, ισότητα σε τι; Από τη στιγμή που διάφορες «αδελφές», σε πόστα κυβερνητικά, έγιναν δήμιοι, δεν μας αφορά κανένα «κίνημα ομοφυλοφίλων» και κανένα «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Θα ρωτάμε λοιπόν σε τι συνίσταται η διαφορά. Μας φτάνει που στην τηλεόραση βασιλεύουν ντιντήδες και ξέκωλα!
Από τη στιγμή που τα παιδιά αυτών που βγήκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατασκεύασαν τη Γάζα, κουμπωνόμαστε όταν ακούμε «Εβραίος»! Ούτε οι αγώνες των μεταναστών για ισοτιμία και ένταξη μάς λένε κάτι. Είδαμε τους Αλβανούς να πλένουν το αυτοκίνητό τους το Σαββατοκύριακο και να δέρνουν τους Πακιστανούς στη Μανωλάδα! Θα ρωτάμε λοιπόν: ισοτιμία με ποιους; Και ένταξη σε τι;

Οι μύθοι των αγώνων των μειονοτήτων έκλεισαν τον κύκλο τους κι απομείναν κούφιοι και με μπόλικη ηχώ. Ας αλιεύει η Αριστερά εκεί όπου το ζητούμενο είναι η ισοτιμία στο υπάρχον. (Άλλοι παλιοί κυνηγημένοι αυτοί, που τελικά μας έκατσαν στο κεφάλι!)  Όμως, οι γυναίκες δεν αποτελούν μειονότητα. Είναι το μισό του πληθυσμού της γης. Και αντί για απλοϊκότητα περιμένουμε από αυτές, (γιατί την χρειαζόμαστε) την πραγματικά θηλυκή πρόταση. Και θα ‘πρεπε ν’ αρχίσει μια συζήτηση που να ρίχνει λίγο φως στον βούρκο που λιμνάζει στο βάθος των περιβόητων «σχέσεων των δύο φύλων».
Τελικά, φαίνεται πως η περίφημη σεξουαλική επανάσταση μάς έκανε όλους αναφροδίσιους και αναρωτιέται κανείς, αν η παρακμή του έρωτα είναι αίτιο ή αποτέλεσμα της ανημπόριας που έγινε ενδημική. Αλλά χάθηκαν κι οι λιγοστοί που έψαχναν τον τρελλό έρωτα, L' amour fou των σουρρεαλιστών. Τώρα όλοι αρκούνται σε μια σχέση.
Ακόμα χειρότερα, πρόκειται για σχέσεις ανηλίκων. Δεν εκπλήσσει: ψυχικά ανήλικος δηλώνει ο σύγχρονος άνθρωπος απέναντι στον κόσμο. Μόνο που οι υποχρεώσεις προηγούνται των δικαιωμάτων.
Όσον αφορά εσάς και τις «κινηματικές» σας φιλοδοξίες, το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι τα πράγματα είναι σοβαρά και χρειαζόμαστε αληθινές γυναίκες. Γυναίκες που γίνονται αδελφές μας. Και ερωμένες υγιείς ώστε να μπορούν να γίνουν σύντροφοι. Κι όταν φτάσει η στιγμή που αυτές οι γυναίκες γίνονται μανάδες τότε να παραμένουν σύμμαχες.

                                                                                                                                 Β.Η


Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Μη Τόποι


     Διεθνή Αεροδρόμια, Εμπορικά Κέντρα, Super-Market, Πολυκαταστήματα, Εύπορα Προάστια, Τουριστικοί Παράδεισοι, Μέγα-χώροι της Οργανωμένης Διασκέδασης.

    Όλα, μη τόποι· προκατασκευασμένες ατμόσφαιρες όπου οι συναντήσεις έχουν τεθεί υπό έλεγχον, οι σκέψεις είναι καθ’ υπαγόρευσιν, τα συναισθήματα υποβάλλονται, οι συμπεριφορές είναι προκαθορισμένες.
    Μη τόποι, όπου η ζωή και οι αλήθειες της δεν τίθενται και αν, κατά παράβασιν, κάτι τέτοιο συμβεί αποτελεί μια ανωμαλία και σκάνδαλο που πρέπει ευθύς να διορθωθεί. Τόποι όπου ο άνθρωπος είναι απών έχοντας υπαχθεί σε ένα μηχανικό σχέδιο.
    Θα μπορούσα να ακριβολογήσω ακόμα περισσότερο, αν έλεγα ότι εκεί ο άνθρωπος γίνεται μονοδιάστατος. 
    Αν οι παραπάνω τόποι είναι κραυγαλέα παραδείγματα ενός φαινομένου που συνεχώς εξαπλούται, ένα στριπτηζάδικο είναι επίσης ένας μη τόπος, όπως και ένα living room, όταν μια τηλεόραση είναι ανοικτή, αποκτά κάποια χαρακτηριστικά του.
   
    Μέσα σ’ ένα οποιοδήποτε απ’ αυτά τα μέρη μια συζήτηση για το Μέλλον του Κόσμου ή για τα μυστήρια της ζωής θα έμοιαζε παράταιρη.
   
    Μεγάλο εμπορικό κέντρο βόρεια του κέντρου της Αθήνας, μιας πόλης που βρίσκεται υπό μετάλλαξιν. Ολόγυρα, νοσοκομειακές «μονάδες» ξενοδοχειακού τύπου, κατάφωτα πάρκινγκ μες την ψιλή βροχή και πέρα, τα τόξα που στεφανώνουν το μνήμα της πάλαι ποτέ Ολυμπιακής Ιδέας.
    Παιδιά καθαρά, καλά θρεμμένα, πάνε κι έρχονται «ξοδεύοντας» χρόνο και χαρτζιλίκι· προστατευμένα από τους παιδόφιλους, τους εμπόρους ναρκωτικών, τη σκληρότητα των συνομηλίκων τους, την αποπλάνηση από ιδέες που γοητεύουν και το κακό συναπάντημα.
    Μαμάδες, διακριτικά, αλλά επιμελώς μακιγιαρισμένες μπαινοβγαίνουν σε καταστήματα, διαβαίνοντας φωτοκύτταρα, ενώ ηλεκτρονικά καμπανάκια ηχούν και ξοδεύουν μισθούς και μηνιαίες αποδοχές.
    Πατεράδες βηματίζουν αργά με τα χέρια απιθωμένα στη λαβή του καροτσιού. Αφήνουν το βλέμμα να πλανηθεί πάνω σε μια θάλασσα από βιτρίνες, φώτα και κυλιόμενες σκάλες.
    Φτωχοδιάβολοι μάταια προσπαθούν να ξοδέψουν χρόνο, χρόνο που κουράζει, χρόνο βασανιστικό, χρόνο ανεξάντλητο - αδύνατον να ξοδευτεί. Παντού το πλήθος στροβιλίζεται. Μέσα σε φώτα χιλιάδων βατ και μια μουσική που σκοπό έχει όχι να ακούγεται, αλλά να  «ενσταλάζει» και να «υποστηρίζει», κινείται μια ζωντάνια σχεδόν πένθιμη. Παντού υπάλληλοι που καλωσορίζουν, που εξυπηρετούν, που ευχαριστούν, που ξεπροβοδίζουν, που αποχαιρετούν, άγρυπνα εποπτευόμενοι από κάμερες και διαρκώς αξιολογούμενοι.
     Με κάθε καλωσόρισμα, με κάθε «παρακαλώ πως μπορώ να εξυπηρετήσω;» με κάθε «ευχαριστώ» και κάθε «να’ στε καλά», με κάθε αναγγελία της τιμής, με κάθε τρόπο, σου λένε πόσο λίγο σε εκτιμούν!  
     Συναντήσεις διευθυντών πωλήσεων, υπευθύνων ασφαλείας, διευθυντών προσωπικού, σεκιουριτάδων, δημοσιοσχεσιτών, διαφημιστών, συμβούλων επιχειρήσεων, ειδικών «τεχνικής υποστήριξης», ψυχολόγων, ειδικών της διασκέδασης, ειδικών «επικοινωνίας», όπου κανείς δεν αγγίζει κανέναν, παρά με μια φευγαλέα χειραψία που δεν αφήνει κανένα ψυχικό ίχνος στην παλάμη.
    Συσκέψεις και συναντήσεις κάτω από την αδιάκοπη πίεση ενός τυραννικού χρόνου που όμως συνεχίζονται μέσα από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και e-mail. Η «επιστήμη» του μάρκετινγκ σε πλήρη εφαρμογή.
    Κλιματιστικά, μοκέτες, γυαλιστερά δάπεδα, ψευδοροφές, καλυμμένα καλώδια, τουαλέτες που καθαρίζονται ανελλιπώς· ένας κόσμος που εξόρισε τη φτώχεια που δεν παύει να γρατζουνάει τα τζάμια.
    Χώροι διαρκώς φυλασσόμενοι, βιντεοσκοπούμενοι και σε συνεχή μετάπλαση. Και υπάλληλοι που τρέχουν, που σκύβουν, που σπρώχνουν, που τραβούν, που ανασύρουν, που χαμογελούν κι ο ιδρώτας τους είναι πάντα κρύος.
    Ένας κόσμος υψηλά στρατιωτικοποιημένος όπου πίσω από την ανεμελιά κρύβεται το κέρδος, ο έλεγχος και η πιο σκληρή δουλειά.
   Η γλώσσα δεν κρύβει το γεγονός: έρευνα αγοράς, διαφυγόντα κέρδη, πλάνο επιχειρήσεων, μονάδες, target group, στόχευση, δείκτης ασφαλείας, στρατηγική, τακτική, πεδίο δραστηριοτήτων κ.ο.κ.
    Όμως όλα κυλούν σε μια ατμόσφαιρα επίπλαστης ευγένειας, η οποία είναι ακριβώς, το «μοντέρνο στυλ», που για να εμπεδωθεί χρειάστηκε μια εκπαίδευση υπαλλήλων η οποία περιελάμβανε «smiling course» - αφού το να λες τα ψέματα με χάρη αποδείχτηκε το πλέον προσοδοφόρο.

    Και πρέπει να είσαι πλήρως ενσωματωμένος και περιχαρακωμένος για να μπορείς να παραβλέπεις όλα αυτά και να καμώνεσαι τον ικανοποιημένο.
    Όντως, αυτό που προκαλεί ερωτήματα είναι, πώς ο άνθρωπος του καιρού μας γίνεται αυτόβουλα επισκέπτης τέτοιων σκηνικών ομαδικής πειθαρχίας και θήραμα τέτοιων πρακτικών και συνεργάζεται στη διατήρηση μιας κάλπικης ευδαιμονίας. Και δεν είναι μόνο ότι η σύγχρονη κολακεία έκανε, με την βοήθεια των ψυχολόγων, αξιόλογα βήματα, αλλά πρέπει να είναι βαθιά η δίψα τού σύγχρονου πληβείου να του φερθούν σαν να ήταν άρχοντας. Γιατί ο ψυχικός πυρήνας των μη τόπων είναι η επίφαση και η πλαστότητα. Καθόλου παράξενο λοιπόν που κυριαρχεί ένας φόβος λεπτός και αδιόρατος σαν τον Υπερίτη.

    Και παντού, το απλανές βλέμμα και ένα χαμόγελο σχεδόν μορφασμός.

    Κανείς δεν μοιάζει να πηγαίνει πουθενά, όλοι μοιάζουν να φεύγουν. Σαν κάτι να έχει συντελεστεί: η κυριαρχία του νεκρού πάνω στο ζωντανό, το οποίο, κάθε φορά που προσπαθεί να ανασυσταθεί σαν ζωντανό, υπόκειται στη διάλυση. Ένας κόσμος διαίρεσης. Μια σύγχρονη εκδοχή του Άδη.
   
    Οι μη τόποι είναι τόποι στοιχειωμένοι. Μόνον και μόνον η Ύβρις της σύλληψης και κατασκευής τους γνέφει προς την καταστροφή να πλησιάσει.
     Η τρομοκρατία στοιχειώνει τα αεροδρόμια. Ο μασκοφορεμένος ληστής, ο ξένος, ο εισβολέας και το φάσμα του όχλου στοιχειώνουν τα προάστια και τα «σύγχρονα σπίτια». Η πυρκαγιά και ο παρανοϊκός  δολοφόνος – που στη φαντασία του δεν βλέπει και δεν σκοτώνει ανθρώπους, αλλά καταστρέφει ανθρώπινες κούκλες – στοιχειώνουν τους αχανείς χώρους της οργανωμένης διασκέδασης.

    Οι σύγχρονες αγορές, όπως και οι υπόλοιποι μη τόποι, διαρκώς αποκεντρώνονται - για την ακρίβεια εκρήγνυνται προς αέναα διαστελλόμενες περιφέρειες πόλεων - πόλεων που πρέπει διαρκώς να απονεκρώνονται - και συνδέονται μεταξύ τους με νέες αρτηρίες ταχείας κυκλοφορίας. Είναι η δόξα της πολεοδομίας.
    Χώροι τεχνολογικής αυταρέσκειας υποβάλλουν ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό και γίνονται ναοί όσο η τεχνολογία και το εμπόρευμα έγιναν θεοί.
    Μια εικόνα καθαρότητας, μια ονειροφαντασία του άσπιλου και του αμόλυντου που ενδόμυχα ποθεί την βεβήλωση.
    Μέσα στις ομοιόμορφες, ευδιάθετες μουσικές και τις υπνωτικές αναγγελίες μεγαφώνων κυοφορείται ο εμπρησμός και η λεηλασία.

    Ένας κόσμος που τρέμει και φοβάται την εξαγγελθείσα και διαρκώς αναβαλλόμενη καταστροφή και ταυτόχρονα ονειρεύεται και εύχεται κρυφά το χαμό και το τέλος του.

                                                                                                
                                                                                                        Β.Η

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Οχτώ Δεκέμβρη του Οχτώ


Σαν τυλίχτηκε στις φλόγες
το Δένδρο στην πλατεία Συντάγματος
κι άρχισε να φουντώνει για τα καλά
όλοι κατάλαβαν πως ένα γεγονός
είχε συντελεστεί
Ο θάνατος των Χριστουγέννων
ήτοι: της μεγάλης αθεϊστικής
γιορτής του καπιταλισμού
Δεν ήταν το τέλος μιας
αυταπάτης
ήταν ο θάνατος της
προσποίησης
Εξ ου και το
Πένθος

*

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Νυκτερινό από την Παλιά Δεκαετία


Εκείνα τα ξημερώματα, αρχή καλοκαιριού, ξαναγαμηθήκαμε με την Ντ. που ‘χαμε για κάμποσο καιρό χαθεί. Από βραδύς είχαμε βρεθεί σε μια φοιτητική εκδήλωση και μαζί μια φίλη της κι από δίπλα ένας συμφοιτητής που ‘χε πάρει τη φίλη από κοντά. Ύστερα από μακριά περιπλάνηση μες τους φωτισμένους δρόμους καταλήξαμε στην Αγορά, σ’ ένα χυδαίο υπαίθριο ταβερνείο, να τρώμε και να πίνουμε φτηνό κόκκινο κρασί. Πιο ‘κει ένας νταβάς και η πουτάνα του έτρωγαν κι αυτοί. Όλα τα τραπέζια ήταν γεμάτα, ένα σωρό άνθρωποι δοσμένοι σε μια πανδαισιακή ολονυκτία, έπαιρναν δυνάμεις για να βγει η νύχτα.

Την πήρα πισωκολλητά μες το γκρίζο χάραμα, σε λευκά σεντόνια, πάνω σ’ ένα χαμηλό λιτό κρεββατάκι και η Ντ. βόγκαγε: Α, αχ, τι γλύκα είν’ αυτή! Ύστερα κοιμηθήκαμε για λίγες ώρες σβησμένοι από τον ολονύχτιο κάματο στεφανωμένοι απ’ τον έρωτα.

Το λοιπόν, εκεί που τρώγαμε, ξέσπασε φασαρία. Η πουτάνα ξαφνικά άρχισε να ωρύεται και να βρίζει έναν από τους πελάτες. Ακολουθώντας το βλέμμα της καταλάβαμε ότι τα ‘χε βάλει με έναν γεράκο στην άλλη άκρη: Τι κοιτάς ρε παλιομαλάκα; Τι κοιτάς; Και συνέχιζε έτσι επί ένα ολόκληρο λεπτό, ακατάσχετο υβρεολόγιο. Τώρα, για όποιον έχει μια στάλα φινέτσα μέσα του είναι ό,τι πιο ελεεινό, μια γυναίκα να έχει τέτοιο στόμα. Τα τραπέζια γύρω είχανε παγώσει περιμένοντας το χειρότερο να ξεσπάσει. Ο νταβάς, ψύχραιμος, στραμμένος πλάι, αμέτοχος, με ανοιχτό σταυροπόδι, έχοντας αποσώσει το φαΐ του, κάπνιζε. Το αν είχε ο γέρος ρίξει καμμιά ματιά ή όχι, κανείς μας δεν μπορούσε να το πει, μιας και ως τότε ήμασταν απόλυτα συγκεντρωμένοι σε ό,τι συνέβαινε μες τα όρια του τραπεζιού μας. Πάντως τώρα, ο γεράκος καθόταν ζαρωμένος με τα πόδια ενωμένα και τους ώμους μαζεμένους κι έκανε πως τρώει αλλά ξεροκατάπινε πικρό φαΐ. Εν τω μεταξύ η πουτάνα ησύχαζε για λίγο και μετά ξανάρχιζε. Για κάμποση ώρα η κατάσταση ισορροπούσε στην κόψη του ξυραφιού. Γινόταν φανερό ότι άλλο δεν επεδίωκε παρά να βάλει τον νταβατζή μέσα στον καυγά που μόνη είχε στήσει. Ήθελε, το άθλιο υποκείμενο, σερνόταν και το απαιτούσε, μια απτή απόδειξη της αφοσίωσής του. Και τι θα μπορούσε να ‘ναι πιο απτό από μερικές σφαλιάρες;

Τότε ο νταβάς γύρισε το κεφάλι μισή στροφή και με πεσμένο βλέφαρο κοιτώντας χαμηλά προς τη μεριά της έκανε ένα: Πάψε ρεεε!
-Μα δεν βλέπεις τον πούστη; τσίριξε αυτή
-Πάψε ρε, σου είπα! της έκανε υπόκωφα. Και δεν έχω ξαναδεί πιο γρήγορο κατέβασμα αυλαίας.
                                                                                                                             
                                                                                                         B.H

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Βολιβία

       Σε όσους νυχτωθήκαν κάποτε στην Κοτσαμπάμπα… και πήγαν στο πανηγύρι του Ορούρο.

  Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών αμφισβητεί την εγκυρότητα των εκλογών, ο Μοράλες προθυμοποιείται να τις επαναλάβει, οι συμμορίες χυμούν, οι στρατηγοί τηρούν δυσμενή ουδετερότητα και ο Μοράλες παραιτείται. Φεύγει εσπευσμένα! Για να αποφύγει ίσως κάποιο «ένταλμα»! Τι ήταν; «Άτακτος» υπαλληλάκος; Και τι είδους πραξικοπήματα είναι αυτά που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια; Όχλοι τρέχουν στους δρόμους, ρέμπελες αστυνομίες και παραστρατιωτικοί, μαριονέτες-πολιτικοί, λούμπεν ΜΜΕ και «σιωπηλές πλειοψηφίες» που ξαναβρίσκουν τη λαλιά τους. Και ο κρατικός στρατός βλοσυρός στο βάθος. Πού πήγαν τα παλιά, καλά πραξικοπήματα με το στρατό σε πρώτο πλάνο και τους στρατηγούς με μαύρα γυαλιά στο βάθρο; Θαρρείς πως ξαναγυρνάμε στην αρχαιότητα!

  Αλλά έτσι πάνε τα πράγματα σήμερα. «Στις μονοπωλιακές, βιομηχανικές κοινωνίες», λέει ο Marcuse, «η βία είναι συγκεντρωμένη, περισσότερο παρά ποτέ, στα χέρια της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, που διακλαδώνει την κυριαρχία της στο κοινωνικό σύνολο». Και σχεδόν, θα ΄λεγε κανείς, φτιάχνει τον δικό της «λαό». Στην περίπτωση της Βολιβίας (αλλά και άλλων Λατινοαμερικάνικων χωρών) αυτοί οι άνθρωποι συχνά ανήκουν σε μια φιλόδοξη μεσαία τάξη. Και είναι συνήθως μιγάδες (mestizos). Και μισούν κάθε γραμμάριο ινδιάνικου αίματος που κυλά στις φλέβες τους.

  Τι νόημα έχει τώρα, να λέμε ότι ένας διωγμένος ηγέτης, που διαφημίζεται σαν «ο πρώτος Ιθαγενής Πρόεδρος», ήταν καλός για τους φτωχούς και τους Αυτόχθονες, ότι η ντόπια ολιγαρχία και οι όπισθεν ιστάμενοι Αμερικάνοι είναι η προσωποποίηση του Κακού, όταν άφησε τον λαό ανοχύρωτο; Έτσι έκανε και έτσι θα κάνει πάντα ένας σοσιαλδημοκράτης ανεξαρτήτως χρώματος.

  Η Βολιβία έχει 70% ινδιάνικο πληθυσμό ο οποίος αν τελικά νικηθεί θα τραβήξει τα πάνδεινα.
  Εδώ χρειαζόταν κάποιος που θα διέλυε την παλιά αστυνομία, που θα ήλεγχε τον στρατό και θα όπλιζε τις ιθαγενικές κοινότητες που τον στηρίζαν. Κανένας λαός δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το σύγχρονο κράτος και τους πραιτωριανούς του, παρεκτός αν οργανωθεί και μπορέσει να πάρει στα χέρια του όπλα. Αλλοιώς καλύτερα να αναλογιζόμαστε με φόβο αυτά που θα συμβούν. Και η βούληση να νικήσουν ή να πεθάνουν και όχι να νικηθούν απόλεμοι, που χρειάζονται οι εξεγερμένοι, ισχύει φυσικά πρώτα για την ηγεσία, η οποία μένει στο τιμόνι και δεν καταφεύγει στην ασφάλεια περιπλανώμενη από χωρίου εις χωρίον.
  Αλλά τούτος ο Μοράλες έστειλε tweet σε αυτούς που άφησε πίσω, ότι «θα επιστρέψει με περισσότερη ενέργεια»! Τι διάολο! σε Ashram στο Μεξικό πήγε;

  Εμένα, ανεπαρκής και κάπως ανέντιμος μου φαίνεται. Ένας ξασπρισμένος Ιθαγενής με σκούρα μάσκα. Επικεφαλής μιας ομάδας προοδευτικών «καλής θέλησης» αλλά περιορισμένης ευθύνης και διαπερατής από τον σύγχρονο κόσμο και τα δόγματά του. Κι αυτός ο «σύγχρονος κόσμος» έφτασε στα 3,5 χιλιάδες μέτρα, στο altiplano της Βολιβίας, όπου όμως οι Ινδιάνοι διατηρούν τη διαύγειά τους και παρ’ όλο που είναι γυμνοί, μες την απελπισία τους καλούν ανοιχτά σε εμφύλιο πόλεμο.
                                                                                                                                               
                                                                                                                                          B.H


Υ.Γ 1  Εμφανίστηκαν συνθήματα: Καθαρίστε τη Βολιβία από τους Indios! (υποτιμητική ονομασία των Ιθαγενών, οι οποίοι προτιμούν να αποκαλούν τους εαυτούς τους Indigenas ). Η νέα Πρόεδρος της Βολιβίας δήλωσε, "Οι ιθαγενείς δεν έχουν καμιά θέση στην Πρωτεύουσα. Να γυρίσουν στα βουνά τους". 

Υ.Γ. 2  Οι κάτοικοι του  El Alto ( η υψηλότερη πόλη στον κόσμο και προπύργιο του Κινήματος) δίπλα στη Λα Παζ, τρέχουν στους δρόμους φωνάζοντας Guerra Civil.


Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Holidays in the sun




  a cheap holiday in other people’s misery (…that makes their misery bigger!)

Η Ελλάδα έχει πέσει θύμα γιγαντιαίων κυμάτων από φτωχούς και αμόρφωτους τουρίστες. Αυτός ο συνδυασμός, που με τέτοιον όγκο πέφτει απάνω της κάθε καλοκαίρι, θα μπορούσε να εξουθενώσει οποιαδήποτε χώρα. Φτωχοί, αμόρφωτοι και επιπλέον τουρίστες φτιάχνουν ένα τριπλό κακό. Έτσι οι επιχειρηματίες παραπονιούνται για το αχαμνό πορτοφόλι των σημερινών επισκεπτών, οι ξεναγοί, οι σερβιτόροι και οι καμαριέρες για το "χαμηλό πολιτιστικό τους επίπεδο" και κάποιοι άλλοι, για το γεγονός ότι ο περιηγητής και ο ξένος έδωσαν τη θέση τους στον τουρίστα.

Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα που οι Έλληνες συμφωνούν να σκάψουν τα σπλάχνα της γης τους για να βγάλουν πετρέλαιο. Δεκαετίες πριν, συνομολόγησαν να ξεριζώσουν κάποια άλλα σπλάχνα και να τα απλώσουν πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και φυσικά - ούτε λόγος να γίνεται - στον υπολογισμό δεν μπήκαν οι αυλές όπου οι άνθρωποι αποσπερίζαν, ούτε οι βραδινές βόλτες μες στην ευωδία του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου.

Η Δύση έχασε το μονοπώλιο της οικονομικής ισχύος. Τώρα παντού πέφτει η βαριά σκιά της Κίνας. Όσοι λοιπόν νοσταλγούν τα «καλά χρόνια» είναι σαν να νοσταλγούν τη λαμπρή εποχή της Δύσης, τότε που οι Σλαβικοί πληθυσμοί ζούσαν ταπεινά πίσω από το Τείχος, στην Κίνα οργώναν με το βόδι και οι λίγοι και εκλεκτοί τουρίστες περιορίζονταν στον ευρωπαϊκό Νότο μιας και ο υπόλοιπος πλανήτης ζούσε ακόμα σε μια αγριότητα ασύμβατη με το ευρωπαϊκό σαβουάρ βιβρ. Τώρα όμως που ο κόσμος μας ομογενοποιείται, οι καλοί πελάτες μοιράζονται παντού και το φτυάρι των μεγάλων τουριστικών πρακτορείων, για να γεμίσει τα πανομοιότυπα «στρατόπεδα διακοπών» που ξεπετάγονται από το Μπαλί ως το Περού, χώνεται όλο και πιο βαθιά στα διαμερίσματα και τις φτωχοσυνοικίες της Βόρειας Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Κι εκεί κατοικούν άνθρωποι που μόνη τους ψυχαγωγία είναι μια βόλτα στο εμπορικό κέντρο και στο πολυκατάστημα όπου χαϊδεύουν με το βλέμμα προϊόντα που κείτονται στα ράφια σαν εκκλησιαστικά σκεύη. Κι ενώ ο τουρισμός γίνεται όλο και πιο μαζικός – αφού στη Δημοκρατία μας «όλοι έχουν δικαίωμα στις διακοπές» – ντόπιοι εργαζόμενοι και ξένοι πελάτες μοιάζουν να παίζουν τη «χρυσή δεκαετία του ’80» επιδιώκοντας, όλο και πιο ασθματικά, οι μεν το χρήμα που κάποτε ήταν εύκολο, οι δε την αλλοτινή ξενοιασιά. Ταυτόχρονα, η πανταχόθεν προελαύνουσα διάλυση της διανοητικής συγκρότησης, η σύγχρονη αγραμματοσύνη και το ξήλωμα των πνευματικών υποστυλωμάτων των κοινωνιών φέρνουν την κρυφή απελπισία. Έτσι, όπως μαζί με το ταξίδι και τον ταξιδιώτη χάνεται η παληά φιλοξενία, ο ρεαλισμός απαντάται με ρεαλισμό και ο κυνισμός συναντά τον κυνισμό.
Είναι καλό, φτωχέ μου, ν’ αρμέγεις τη γελάδα όμως μη το παρακάνεις «γιατί αντί για γάλα, αίμα θα βγάλεις».
Όσοι λοιπόν ελπίζουν εδώ, σ’ αυτή τη χώρα - όπως και σε κάθε άλλη που πλασάρεται σαν τουριστικός παράδεισος - σε κάποιον άλλο τουρισμό, πιο «φίνο» και πιο εύπορο, θα πρέπει να αρχίσουν να απογοητεύονται. Αυτός θα είναι ο τουρισμός από ‘δω και πέρα, στο νύχτωμα ενός κόσμου. Και δεν θα υπάρξει άλλος.

Παρ’ όλα αυτά, (γιατί πάντα υπάρχει ένα «παρ’ όλα αυτά») υπάρχουν άνθρωποι ευαίσθητοι που έχουν ενδιαφέρον για τον τόπο στον οποίο βρέθηκαν, που θα μπουν στον κόπο να κάνουν τον γύρο του νησιού, που θα επισκεφτούν την Αρχαία Κάμειρο, που θα σημειώσουν με προσοχή το όνομα ενός μαγαζιού που παίζεται «μουσική για τους ντόπιους»… Κάνουν ό,τι μπορούν για να περάσουν καλά· να πάρουν όμως και μια ιδέα από τον ξένο τόπο μες από τα περιορισμένα πλαίσια όπου έθεσαν τους εαυτούς τους.
Υπάρχει κάποια στιγμή και ένα κορίτσι χαμένο σ’ ένα μεγάλο ξενοδοχείο που έχει καταφύγει κάτω από το αιρκοντίσιον στη σάλα του pool bar και διαβάζει την «Πτώση του Οίκου των Ώσερ». Ποιος διαβάζει σήμερα κάτι άλλο από αναιμική λογοτεχνία? Και τι κάνει μια νεαρή Ρωσσίδα να διαβάζει στην πέρα άκρη του βουερού μπαρ του Grand Hotel έναν αλαφροΐσκιωτο Αμερικανό συγγραφέα που τον έχουμε καταραστεί? Άραγε σε ποια περικοπή αυτού του παράξενου αφηγήματος βρίσκεται? Ποιος ξέρει τι εντύπωση τής κάνει… Οι σαχλές μουσικές που έρχονται από το μπαρ κάποια στιγμή γίνονται απόκοσμες. Αν τις ακούει καν… γιατί όσο εξοικειώνεται συλλαβιστά με την κοσμολογία του Πόε, μια μουντή χαλκοπράσινη ομίχλη την κυκλώνει. Απλώνει αργά σαν να διαφεύγει από τα κλιματιστικά, σαν να σηκώνεται απ’ το δάπεδο. Μοιάζει με κοριτσάκι που προχωράει νύχτα, μονάχο μες τα έλη. Γύρω της ένας φωνακλάδικος κόσμος πάει κι έρχεται και κουβαλάει πιοτά έξω στις πισίνες. Το πιόμα τούς δίνει πρόσκαιρα ένα νοσταλγικό βλέμμα που αναγνωρίζει την ασάφεια των πραγμάτων και το πολυμήχανον των γεγονότων. Ταυτόχρονα τους αφυδατώνει. Πίνουν από πρωίας και τρώνε ολημερίς γιατί είναι άνθρωποι πραγματιστές, άνθρωποι προσγειωμένοι. Ξέρουν όλα τα τερτίπια του χρήματος αλλά αποφεύγουν τις απόμερες γωνιές και τα σκοτεινά λαγούμια της ύπαρξης. Είναι στέρεοι και χωμάτινοι. Σχεδόν στεγνοί. Δεν πειράζει! Το διάβασμα ανήκει σε έναν νεφελώδη κόσμο. Και η λεπτή κοπελίτσα με το ντροπαλό προφητικό χαμόγελο, σ’ αυτούς που φέρνουν την λύτρωση της βροχής.               

                                                                                                                  Β.Η