Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Και τούτη τη σαιζόν θα χάσουμε άλλο ένα καλοκαίρι


  



   «Από τους τρεις λόγους για να ταξιδέψει κανείς στην αρχαιότητα: Πόλεμος, Εμπόριο, Προσκύνημα, κάποιος θα έλεγε ότι ο Τουρισμός προέρχεται από το Προσκύνημα. Όμως πιο πολύ φαίνεται ο πραγματικός του πρόγονος να είναι ο Πόλεμος!»

    Αυτά έγραφε ο Αμερικανός στοχαστής, Χακίμ Μπέη. Ένας μειλίχιος άνθρωπος με αίσθηση του μέτρου (...σπάνιες αρετές για κάποιον με τόσο περιθωριακές απόψεις) που έτυχε να συναντήσω στα μέσα της δεκαετίας του΄90 στη Ιρλανδία.

    Και ένας έμπορος γούνας, σε μια συζήτηση μεταξύ γουναράδων που έτυχε να παρακολουθήσω στη Ρόδο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 (ναι, τόσο παλιά!) τελικά απεφάνθη:

Ο Τουρισμός είναι ο μόνος στρατός που δεν νικήθηκε ποτέ!

    Πράγματι:

    Οι φάλαγγες των τουριστών προχωρούν και φωτογραφίζουν, φωτογραφίζουν και προχωρούν πάνω στα ερείπια που άφησαν τα τμήματα που προηγήθηκαν μέσα σ’ ένα τοπίο κατεστραμμένο από τσιμέντο, άσφαλτο, θόρυβο, φώτα, σκουπίδια, εξαντλητική δουλειά!
                       
(Πέργαμος, πεζικό)
         

    Το πρόσταγμα shoot αφορά τώρα το πάτημα ενός κουμπιού που ανοιγοκλείνει το κλείστρο της κάμερας, όπου shoot- πυροβολώ ισχύει και για το τράβηγμα της φωτογραφίας όταν σκοπεύεις μέσα  από τη φωτογραφική μηχανή, αυτό το ερμαφρόδιτο σύμβολο-παιχνιδάκι και σύγχρονο ξόρκι.
    Οι κάμερες υψώνονται προς κάθε κατεύθυνση, κάθε στόχο που προβάλλει, ρουφώντας τη ψύχη των ντόπιων και του τοπίου.
    Ο σημερινός μαζικός τουρισμός είναι το απόγειο της εκλέπτυνσης ενός παλιού πολεμικού παιχνιδιού που λέγεται search ‘n destroy- ερευνήστε λοιπόν και καταστρέψτε αλλά μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε η καταστροφή να μπορεί να ονομασθεί «αξιοποίηση».
     Αντίθετα από το προσκύνημα όπου ο προσκυνητής προσέρχεται με δέος και κατάνυξη και, προσφέροντας πίστη, αυξάνει τη «χάρη» που αναδίδει ένας Ιερός Τόπος, ο Τουρισμός απομυζά τις ιδιαιτερότητες κάθε «ξεχασμένης» γωνιάς του πλανήτη και ομογενοποιεί κάθε μέρος που πλήττει. Γιατί αυτό που αποζητά ο τουρίστας είναι «πολιτισμική διαφορά» για να την καταναλώσει. Έτσι κι αλλιώς θα του ήταν αφόρητο να την ζήσει.

     Η Φαντασία πέθανε στη Δύση εδώ και καιρό. Χρειάστηκαν αμέτρητες ποσότητες ορθολογισμού και κατήφειας για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Για να καταπραϋνθεί και να σβήσει κάτι τόσο δυσλειτουργικό και άβολο αλλά τόσο βαθειά ανθρώπινο. Τώρα λοιπόν η Δύση, πηγή του Τουρισμού, πρέπει να την αποκτά σε ασφαλείς δόσεις και σωστά πακεταρισμένη.
    Αυτό που γοργά απονεκρώνεται έχει ανάγκη από κάτι ζωντανό για να παρατείνει τον χρόνο επιβίωσής του. Αλλά όπου αγγίζει απονεκρώνει. Πρέπει λοιπόν συνεχώς να προχωρά! Πράγματι, νέοι τουριστικοί Παράδεισοι ανοίγονται στο κοινό. Νέοι «τουριστικοί προορισμοί» μπαίνουν στο χορό ανακοινώνοντας απλά: Ανοίξαμε (τα πόδια) και σας περιμένουμε! 
     ΑΝ η παλιά αποικιοκρατία ύφαινε στην ψυχή του αποικιοκρατούμενου την αλλοτρίωση και την τρέλλα, και εκμεταλλευόταν τις υλικές πηγές, η σύγχρονη προχωράει παντού και σε μεγάλο βάθος. Για να γίνει κατανοητή η έννοια αυτού του βάθους ας ειπωθεί ότι τώρα δεν είναι μόνο η ανεξαρτησία ή οι πηγές πλούτου που κινδυνεύουν αλλά τουριστική έκθεση σημαίνει… να ανοίγεις το σπίτι σου στους ξένους! Ο Τουρισμός μετατρέπει μια χώρα σε έκθεμα και εικόνα του εαυτού της.
    ...Και φυσικά, να ανοίγεις το σπίτι σου με το "αζημίωτο"! Άπαντες δε προφασίζονται άγνοια τού ότι η ζημιά είναι ανυπολόγιστη! Πώς όχι? Ο τουρισμός είναι "ιερή αγελάδα" και ένα από τα ταμπού του πολιτισμού μας.

    Χοντρικά, μπορούμε να πούμε ότι, η  επιδρομή της Δύσης στα χωριά και στις καλύβες του κόσμου ακολούθησε την εξής πορεία: Πρώτα οι εξερευνητές, μετά οι ιεραπόστολοι, μετά ο στρατός (και περισσότεροι ιεραπόστολοι), μετά οι περιηγητές, κατόπιν διανοούμενοι και συγγραφείς, εν συνεχεία αγνοί ταξιδευτές (και οι χίππυς κάποτε), μετά ο ήσυχος ιντιβιντουαλιστής τουρίστας με το πραγματικό ενδιαφέρον και τέλος η πλημμυρίδα του μαζικού Τουρισμού.

    Ο στρατός βέβαια δεν παύει, κατά καιρούς, να κάνει την εμφάνισή του με τα βρώμικα άρβυλά του, ανοίγοντας και κλείνοντας την τουριστική αυλαία!  Έτσι το Βιετνάμ ή η Καμπότζη που κάποτε ήταν υπό το καθεστώς του Ναπάλμ και του βομβοτάπητα είναι τώρα πρόθυμοι «τουριστικοί προορισμοί». Ενώ η Σομαλία που σήμερα εμφανίζεται στους χάρτες των τουριστικών οδηγών «λευκή», κάποτε μπορεί να αποδειχτεί θαυμάσιο τουριστικό εύρημα και προϊόν. Ή ένα αμερικανοκίνητο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα στέλνει για λίγο τη χώρα στα τουριστικά αζήτητα μέχρις ότου «κάποια προβλήματα διευθετηθούν».

     Όπως πάντα, η γλώσσα αποκαλύπτει τα πάντα για τα οποία μιλά, έτσι έχουμε: Τουριστικές μονάδες, πράκτορες, tour operators, target group, έρευνα, συνοδούς, tourist guides, ξεν-αγούς, τουριστικά γκρουπ, αρχηγούς γκρουπ, σχεδιασμό, ανεφοδιασμό και, αν τα πράγματα πάνε στραβά, εκκένωση! Ακόμα και όταν συγκαλύπτει η γλώσσα, προδίδει!
    Αποδεικνύεται λοιπόν αυτό που ειπώθηκε στην αρχή, ότι ο τουρισμός  είναι ο μόνος στρατός που δεν νικήθηκε ποτέ! 
   
    Ακόμα, ο τουρισμός, που δεν μπορεί πια παρά να είναι μαζικός, δηλαδή μια βιομηχανία διασκέδασης, χαλάρωσης και "κολακείας" για τους προλετάριους κάποιων χωρών, για τους προλετάριους κάποιων άλλων σημαίνει σιδηρά πειθαρχία, ασταμάτητη δουλειά σε «στρατόπεδα διακοπών», μόνιμη κούραση. Έτσι ώστε μια χώρα στον ήλιο που έχει πληγεί από τον τουρισμό να γίνεται αναπότρεπτα μια «ηλιόλουστη κόλαση». Και υπάρχουν όλο και «κατώτερα πατώματα», όλο και βαθύτερα κάτεργα, σ’ αυτή την κόλαση στον ήλιο!

    …Κι ακόμα ακόμα, η αδυνατότητα μιας επανάκτησης της ζωής οφείλεται στο ότι: και στις καλές εποχές τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν προτιμήσει το χρήμα από την πάλλουσα ζωή. «Έρρεε το χρήμα!» είπε κάποιος βετεράνος του τουρισμού και εδονείτο από συγκίνηση μες την επανάληψη του «ρο» αντί να ξεσπάσει σε ένα: «έρρεε η ζωή»!


                                                     Ευπειθέστατος                                                                    διατελώ   
                                                             Β.Η


    
Υ.Γ 1: Πέρυσι πέρασε από πάνω μας η κοσμοπλημμύρα και «κραιπάλη» των 30 εκατομμυρίων και αναμένεται μια επόμενη. Παρ' όλα αυτά, κάπου θα βρεθεί ένα μοναχικό πεύκο και για σας, ένα έρμο αρμυρίκι, και όταν γέρνει ο ήλιος και οι παραλίες ησυχάζουν, κάποιος μπορεί  πέρα απ’ τις ομπρέλες και τα άδεια πλαστικά μπουκάλια να ατενίσει τα μεγάλο ήσυχο μπλέ. Για αυτή την ώρα που η Μεγάλη Ζέστη υποχωρεί ζούμε όλη τη μέρα, εμείς «οι ανάξιοι», που αξιωθήκαμε το μακρύ καλοκαίρι του Νότου χωρίς να είμαστε άξιοί του!

                                                                                                                  

    Υ.Γ 2: Αυτοί που προσφάτως, και μετά τις κινητοποιήσεις σε Βενετία και Βαρκελώνη, αρθρογραφούν ενάντια στον μαζικό τουρισμό μπορούν να μεμψιμοιρούν για την ποιότητα του τουριστών και την χαμηλή αγοραστική τους δύναμη αλλά δεν καταλαβαίνουν ή κλείνουν τα μάτια μπρος στην πραγματική φύση του τουριστικού φαινομένου. Μιλούν για «λελογισμένη αξιοποίηση» λες και θα ήταν ανεκτή μια λελογισμένη εκποίηση του… πατρικού σου σπιτιού. Μιλούν για «ποιοτικό τουρισμό» και εννοούν να πουλάς ακριβά το κορμί σου. Μιλούν για «ανεξέλεγκτη αύξηση» λες και θα ήταν δυνατή μια χαμηλής έντασης και μετρημένη εισβολή. Μιλούν για «δυσμενείς επιπτώσεις» λες και θα μπορούσες να παίξεις ένα παιχνίδι διατηρώντας τις αμφιβολίες σου. Εμείς όμως, που ζώντας για δεκαετίες μέσα στον τουρισμό τον γνωρίζουμε όσο λίγοι και είδαμε την άνοδο και την πτώση του Τουριστικού Μύθου, μπορούμε να γράφουμε ό,τι θέμε! Δηλαδή αυτά που ζήσαμε! Άλλωστε δεν πληρωνόμαστε για αυτά που γράφουμε!

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Η Τάφρος


Πάλλεται και τρέμει ο ποιητής τις νύχτες πιο πολύ κι απ’ τη φλόγα του κεριού όταν σκέφτεται την εποχή του. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να παραπονεθεί για την παρακμή της αφού όλα παρακμάζουν. Ξέρει πως μόνο να λυπάται μένει που έτυχε σ’ αυτόν να ζήσει σε τέτοιους μικρόψυχους καιρούς.
Δεν θα αγωνισθεί στον Μαραθώνα, δεν θα πάρει μέρος στην αέρινη επέλαση, δεν θα σταθεί πάνω στα καταστρώματα την ώρα που σηκώνεται η αύρα απ’ τη Σαλαμίνα, ούτε θα αντιμετωπίσει τους Πρώσσους στο Βαλμύ. Και ζηλεύει τον Αισχύλο όχι τόσο για τη δόξα του την ποιητική αλλά γιατί δεν έζησε το παρατεταμένο τέλος αλλά την ακαριαία αρχή. Όσο και να υπολογίζει με το χαρτί και το μολύβι, δεν θα ‘ναι αυτός που θα δοξάσει την αυγή μίας μεγάλης εποχής. Γιατί ξέρει πως 50 χρόνια αφανούς προετοιμασίας χρειάζονται για τέτοια νίκη.

Συνέβαινε κάποτε, ένας στρατός που έκανε επίθεση να πέφτει μες τις τάφρους που είχε σκάψει με επιμέλεια ο αμυνόμενος. Άνθρωποι και άλογα και όπλα έπεφταν σ’ αυτά τα φριχτά χάσματα ώσπου οι επερχόμενοι να περάσουν πατώντας στις πλάτες των σκοτωμένων.
Θα ζήσουμε αρκετά ώστε να περάσουμε πάνω από τα σκάμματα που γέμισαν οι προπορευόμενοι? Θα ‘μαστε εμείς οι τυχεροί που θα διασταυρώσουμε τα σπαθιά με την ανακτορική φρουρά?
 Κι αν ναι… ας είμαστε ανάμεσα και στους 700 εκείνους Θεσπιείς!

Επίσης, κάποτε πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα: υπάρχει μια κραταιά αυτοκρατορική φρουρά ή πρόκειται μόνο για τις δικές μας σκιές?

                                                                                                                           Β.Η

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Israel boom boom!



Israel boom boom! Kill kill, Israel kill kill! Israel boom boom, Israel kill kill! Adolf Hitla was a good teacher, taught the Jews how to kill! Adolf Hitla taught some good lesson to the Jews! Israel boom to kill, boom to kill!

Shoot shoot at the one who runs in the open! Aim and shoot! Paff! that’s it! Shoot the Philistine who runs in the gutter, pull the dead dog’s body at the side of the road. Shoot shoot! Survival is the only life that there is!

What goes up will go down! What goes up…! Then, they will be slaughtered from ear to ear for all  they have done to this beautuful people and no one will say a word! They will be drowned in their own blood and that time the humanity will not say a word!

In the meantime, they get rotten in their beds!


                                                                                                                  Β.Η

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Το Βάρος του Εαυτού


  Υπάρχει ένας βαθύτερος εαυτός ο οποίος μιλά σπάνια και όταν μιλά, μιλά από την εξορία. Αποστρέφουμε το βλέμμα και κάνουμε ότι δεν ακούσαμε την χαμηλή φωνή. Αν και τόσο μακρινή ακούγεται ολοκάθαρα, σαν ψίθυρος - καμιά φορά εντός μιας ξαφνική σιωπής, καμιά φορά μέσα στη νύχτα. Σαν κάτι ξένο· αλλά τρομακτικά οικείο.

    Προσποιούμαστε ότι νοιώθουμε καλά μέσα στη βουή του κόσμου και αγαπάμε τον πολτό μέσα στον οποίο χανόμαστε. Είναι καθησυχαστικό.
    Και υπάρχει πολύ μίσος σ’ αυτή την αγάπη…

    Νοιώθουμε ησυχασμένοι μες την αδράνεια της μάζας και την αποπροσωποποίηση.
    Θα μπορούσε να είναι μια ακόμα σημασία της λέξης «αυταπάρνηση».

    Υπάρχει όμως κάτι εξαιρετικά ακανθώδες σ’ αυτή την στάση και λέγεται προσωπική δύναμη και προσωπική ευθύνη.
    Γιατί ερχόμαστε μπροστά σε κάτι, αμφιλεγόμενο πιά, που λέγεται προσωπικό θάρρος. Αποσιωπημένο στις μέρες μας· σχεδόν ταμπού.
    Αλλά είναι πολύ επικίνδυνο να μην ασκήσεις την προσωπική σου δύναμη γιατί θα σε εκδικηθεί­­- σκοτώνοντάς σε!
­
    Και η αίσθηση της προσωπικής ευθύνης?  Να κάτι που δεν κάμπτεται αλλά για λίγο μόνο σκύβει το κεφάλι!

    Όλα αυτά είναι πολύ ενοχλητικά. Ζητώ συγνώμη λοιπόν αν ηχώ μελοδραματικός αλλά νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που ο θάνατος έχει γίνει τόσο τρομακτικός στις μέρες μας. Γιατί είναι αυτός που μας σέρνει βίαια μπρος σ’ αυτό το πρόσωπο κι αυτή τη φωνή.
    Δεν είναι ο ευλογημένος θάνατος αλλά αυτός που χάσκει σαν καταπακτή μέσα σε υπαρξιακή έρημο. Ούτε καν την ύστατη στιγμή, έχοντας καταστεί αλλόγλωσσοι, κατανοούμε την εσώτερη φωνή.
   
    Ό,τι όμως ισχύει για έναν άνθρωπο ισχύει και για ένα λαό. Και τα περίφημα προβλήματά μας μέχρι στιγμής, μοιάζουν σαν αιώρηση πάνω από ένα κενό, περιδίνηση γύρω από ένα μηδέν.


                                                                                      Β.Η
                


  


Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ευσεβείς Βάνδαλοι


Δεν θα κάψουμε τις σημαίες σας επειδή μισούμε το χώμα. Χώμα που μας γέννησε. Δεν θα μπούμε στις εκκλησίες σας με λασπωμένα άρβυλα επειδή είμαστε φονιάδες. Εμείς είμαστε αυτοί που με ματωμένα κουρέλια σκεπάζουν την καρδιά τους. Κι οι μόνοι που δέχονται να κλίνουν το γόνυ μπρος στην απειροελάχιστη ουσία του κόσμου.
…Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, και θα ήταν αρκετό! Θα προσπαθήσω όμως να εξηγήσω τον λόγο που θα ποδοπατηθούν τα σύμβολά σας.

Υπάρχει εκείνη η παραβολή της καμήλου που περνά μέσα απ’ το μάτι της βελόνας. Που είναι φυσικά η τριχιά από κάμηλο και όχι κάποια κάμηλος με καμπούρες. Και βέβαια αυτή η κάμηλος είμαστε εμείς- όλοι εμείς. Και πώς θα γίνει να περάσουμε μέσα από το στενό πέρασμα παρ’ όλη τη χοντροκοπιά μας ή τις καμπούρες μας, αν θέλετε, που είναι τα «αμαρτήματά» μας, οι αστοχίες μας? Πώς αλλοιώς παρά μόνο αν η κάμηλος γίνει λεπτή σαν βλέμμα- από δω η είσοδος κι από εκεί κιόλας η έξοδος. Και πρέπει η ζωή η ίδια να αποκτήσει την αστραφτερή λεπτότητα του βλέμματος.

Ορίστε λοιπόν, είμαστε ήδη στα χωράφια της ποίησης, που είναι μιά επαγγελία ευτυχίας, δηλαδή η επαγγελία μιάς ζωής ικανής για τέτοιο πέρασμα. Η επαγγελία «ενός κόσμου που παίρνει τη μορφή του».

Και πώς προσεγγίζουμε μια Γη της Επαγγελίας? Πώς αλλοιώς παρά με μια πράξη που είναι μια μετάφραση. Μια σχεδία- ή μια κιβωτός μεταφορών αν θέλετε- σε έναν κόσμο κατακλυσμού. Και σε έναν κόσμο Κατακλυσμού που έχασε την πίστη του- δηλαδή έπαψε να είναι θρησκευτικά πιστευτός – προσεγγίζουμε εμείς το ιερό μέσω της βεβήλωσης. Προσέξτε: όχι προσπαθώντας να ξαναστήσουμε στα πόδια της μια πίστη που τρεκλίζει αλλά μέσω της βεβήλωσης προσεγγίζουμε το ιερό.

Και αντηχεί μέσα σ’ αυτήν ένα ποιητικό «πιστεύω». Χρειάζεται θάρρος για κάτι τέτοιο.

Δεν είμαστε κάποιοι ανίεροι, κάποιοι ασεβείς. Αντίθετα είμαστε βαθιά θρησκευόμενοι- ίσως και πιο βαθιά από εσάς- μέσα στη πρώτη κοινωνία χωρίς θεό. Και είμαστε μόνο εμείς που στεκόμαστε ανοιχτά εμπρός σ’ αυτή την έλλειψη. Όμως το γνωρίζουμε διαισθητικά αλλά και έχουμε σκεφτεί διεξοδικά πάνω σ’ αυτό: το ιερό θα είναι μαζί μας ως τη συντέλεια του κόσμου.

Να λοιπόν γιατί μέσω της ποιητικής πράξης, που είναι βέβαια θρησκευτική πράξη, προχωράμε σε τέτοια επαγγελία. Η βεβήλωση ξαναμαγεύει έναν εγκαταλελειμμένο κόσμο.

…εμείς οι νέοι βάνδαλοι… τα πάντα θα βεβηλωθούν!

Κι αν εσείς ή εμείς, δεν έχει σημασία, άνθρωποι είμαστε όλοι μας, έχουμε ανάγκη από μια Εδέμ, που δίχως αυτή δεν μπορούμε να κάνουμε, πώς θα επιστρέψουμε σ’ αυτήν, αφού -θα συμφωνήσετε φαντάζομαι μαζί μου- άπαντες ευρισκόμεθα Ανατολικά της Εδέμ?

Σκεφτείτε παρακαλώ πάνω σ’ αυτό.

                                                                                                                  Β.Η

   (βασισμένο σε κάποιες ιδέες των συντρόφων Michel Deguy, Ζαν Λυκ Νανσύ και Μαλλαρμέ)


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία II

     

                        
                           ΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟΝ

    (…) Είδαμε ποιαί υπήρξαν «αι θηριωδίαι» του ελληνικού στρατού μέχρι των επιχειρήσεων του Σαγγαρίου. Υποθέτω ότι κανείς τιμίως δεν δύναται να ισχυρισθή ότι μπορεί να γίνεται κουβέντα περί βαναυσοτήτων ενός στρατού, ο οποίος ευρισκόμενος και μαχόμενος υφ’ ας εν Μικρά Ασία συνθήκας ευρέθη ο ελληνικός στρατός, ετράφη μόνον και απλώς από τους πόρους του τόπου ή έκαψε δυο χωριά των οποίων οι κάτοικοι του έστησαν ενέδρας, ή έλαβε μερικά στοιχειωδώς ενδεδειγμένα αντίποινα κατά πληθυσμών που παρεβίασαν επανειλημμένως και θηριωδώς τον σκληρόν πολεμικόν νόμον. Ας έλθωμεν τώρα εις τας επιχειρήσεις του Σαγγαρίου και ιδία εις την μετά τας παρά τον ποταμόν αυτόν μάχας, τας σκληροτέρας της ελληνικής ιστορίας, υποχώρησιν του ελληνικού στρατού. Είναι η περίοδος καθ’ ην διεπράχθησαν, κατά τους Τούρκους, από τους Έλληνας αι φοβερώτεραι θηριωδίαι, υπερακοντισθείσαι μόνον από τας θηριωδίας που διεπράξαμαν κατά την τραγικήν φυγήν προς την θάλασσαν, τον μαύρον Αύγουστον του 1922. Ας δούμε πού και ποία είναι η αλήθεια επάνω εις τας κατηγορίας αυτάς.
    Πρώτον: Κατά την υποχώρησιν εκ του Σαγγαρίου διέπραξεν ο ελληνικός στρατός βιαιότητας και θηριωδιάς? Δια να απαντήσωμεν είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσωμεν τι εννοούμεν με τας λέξεις αυτάς.
   Εάν θηριωδίαι είναι να βασανίση κανείς ανθρώπους, να σκοτώση τραυματίας, να βιαιοπραγήση κατά αιχμαλώτων, να προσβάλη αόπλους πληθυσμούς, να διαρπάση αναιτίως, να βιάση, να ληστεύση, ο ελληνικός στρατός ούτε εις τον Σαγγάριον υποχωρών ούτε μετ’ αυτόν διέπραξεν καμμίαν.
    […] Με όλα όσα τον συκοφάντησαν -με συστηματικότητα δε και μέθοδον τόσον διαβολική ώστε και μεις οι ίδιοι να καταντήση να τα παραδεχθώμεν ως αληθείας- οι Τούρκοι και οι άλλοι «πολιτισμένοι» εχθροί του, ως φερ’ ειπείν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί.
    Αν όμως καλέσωμεν θηριωδίας τους συστηματικούς εμπρησμούς χωρίων και την αποστράγγισιν κάθε πόρου της χώρας από την οποίαν περνούσαμε υποχωρούντες, τας συστηματικάς καταστροφάς που εκάναμε, τότε τοιαύτας θηριωδίας βεβαίως διέπραξεν ο ελληνικός στρατός υποχωρών από τον Σαγγάριον. Με την διαφοράν ότι αν δύναται να κριθή δι αυτάς, πρέπει να κριθή και κατακριθή όχι διότι τας διέπραξε, αλλά διότι δεν τας διέπραξεν όσον έπρεπε ριζικάς.   
    Διότι  πράγματι ο ελληνικός στρατός, στρατός λαού από ιδιοσυγκρασίας ανικάνου προς τας ομαδικάς βιαιότητας που χαρακτήρισαν ιστορικώς άλλους λαούς- ως οι Γερμανοί φερ’ ειπείν, δια να μην αναφέρωμεν τους υποδεεστέρου πολιτισμού επιδρομείς- δεν εστάθη, από έμφυτον αντίδρασιν, ικανός ούτε όταν υπεχώρει από τον Σαγγάριον να ενεργήση τας καταστροφάς που επέβαλλε δι’ αυτόν αμείλικτος στρατιωτική ανάγκη, ώστε να εξασφαλισθή ο δι’ αυτών επιδιωκόμενος σκοπός. Ήτοι: η παρεμβολή μεταξύ αυτού και του εχθρού κ ε ν ο ύ, επιτρέποντος εις τον ελληνικόν στρατόν ν’ αντιμετωπίση μιαν ήσυχον περίοδον χειμώνος.
    Είχε δ’ ανάγκην απόλυτον  αυτής της περιόδου ησυχίας. Παρασχών εις τον Σαγγάριον μιαν προσπάθειαν απεγνωσμένην δεν επέτυχεν, χάρις εις την αθλίαν ανωτέραν διοίκησίν του, να άρη την αποφασιστικήν νίκην που θα έκρινε τον πόλεμον. Ευρέθη λοιπόν εις την ανάγκην να υποχωρήση, καθημαγμένος, εξασθενημένος από το πλήθος των απωλειών του- είκοσι πέντε χιλιάδας άνδρας μας εκόστισεν εις νεκρούς, τραυματίας, ασθενείς το μαρτυρικόν εικοσαήμερον του Σαγγαρίου- και από την φοβεράν κατανάλωσιν των παντοειδών υλικών που εχρειάσθη να κάνη, ευρίσκετο υποχρεωμένος να υποχωρήση εις την παλαιάν γραμμήν αντιμετωπίζων την ανάγκην να παραμείνει εκεί επί μακρόν έως ότου η πολιτική θα εύρισκε τον καιρόν να δώση μίαν λύσιν εις το ζήτημα που τα όπλα είχαν πλέον αποδειχθεί ανίσχυρα να λύσουν, τουλάχιστον άνευ νέας τινός φοβεράς και υστάτης προσπαθείας, δια την επιτέλεσιν της οποίας όμως, και αν αύτη απεφασίζετο, έπρεπε πάλιν να δοθή εις την χώραν ο αναγκαίος δια την προπαρασκευήν μακρός χρόνος, τον οποίον μόνο η ικανότης του εν Μικρά Ασία στρατού να «κρατήση» θα ηδύνατο να εξασφαλίση.
    Δι’ όλους αυτούς τους λόγους, ο υποχωρών στρατός έπρεπε, εις την παλαιάν του γραμμήν επιστρέφων, να δυνηθή να μείνη εκεί, επί μήνας, ασφαλής από κάθε ανάγκην που θα του επέβαλε νέας αποφασιστικάς μάχας. Αφ’ ετέρου επεβάλλετο η σκέψις ότι οι Τούρκοι παρ’ όλην την φοβεράν φθοράν που είχαν και αυτοί υποστεί, ήτο εύλογον και φυσικόν να αποπειραθούν να επωφεληθούν αυτής της περιόδου καθ’ ην ο ελληνικός στρατός είχε μειωμένην ισχύν αντιστάσεως δια ν’ αποπειραθούν εναντίον του μίαν αποφασιστικήν προσπάθειαν η οποία εις αυτούς ήτο ευκολωτέρα, δεδομένου ότι, αν μη τί άλλο, τουλάχιστον η σπάνις εμψύχου υλικού δια τον Κεμάλ στρατολογούντα, όπως και όσον ήθελεν, ήτο παράγων ανύπαρκτος ή περίπου τοιούτος. Την αριθμητικήν δύναμιν του στρατού του δεν περιόριζαν αι απώλειαι- αυτάς τας ανεπλήρου με το παραπάνω η αέναος στρατολογία- αλλά μόνον ο διαθέσιμος αριθμός όπλων και εφοδίων, που χριστιανικώτατοι λαοί- οι Γάλλοι και οι Ιταλοί- έσπευδον να του προμηθεύουν αφθόνως και το σοβιετικόν χρήμα τού εξησφάλιζε τα μέσα ν’ αγοράζη.
                                       
                                            *****
    Υπό τας συνθήκας αυτάς το ενδεχόμενον μιας αποφασιστικής τουρκικής επιθέσεως επεβάλλετο να αντιμετωπισθή σοβαρώτατα μετά τον Σαγγάριον και να γίνει το παν δια ν’ αποφευχθή ένας τέτοιος κίνδυνος επί όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον. Αυτό δεν ήτο δυνατόν να επιτευχθή παρά μόνον εάν μεταξύ του Σαγγαρίου και της παλαιάς μας γραμμής, εις την οποίαν θα επεστρέφαμεν, εδημιουργείτο έρημος.
    Αι πολεμικαί ανάγκαι είναι σκληρώταται, αλλά άτεγκτοι. Ο περισσότερος ή λιγώτερος πολιτισμός ενός λαού δεν δύναται να ρυθμίση την ουσίαν τους και αν επεμβαίνει κάπως τούτο συμβαίνει μόνον δια να κάμη τόσο αποφασιστικωτέρας, συστηματικωτέρας, ριζικωτέρας τας μεθόδους που χρησιμοποιεί ένας στρατός, όσον είναι ο στρατός αυτός περισσότερον πολιτισμένος.
    Την απόδειξιν δίδει το γερμανικόν παράδειγμα κατά τον μεγάλον πόλεμον, ότε οι Γερμανοί υποχωρούντες εις την γραμμήν Χίντερμπουργκ, άφησαν πίσω τους την ερήμωσιν, καταστρέψαντες φρέατα, αποκομίσαντες παν ό,τι απεκομίζετο, από μηχανημάτων μέχρι γυναικοπαίδων, κόψαντες ακόμα και τα οπωροφόρα δένδρα σύρριζα.

                                                 ****
    Σύμφωνα με τας αιωνίας πολεμικάς αρχάς η στρατιά Μικράς Ασίας ευ και καλώς πράτουσσα διέταξε τα τμήματα υποχωρήσεως ν’ αποκομίσουν παν είδος τροφής και νομής που θα ηδύναντο, εκ της χώρας ην θα διέσχιζον και να προβούν εις όλας τας αναγκαίας καταστροφάς συγκοινωνιών. Τα τμήματα υπόχρεα να εκτελέσουν την διαταγήν- εν τάχει- υποχωρούντα και μαχόμενα, την ανέθεσαν ως ήτο φυσικόν εις αποσπάσματα, τα οποία βεβαίως δεν ενήργησαν συστηματικώς. Κατά την περίοδον αυτήν βεβαίως και χωριά ενεπρήσθησαν και αγέλαι απεκομίσθησαν και νομή αφηρέθη -καείσα οσάκις ήτο αδύνατον να μεταφερθή -και γέφυραι ανετινάχθησαν και σιδηροδρομική γραμμή κατεστράφη και άνθρωποι εφονεύθησαν. Όμως αι βιαιότητες που, κατ’ απόλυτον ανάγκην, διέπραξε ο ελληνικός στρατός υποχωρών δεν δύνανται, ούτε από μακριά, να θεωρηθούν τόσον αυστηραί όσο αι γενόμεναι από τους στρατούς των μάλλον πολιτισμένων λαών του κόσμου κατά τον μέγαν πόλεμον.
    Διότι οι Έλληνες δεν επήραν μαζί των υποχωρούντες όλους τους άρρενας Τούρκους της περιοχής που διέσχισαν και φθάσαντες εις την νέαν τους γραμμήν δεν έμασαν όλα τα γυναικόπαιδα της ζώνης που κατείχον ώστε να τα εξακοντίσουν προς τον Κεμάλ, φοβεράν στρατιάν πεινώντων προσφύγων, των οποίων και η ελαχίστη περίθαλψις και φροντίς θα ήτο αρκετή να παρεμποδίση σημαντικώς την συγκέντρωσιν των κεμαλικών φροντίδων προς αύξησιν της στρατιωτικής δυνάμεως του κράτους της Αγκύρας.
    Η σιδηροδρομική γραμμή και άλλα συγκοινωνιακά έργα κατεστράφησαν πλημμελώς ώστε(…)
    Αυταί υπήρξαν αι φοβεραί και τρομεραί δηώσεις που εκάναμεν υποχωρούντες από τον Σαγγάριον.


    Όσον αφορά τας βιαιότητας που εκάμαμεν όσον καιρόν παραμείναμεν εις το τόπον  και μέχρι της καταστροφής, τας αποδεικνύει η αγανάκτησις του ομογενούς στοιχείου: Διότι οι Τούρκοι υπήρξαν συστηματικώς οι ευνοούμενοι της διοικήσεως και η σπατάλη των φαρμάκων και κινίνου της υγειονομικής υπηρεσίας εξασφάλιζεν την ιατρικήν και φαρμακευτικήν περίθαλψιν των κατοίκων. Είναι αληθές ότι εχρειάζετο αγών και …πιέσεις δια να πεισθούν οι σαπίζοντες από την ελονοσίαν να καταφύγουν αντί των εξορκισμών του χότζα εις την κατάποσιν κινίνης.
    Τα ξόρκια του χότζα δεν ήσαν πικρά και όταν πέρναγα, αιχμάλωτος, από κάποιο χωριό που είχα μείνει ως «κομμαντάρης» γηραιοί αγάδες εζήτησαν με συγκινητικήν επιμονήν να τους παραδοθώ δια να με σφάξουν επειδή επί μήνας τους εφαρμάκωνα υποχρεών αυτούς και τα παιδιά τους να παίρνουν κάθε μέρα μια κουταλιά διαλυμένου κινίνου. Είναι αληθές ότι η ελονοσία είχε χτυπηθεί· και τα παιδιά τους είχαν παύσει να είναι τα κατακίτρινα μπακανιάρικα ψοφιμάκια που είχα βρει όταν είχα εγκατασταθεί εκεί· αλλά αυτό δια τους… αγαθούς αγάδες ήτο ασήμαντον· μια φορά τους είχα «φαρμακώσει» δίνοντάς τους επίτηδες «ιλκίτσι»-φάρμακον- πικρόν δια να τους βασανίζω, ο δε «Χακίμ» ο γιατρός που είχα και επισκέπτετο, κατά διαταγήν μου, τους πάσχοντες ήταν «τσοκ φενά», πολύ κακός, διότι… τους υπεχρέωνε να μη κοιμούνται μαζί με τα ζώα των.
                                         
                                               ****
    Αυταί υπήρξαν αι «βιαιότητές» μας εις την Μικράν Ασίαν, τουλάχιστον έως την καταστροφήν. Η μόνη κατηγορία που μας απέδωκεν ο τούρκικος όχλος και όταν ακόμα εμαίνετο εναντίον μας από την τυφλοτέραν λύσσαν, δεν ήτο ότι εκάψαμεν ή ελεηλετήσαμεν, αλλά ότι εφάγαμε κότες και αυγά.
    Βέβαια κατά την διάρκειαν της υποχωρήσεως προς Σμύρνην έγιναν και εμπρησμοί και δηώσεις και φόνοι. Αλλά οι πρόθυμοι να κατηγορήσουν δι’ αυτά τον ελληνικόν στρατόν θα έπρεπε να μη λησμονούν τας συνθήκας υπό τας οποίας, μέσα εις τον σπαρακτικόν δρόμον που υπήρξε η καταστροφή εκείνη, έγιναν αι θλιβεραί αυταί βιαιότητες και υπερβολαί. Προ πάντων δεν οφείλουν να ξεχνούν, οι πρόθυμοι και εύκολοι, εκ των υστέρων κατήγοροι, ότι αιτία των τοιούτων υπερβασιών υπήρξεν ο σοβαρός φανατισμός των Τούρκων χωρικών, δια τους οποίους ο υποχωρών ελληνικός στρατός είχεν αποβεί είδος ανθρωποκυνηγίου. Εις ένα πόλεμον, εις στρατιωτικάς επιχειρήσεις, ο χωρικός που θέλει να μη ενοχληθεί, οφείλει ν’ αποφύγη από του να ενοχλήση.
    Οι Τούρκοι χωρικοί δεν ηρκέσθησαν μόνον να ενοχλήσουν, κάμνοντες το παν δια να δυσκολέψουν την υποχώρησιν και την διαρροήν ενός στρατού αισθανομένου ότι χάνεται αν δεν διαρρεύσει, αλλά και έκαμαν κάτι φοβερώτερον: Μετεβλήθησαν εις συμμορίας τσακαλιών εναντίον του στρατού αυτού, ο οποίος μερικάς ημέρας πριν, κατακτητής και κυρίαρχος, τους εμοίραζε φάρμακα! Καθ’ ομάδας οι χωρικοί, ένοπλοι όλοι, έβαζαν εις το σημάδι τα υποχωρούντα τμήματα, τα οποία περίμεναν ενεδρεύοντες πότε πίσω από τα κατάκλειστα παράθυρα των σπιτιών του χωριού, δια των οποίων φεύγοντες περνούσαμεν και από τα οποία είχαν απομακρύνει εις τις γύρω λαγκαδιές τα γυναικόπαιδα, πότε εις κάποια στενωπό.
    Αλλοίμονον εις τα μικρά τμήματα που υπεχώρουν αποκοπέντα, και τρισαλλοίμονον εις τους απομονωμένους φυγάδας ή εις τους τραυματίας που έπεφταν εις τα χέρια των «αγαθών» και «φιλήσυχων» Τούρκων χωρικών.
    Κατά κανόνα μελιστάλακτοι και ήσυχοι οι Τούρκοι χωρικοί όταν από τα χωριά των επέρναγαν υποχωρούντες οι όγκοι των φαλάγγων, εγίνοντο ανήμερα θηρία όταν ήρχετο η σειρά των τελευταίων στοιχείων, μικρών πακέτων στρατιωτών, βραδυπορούντων διότι εσύροντο από την κούρασιν, αδυνατούντες- από τας μακράς πορείας και μάχας, τας στερήσεις και την αϋπνίαν, την κόπωσιν και ιδία την ψυχικήν συντριβήν- να πάρουν τα πόδια των.
    Υπό τας συνθήκας αυτάς, τιμίως πώς θα ήτο δυνατόν να κατηγορηθεί ο ελληνικός στρατός, διότι παθών αυτά που είπαμε κατά τας πρώτας ημέρας της υποχωρήσεώς του από τους ησύχους Τούρκους χωρικούς, ηναγκάσθη να λάβη μέτρα δια την σωτηρίαν του? Και ποια άλλα ηδύναντο να είναι υπό εκείνας τας συνθήκας, τα μέτρα της σωτηρίας του δια να σωθεί από τον θανάσιμον κλοιόν που τον περιέσφιγγεν ο μαρτυρικός στρατός μας? Ποια άλλα από άγρια και ανηλεή αντίποινα? Πώς ηδύνατο να κάμει άλλον από του να πυρπολή χωριά από τα οποία εβάλλετο και να τουφεκίζει σαν σκύλους χωρικούς που θα συνελάμβανεν φέροντες αγχέμαχον ή εκηβόλον οπλισμόν, αδιάφορον, […] «αγαθοί» Τούρκοι με πασσάλους και με κλαδευτήρια και με αξίνας[…] Είναι δυνατόν να κατηγορούνται δια βιαιότητας και δηώσεις οι βραδυπορούντες[…]?
    Και πώς είναι δυνατόν να ρίπτωνται εις βάρος ενός στρατού και ενός λαού όχι αι συστηματικαί αγριότητες του ιδίου ή των χωρικών του- ως συνέβη με τους Τούρκους- όχι η κακή συμπεριφορά κατά αμάχων και αιχμαλώτων εκ μέρους των νικητών, αλλά αι παρεκτροπαί, τα εγκλήματα έστω των ολίγων καθαρμάτων που ηδυνήθησαν μέσα εις την διάλυσιν της φυγής και εις την αναπόφευκτον, ως εκ τούτου, διάσπασιν κάθε δεσμού πειθαρχίας και κάθε φόβου ποινής, να αφήσουν ελευθέραν διέξοδον εις τα κακά ένστικτά των?
    Με την καθολικήν στρατολογίαν στρατεύονται και οι κακοποιοί και οι λωποδύται που θα ευρεθούν κατά την επιστράτευσιν έξω από τας φυλακάς. Δεν νομίζομεν δε ότι μπορεί κανείς να ισχυρισθή, πως υπάρχει λαός μη έχων και μέλη σάπια και συνεπώς στρατός μη έχων και καθάρματα. Είχε λοιπόν φυσικά όπως όλοι οι, εν επιστρατεύσει στρατοί, και ο ελληνικός τα καθάρματά του. Είχε και ο ελληνικός στρατός τους μαγκούφηδές του, οι οποίοι, φυσικόν ήτο, επωφεληθέντες της διαλύσεως των πάντων να επιδοθούν και εις λεηλασίας και να διαπράξουν βιαιότητες και φόνους. Αλλά αι βιαιότητες και οι δηώσεις υπήρξαν, πρώτον ελάχισται και δεύτερον δεν δύνανται να ευθύνουν, εν τω συνόλω του, τον ελληνικός λαόν, εικών του οποίου, όπως εις κάθε λαόν, είναι ο στρατός του. Τον ελληνικόν στρατόν και άρα τον ελληνικόν λαόν τον ευθύνουν, ενώπιον του πολιτισμού, ό,τι ως στρατός οργανωμένος έκαμε. Ως τοιούτος έκαυσεν? Επυρπόλησεν? Εδήωσεν? Είπαμεν: Δεν εδήωσεν. Απέσυρε τους πόρους της χώρας υποχωρών δια να τραφή και δια να στερήση τον αντίπαλον των μέσων της συντηρήσεώς του. Έκαμε καταστροφάς δια να δημιουργήση μεταξύ αυτού και του εχθρού το απαραίτητον κενόν. Κατά την καταστροφήν έκαυσεν αλλά δια να ασφαλισθή και ετυφέκισεν αλλά δια να τιμωρήση. Όταν όμως ήτο νικητής και κυρίαρχος ούτε τους άμαχους πληθυσμούς του εχθρού απήγαγε δια να κατασκευάζουν δρόμους εις την παλαιάν Ελλάδα, ούτε τας πόλεις του εχθρού επυρπόλησεν, ούτε τα γυναικόπαιδά του εξαπέστειλεν εις την Α[…], ούτε τας παρθένους του εκράτησεν εις τα […] των νικητών, ούτε τους αιχμαλώτους κατέσφαξεν, ούτε τον ανθρωπισμόν αόπλων μαχητών τους οποίους συνέλαβεν εξηυτέλισεν.
    Οι Τούρκοι απήγαγον τους άρρενας κατοίκους ως ομήρους εις το εσωτερικόν, εγέμισαν τας χαράδρας με πτώματα σφαγέντων, έσφαξαν και εξηυτέλισαν αξιωματικούς αιχμαλώτους ενώ οι ίδιοι διάμεναν εδώ ως πρίγκηπες εις το Α[…], έκαψαν την Σμύρνην ενώ η Προύσσα […] τους μιναρέδες της.

    Αυτή είναι, εν άκρα συντομία, η ιστορία των βιαιοπραγιών και των κακουργημάτων των παιδιών του ελληνικού στρατού εις την Μικρά Ασίαν. Οι κατήγοροι θα κάμουν καλά […] αλήθειαν, να μετρούν[…] φαίνωνται συγκαταβατικοί[…]

                                               ****

Σημ: Μιλάει ο Πολύμερος Μοσχοβίτης, νεαρός αξιωματικός στη Μικρά Ασία. Ας τον ακούσουμε με προσοχή, είναι ο παππούς μας. Από την εξιστόρησή του δείχνει άνθρωπος μετριοπαθής. Εμείς, αν και δεν είδαμε τη ζωή να χύνεται και να σκορπιέται όπως γίνεται στον πόλεμο, ας είμαστε μετρημένοι και ταπεινοί στην κρίση μας.
                Β.Η

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία


    


    Οπωσδήποτε επί τέλους, τα χαράματα της 19ης προς την 20η  Αυγούστου 1922 εξεκολλήσαμε. Περάσαμε από το Παρσάκ έξω από το Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο), του οποίου ο σταθμός και η γύρω συνοικία εφλέγοντο.
    Η καταστροφή του σταθμού και η ανατίναξις των εργοστασίων εγκαταστάσεως των μηχανημάτων είχεν αρχίσει από της 1 και 30’ το πρωί και διήρκησεν έως τας 5. Δεν έμεινε τίποτα. Μερικά σπίτια τριγύρω, όπως ήταν φυσικόν, επήραν φωτιά από τα γειτονικά κτίρια τα οποία είχον εμπρησθεί και φυσικά η φωτιά μετεδόθη τόσω μάλλον καθ’ όσον αρκετά υλικά εχρειάσθη να καταστραφούν δια του πυρός δια να μην απομείνουν εις τα χέρια του εχθρού.
    Μετά την αποχώρησιν και του τελευταίου μας τμήματος οι Τούρκοι της πόλεως έβαλαν φωτιά εις τα περί τον σταθμόν άλλα σπίτια – Χριστιανοί, Έλληνες και Αρμένιοι εκάθηντο ως επί το πλείστον εκεί- και έτσι η συνοικία ολόκληρος ηρειπώθη. Ήτο άλλωστε η μόνη συνοικία του Εσκή Σεχήρ που εκάη. Έχω αντίληψιν προσωπικήν του πράγματος διότι από Εσκή Σεχήρ ηθέλησεν η μοίρα να ξαναπεράσω, μετά δύο μήνες, αιχμάλωτος. Επομένως είδα τις καταστροφές που είχαν γίνει, τις είδα και βεβαιώ με τον πιο ρητόν τρόπο πως εκ της πόλεως αυτής μόνον η περί τον σταθμόν συνοικία εκάη, εμπρησθείσα δια λόγους στρατιωτικούς, επιτακτικούς και απολύτως αναντίρρητους- λόγους υψίστου ασφαλείας των υποχωρούντων στρατευμάτων. Κανείς στρατός του κόσμου δεν θα ενεργούσε άλλως. Και οι Τούρκοι θα έπραττον το ίδιο και μάλιστα τόσον καλά όσον οιοσδήποτε.
    Ειδικώς, λοιπόν, δια το Εσκή Σεχήρ, επαναλαμβάνω ότι είδα μόνος μου, με τα μάτια μου, τις καταστροφές που έκαμεν, όπως ήτο αναγκασμένος, ο ελληνικός στρατός φεύγων.
    Εκεί, εις το Εσκή Σεχήρ άλλως τε οι Τούρκοι, όχι μόνον με την ανοχή αλλά και την προτροπήν των αρχών και της συνοδείας μας, επετέθησαν εναντίον της φάλαγγος των αιχμαλώτων, κατέσφαξαν στρατιώτας, ητίμασαν τα άσπρα μαλλιά του στρατηγού Κλαδά, εφόνευσαν, συντρίβωντας τα κεφάλια τους, υπερσαράντα αξιωματικούς αιχμαλώτους, εμαχαίρωσαν με στιλέτο εις την ωμοπλάτη (πώς εγλύτωσεν από το φοβερόν εκείνο τραύμα?) τον λοχαγόν Αργυρίου, τον έφεδρον ανθυπίατρον Φουστάνον από την Σύρον, τον υπολοχαγόν, τότε, του πυροβολικού Παναγόπουλον Δ. και με μιαν ξιφολόγχην Λέμπελ (λιμαρισμένην εις την ράχην ώστε να αποβεί πριόνι από τη μία μεριά, ούσα ξυράφι από την άλλη) κάτω από τον υπεζωκότα, τον υποφαινόμενον – χωρίς να λογαριάσω τον Κοσμόπουλο, τον Ασημάκη, τον λοχία Νάλτσα από την Θεσσαλονίκη και τόσους άλλους. Αλλά δια όλα αυτά «απαγορεύεται η κουβέντα». Η υπερευέξαπτος τουρκική φιλοτιμία δεν το επιτρέπει και η ελληνοτουρκική …φιλία- μημουαπτική σαν να ήτο από φαρφουρί, θα εκινδύνευεν αν ελέγετο η αλήθεια ολόκληρη. Όθεν ας την βάλωμεν αυτήν την κακομοίρα την αλήθεια πάλι εις το ντουλάπι(…) Προς το παρόν όμως εδώ νομίζω ότι μπορώ και οφείλω, μιας που η συζήτησις έφθασε στην υπόθεση του εμπρησμού του Εσκή Σεχήρ, να μιλήσω, παρεμπιπτόντως, γενικώτερον για το ζήτημα των κατηγοριών αυτού του είδους που απέδωσαν οι Τούρκοι εις τον ελληνικόν στρατόν.

                       ΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΙ ΠΕΡΙ ΕΜΠΡΗΣΜΩΝ ΚΑΙ ΒΙΑΙΟΤΗΤΩΝ
    Πράγματι, είναι ανάγκη να ίδωμεν τι είναι αλήθεια απ’ ό,τι μας έψαλλαν και μας έσυραν. Οι Τούρκοι ειργάσθησαν με τέτοια μεθοδικότητα εις την δυσφήμισην αυτού του είδους που έκριναν απαραίτητον να κάνουν εναντίον του ελληνικού στρατού ώστε κατήντησε να γίνει περίπου δόγμα και αλήθεια ότι οι Έλληνες εις την Μικράν Ασίαν υπήρξαμε θηρία και εκάμαμεν σημεία και τέρατα -περίπου δεν εφύτρωσε χορτάρι από όπου επεράσαμεν- εκάψαμε χωριά και πολιτείες, εληστέψαμεν αγαθούς πολίτας, εβιάσαμεν παρθένους, εκρεουργήσαμεν αθώα παιδιά και αδυνάμους γέρους, εληστεύσαμεν, εκάναμε τέλος πάντων ό,τι ορδαί του Αττίλα θα έκαμναν. Όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά πράγματα τα έκαμεν ο ελληνικός στρατός παντού από όπου επέρασεν και καθ’ όλην την διάρκειαν της εν Μικρά Ασία παραμονής του, ιδίως όμως διέπραξεν ακατανόμαστα αίσχη και όργια προ πάντων υποχωρών. Αυτή είναι η τουρκική εκδοχή δια την συμπεριφοράν του ελληνικού στρατού εις την Μικράν Ασίαν. Και την εκδοχήν αυτήν οι Τούρκοι ειργάσθησαν με διαβολικήν ικανότητα και επιμονήν να διαδώσουν και να καταστήσουν πιστευτήν γενικώς. Και επέτυχαν. Επέτυχαν διότι απ’ εδώ δεν έγινε καμμία αντίδρασις. Διότι η φυλή μας το έχει να είναι όσον δεν γίνεται περισσότερον επιπολαία εις τέτοιου είδους υποθέσεις. Διότι κανείς από τους αρμοδίους, ούτε κράτος, ούτε υπηρεσία, ούτε προπαγάνδα του υπουργείου των Εξωτερικών, ούτε τύπος δεν εσκέφθη και δεν διακήρυξεν πως δια τους Τούρκους ήτο υπόθεσις ηθικής ζωής και ηθικού θανάτου έναντι της Ιστορίας και του πολιτισμού να εύρουν μίαν οποιανδήποτε κακήν έστω δικαιολογίαν δι’ όσα έκαμαν.
    Χωρίς τον θρύλον των ανήκουστων βιαιοπραγιών του ελληνικού στρατού πώς θα δικαιολογείτο η έξαψις του τουρκικού όχλου? Και χωρίς αυτήν την έξαψιν πώς θα εξηγείτο ο εμπρησμός της Σμύρνης, το μακελειό του Χρυσοστόμου, αι φοβεραί «λευκαί σφαγαί» και οι ομαδικοί εξανδραποδισμοί των ομήρων, που απήχθησαν και επέστρεψαν- όσοι επέστρεψαν- μαρτυρήσαντες εκείθεν? Πώς θα εδικαιολογούντο τα φοβερά, τα απάνθρωπα βασανιστήρια των αιχμαλώτων από τους οποίους άφησαν τα κόκκαλά των μόνον εις το σφαγείον- διότι σφαγείον μάλλον παρά συνεργείον έργων υπήρξεν- της γέφυρας του Ελβανλάρ? Περί τας δέκα πέντε χιλιάδας!
                                       …………………
    Δια να δικαιολογηθούν όλαι αυταί αι φρικαλεότητες ένας τρόπος υπήρχε. Να παρουσιασθούν τα επίσημα, τα οργανωμένα (με την ανοχήν αν όχι και με την υποκίνησιν) και με τη συνέργειαν των αρχών διαπραχθέντα εγκλήματα, ως αναπόφευκτον αποτέλεσμα  της μανίας της ασυγκράτητου του λαού, ενός λαού αγαθού και αθώου, εξεγερθέντος εναντίον κατακτητών βαρβάρων. Ενός λαού εκδικούμενου, σκληρώς βέβαια και με υπερβολάς, αλλά τοιαύτας που καθιστούν συγγνωστάς αι διαπραχθείσαι από τον ηττημένον σήμερον και αιχμάλωτον, αλλά σκληρότατον, ανεξιλέωτον, αιμοχαρή κατακτητήν της χθες. Άλλως τα τουρκικά, κατά των Ελλήνων πολιτικών ομήρων και στρατιωτών αιχμαλώτων, εγκλήματα και πράξεις, ως ο εμπρησμός της Σμύρνης, θα έμεναν απολύτως αδικαιολόγητα, στίγματα αναμφισβήτητα όσον και ανεξίτηλα εις την Ιστορίαν του λαού που τα διέπραξεν.
    Ιδού διατί πονηρότατοι όπως είναι οι Τούρκοι από την πρώτην στιγμήν προσέφυγαν εις αυτήν την μέθοδον και με τόσην διαβολικότηταν ειργάσθησαν ακαμάτως να διαδώσουν πρώτον και να κάμουν είτα πιστευτόν τον άτιμο θρύλον. Και επέτυχαν. Επέτυχαν τόσον ώστε και ημείς οι ίδιοι να καταντήσουμε να πιστεύσωμεν και να παραδεχθώμεν αυτόν τον θρύλον. Μού συνέβη ν’ ακούσω με τα ίδια μου τ’ αυτιά πρόσωπον επίσημο να λέγη:
   -Δεν αρνούμαι ότι οι Τούρκοι έκαμαν αυτά που μας λές. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι και ημείς εις το Σαγγάριο και κατά την υποχώρησιν εκάναμε τα ίδια.
    Εναντίον αυτών των αντιλήψεων, αισθάνομαι το καθήκον να διαμαρτυρηθώ και να φωνάξω:
   -Δεν είναι αλήθεια!
   Προβλέπω την απορίαν, τας ερωτήσεις που θα επακολουθήσουν.
   -Τι θέλετε να πήτε? Σοβαρώς ισχυρίζεσθε ότι ο ελληνικός στρατός δεν έκαψε χωριά? Οι Έλληνες στρατιώται δεν έκαναν βιαιότητας?
    Βλέπω επίσης εις τα χείλη άλλων να ανθή το χαμόγελο της περιφρονήσεως δια τον τυφλόν μου εθνικισμόν, δια τον καθυστερημένον μου σωβινισμόν, ο οποίος με κάνει, και κακοποιών την αλήθειαν, ν’ αρνούμαι πράγματα αναμφισβήτητα, προσπαθών έτσι να απαλλάξω την φυλήν μου από την ευθύνη βαρβαροτήτων τας οποίας διέπραξεν.
    Ακούω και τους άλλους, τους αμερολήπτους, τάχα απαθείς και υπέρτερους, οι οποίοι βλέπουν τα πράγματα υπεράνω πατρίδων και φυλών, οι οποίοι επιστρατεύουν την μόρφωσίν των και παρατηρούν ότι θεωρούν αναντίρρητον να έχωμεν διαπράξει, Έλληνες και Τούρκοι, ιδίας, απολύτως συγκρίσιμους θηριωδίας. Ότι και οι δύο λαοί είμεθα εξ ίσου ικανοί να αποθηριωνόμεθα, ανήμεροι εις τας περιστάσεις, αφού… και οι δύο είμεθα λαοί «βαλκανικοί».
                                       …………………………………

Σημ: Ο Πολύμερος Μοσχοβίτης, υπολοχαγός πυροβολικού, πολέμησε στη Μικρά Ασία στις τάξεις της 11ης Μεραρχίας. Κατά την υποχώρηση ολόκληρη η μεραρχία, συνεπεία της ανικανότητας της διοίκησης, αιχμαλωτίσθηκε αμαχητί στα Μουδανιά στις 30 Αυγούστου του ’22. Η αφήγηση των δεινών του δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από τις 19 Δεκεμβρίου 1932 ως τις 2 Απριλίου 1933 στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα». Έχει επίσης γράψει το «Πώς διελύθη ο στρατός που νικούσε δέκα χρόνια».
   Θεώρησα χρήσιμο να δημοσιεύσω εδώ ένα απόσπασμα από την αφήγησή του. Αν τα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης και ο εμφύλιος έχουν σε κάποιο βαθμό εξεταστεί, ο πόλεμος στην Κύπρο και η Μικρασιατική εκστρατεία παραμένουν θέματα «ανέγγιχτα». Ιδιαίτερα η καταστροφή στη Μικρά Ασία είναι το βαθύ τραύμα που κλείστηκε ανεξέταστο και ανεπούλωτο σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο της συλλογικής μνήμης και από εκεί δρα. Οι γεωπολιτικές συνέπειες της ήττας ήταν καταλυτικές: Το Αιγαίο από διαχρονικό κέντρο του Ελληνισμού μετετράπηκε σε σύνορο. Οι ψυχολογικές συνέπειες, ακόμα χειρότερες: Οι άνθρωποι τείνουν να δικαιολογούν τις προσβολές και τα χτυπήματα στα οποία δεν κατάφεραν να απαντήσουν κι εμείς, για χάρη μιας ελληνοτουρκικής λυκοφιλίας, προσπαθήσαμε επί μακρόν να προσποιηθούμε πως δεν συνορεύουμε με έναν «κακό γείτονα». Τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τέτοια ηττοπαθή στάση κι αυτό προσφάτως άρχισε να γίνεται αντιληπτό τώρα που η «φίλη και σύμμαχος Τουρκία» μετατρέπεται σε δεδηλωμένα ανοιχτό εχθρό. Εκατό χρόνια μετά το ’22, πρέπει να ερευνηθεί σε βάθος το τι έγινε τότε και να ανοίξει η συζήτηση ώστε να αρθούν οι «βολικές» αυταπάτες και να υιοθετηθεί μια στάση ανάλογη προς τα πράγματα. Να το πω πολύ απλά: πέρασαν εκατό χρόνια κι ακόμα για τη Μικρασία «δεν έχει γίνει ο λογαριασμός».
                                                                                                        Β.Η