Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Η Μοτοσυκλέτα

Πριν τα χαράματα μια βαριά μοτοσυκλέτα περνά μέσα απ’ τους δρόμους. Τραβάει πάνω της τα κακά όνειρα, όλους τους φόβους και τις βασανιστικές σκέψεις. Ο άρρωστος, ο στενοχωρημένος, ο άυπνος, το παιδί που ξύπνησε μες στο σκοτάδι την ακούν απορημένοι. Τι γενναίος ήχος είναι αυτός που περιφρονεί τον ύπνο των πολλών; Είναι ο μοτοσυκλετιστής που καθαρίζει τον κόσμο μας. Φάτσες, μορφές, λόγια, καλικάντζαροι -ένα απίστευτο, φασαριόζικο σκουπιδαριό- σαρώνονται απ’ τις κρεβατοκάμαρες και φεύγουνε μαζί του. Κι έρχεται τότε ο ύπνος ελαφρύς σαν πούπουλο, σαν κουβερτούλα, και σκεπάζει τους τρομαγμένους. «Δεν είναι τίποτα όλα θα περάσουν».

    Ένας δυνατός άντρας μες στο χοντρό δερμάτινο και την κάσκα κοιτάει ίσια εμπρός. Δουλεύουν οι μεγάλοι κύλινδροι, ανεβοκατεβαίνουν τα πιστόνια, μια μεγάλη ήρεμη δύναμη έρχεται από μακριά, περνά κάτω απ’ τα παράθυρά μας και χάνεται στις πέρα γειτονιές. Ό,τι και να γίνει η ζωή περιπολεί και πάντα θα νικά.


Β.Η.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Η χαμένη πορεία

 

Φτάνοντας στη λεωφόρο

βρέθηκα μπρος σ’ ένα συγκεντρωμένο πλήθος

άκουσα τους ρήτορες να παίρνουνε τον λόγο

δεν κατάλαβα πολλά

μόνο ότι μιλούσαν για την πλουτοκρατία

την αδικία

και την ανθρώπινη ελευθερία.

Όλοι τους εκεί έμοιαζαν φτωχοί

ντυμένοι με παλιόρουχα

και ποδεμένοι χοντροπάπουτσα

απ’ τους καιρούς της λάσπης.

Ξαφνικά μια ταραχή

και άρχισε η πορεία. 

Από μιαν άκρη τούς εξέταζα

ήταν απίστευτα χλωμοί

στα πρόσωπά τους έπλεαν

δυο τεράστια μάτια και

το στόμα ήτανε κραυγή.

Μόνο τα παιδιά που έσερναν μαζί τους

ήτανε βουβά.

Τότε μπήκα και εγώ

στις φάλαγγες των δυστυχισμένων.

Μπροστά βαδίζαν οι σημαίες

μιας άγνωστης σε μένα χώρας.

Απ’ τα πεζοδρόμια και πίσω από τζάμια λεωφορείων

άνθρωποι μας κοίταγαν με άδεια μάτια.

Μερικοί απέστρεφαν το βλέμμα.

Φαίνεται πως είχαν ένα πιάτο φαΐ

ένα σπίτι και

λίγη ελπίδα ακόμα.

Για ποια υπόθεση βάδιζα;

Δεν ξέρω.

Πρέπει όμως να ‘ταν η καλή υπόθεση

παρ’ όλο που τέτοιο πλήθος κουρελήδων

σκορπούσε τρόμο.

Κατόπιν η πορεία τάχυνε ρυθμό

τάχυνα το βήμα μου κι εγώ.

Μετά ταχύναν και άλλο

με προσπέρασαν κι οι τελευταίοι

κανά δυο ήτανε κουτσοί

πάνω σε πατερίτσες φεύγαν

σχεδόν έτρεχα εγώ

αυτοί όμως ολοένα και ξεκόβαν

ώσπου κόπηκε το κουράγιο μου

βράδυνα το βήμα

κι απόμεινα να τους κοιτώ.

Τις σημαίες στο μάκρος δρόμων

ταχείας κυκλοφορίας

με φόντο έναν άδειο

ουρανό - το μόνο χρώμα!

Κι αυτούς που τρέχαν στην ουρά

και χάνονταν όπως τους ρούφαγε το προϊστορικό σκοτάδι. 

Έτσι απόμεινα μονάχος

κάτω από γέφυρες και εναερίους κόμβους

μες στη βουή αυτοκινήτων

ανάμεσα σε νιόφερτους

που τίποτα δεν είχανε ιδεί

και διέσχιζαν τους δρόμους.


Β.Η.

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Εποπτική θέση

  Κάθομαι στον «Μύλο», απέναντι απ’ το Πάρκο της Ναυαρίνου και περιμένω έναν ηλικιωμένο φίλο που έζησε χρόνια στο Παλιό Βερολίνο. Έχει αργήσει λίγο, αλλά αυτό μπορεί και να μ’ αρέσει γιατί μου δίνει την ευκαιρία να κάνω παρέα με τον εαυτό μου. Η γωνιά που έχω πιάσει, άκρη στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, δίπλα στον καναπέ, κοντά στο παράθυρο, είναι στρατηγική και παρέχει πλήρη εποπτεία. Έτσι χουζουρεύοντας, το βλέμμα μου ακολουθεί τους περαστικούς. Δεν είναι και πολλοί. Είναι αρχή της άνοιξης, διστακτική μας ήρθε φέτος με συννεφιές και περαστικές βροχούλες και πότε -πότε βγαίνει ήλιος. Παρ’ όλα αυτά, πάντα στην ώρα τους, οι νερατζιές έσκασαν, τα μπουμπούκια τους γίνονται ανθός και τα βράδια ολόκληροι δρόμοι παραδίδονται στην άνοιξη και ευωδιάζουν.

Χαζεύω τη σερβιτόρα και τις φίλες της - όμορφες κοπέλες! Σοβαρή, τυπική, αυτή που σερβίρει κι όμως γρήγορη και ανάερη, με χάρη ακουμπάει ένα ποτήρι νερό, με το ένα χέρι διορθώνει τις καρέκλες και περνάει με το πανί ένα τραπέζι που άδειασε, ενώ με τ’ άλλο κρατά τον δίσκο. Δυο κορίτσια κι ένας νεαρός κάθονται στο μπαρ και της κάνουνε παρέα μιας και τέτοια ώρα, νωρίς τ’ απόγεμα, οι πελάτες είναι ελάχιστοι. Υπάρχουν φορές που κάποιες λυγερές που σερβίρουν ή φουρνίζουν μου θυμίζουν εκείνες τις άλλες από τη Μινωική Κρήτη.
    Την προσοχή μου τραβά τώρα η μια φίλη της σερβιτόρας, κοπέλα καστανή με μακρύ κυματιστό μαλλί, μάτια αμυγδαλωτά, ίσια λεπτή μύτη και καλοσχηματισμένα χείλη. Αυτή η νεαρή γυναίκα είναι ένα πλέριο δείγμα ιωνικής ομορφιάς. Μια λεπτή πνευματικότητα αναδίδεται απ‘ τα χαρακτηριστικά της.
Μετά το βλέμμα μου φεύγει προς έναν μικρό πεζόδρομο που κατηφορίζει προς την Εμμανουήλ Μπενάκη. Περνάει απ’ το μυαλό μου η ακατάλυτη σειρά των γεγονότων. Να, εκεί στάθηκε ο αστυφύλακας όταν άφησε το περιπολικό, σήκωσε τα χέρια του που κράταγαν το όπλο, σημάδεψε και μετά έριξε. Κάποιος έπεσε. Μια παρέα πιτσιρικάδων ήταν. Πρέπει πιο πριν να είχαν ‘ρθει σε λόγια. Δυο ήταν στο περιπολικό, είχαν πάρει στο κέντρο να ρωτήσουν τι να κάνουν και τους διέταξαν να δώσουν τόπο στην οργή και να γυρίσουν πίσω. Αυτόν όμως τον νίκησε το γινάτι. Γνωστά τα όσα γίναν ως εκείνη τη στιγμή. Ύστερα απ’ αυτό τα πράγματα πήραν μιαν άγρια τροπή. Για όλους μας.
    Έχω κάτσει αρκετές φορές στον Μύλο χωρίς ποτέ να σκεφτώ εκείνη την ιστορία. Τώρα όμως ίσως επειδή είμαι μόνος και ήσυχος…; Είν’ ή ώρα; Είν’ η ανοιξιάτικη βαρυσυννεφιά;
    Ο φίλος ακόμα αργεί κι εγώ στρέφω το βλέμμα στον πάγκο του μπαρ. Η κοπέλα με την ιωνική μορφή και η άλλη στέκονται έξω απ’ την μπάρα, μαζί κι ένας νεαρός που κάθεται σε ένα απ’ τα σκαμνιά, και η σερβιτόρα απ’ τη μέσα μεριά. Γέλια, χειρονομίες, κίνηση πολλή -χαίρονται με κάθε τρόπο το ότι είναι μαζί.
    Να τώρα, μια παρέα καταφθάνει και πιάνει ένα τραπέζι έξω. Τους παρατηρώ έναν-έναν. Άντρες και γυναίκες γύρω στα πενήντα. Εντύπωση μου κάνει ένας απ’ αυτούς με σκούρο γυαλί που λέει κι όλο λέει και οι άλλοι γελάνε. Αυτός δίνει και την παραγγελία. Φαίνεται η ψυχή της παρέας.
    Να τώρα όμως που η άλλη, η Ιώνισσα, ξεσηκώθηκε να φύγει Φοράει το σακιδιάκι της στην πλάτη, «δεν θα αργήσω» λέει, «πάω κι έρχομαι». Η φίλη της προσφέρθηκε να την συνοδέψει, «περίμενε, έρχομαι κι εγώ». Και φεύγουνε κι οι δύο σαν πουλιά που πετούνε δίπλα δίπλα και χώνονται στον πεζόδρομο που τραβάει κατά τη Μεσολογγίου και περνούνε τώρα το σημείο όπου στάθηκε και σκόπευσε ο φρουρός. Κι εκείνη τη στιγμή, Ω θεέ μου, έρχεται και σκάει στο μυαλό μου η εξής σκέψη: τίποτα δεν συνέβη εκείνη τη νύχτα, ή τουλάχιστον ο Γρηγορόπουλος είναι ζωντανός, και αυτή τη στιγμή ανεβαίνει με δυο φίλους και μια φίλη απ’ το σημείο που είναι το μνημείο, το σημείο όπου έπεσε. Είναι ένα όμορφο απόγευμα, μέσα απ’ τα σύννεφα σκάει ο τελευταίος ήλιος, οι δυο κοπέλες γνωρίζουν κάποιους απ’ την παρέα που ανεβαίνει, στήνεται για λίγο ένα κουβεντολόι εκεί στη μέση του πεζόδρομου, η κοπέλα με την ιωνική λεπτότητα γνωρίζεται με τον Γρηγορόπουλο και μια σημαντική ερωτική ιστορία αρχίζει που καταλήγει σε βαθύ δεσμό.
    Έχουμε 2023, οπότε πάνε 15 χρόνια από ’κείνο το κακό. Τριάντα χρονών άντρας είν’ αυτός, λίγο μικρότερη αυτή. Ό,τι πρέπει! Κατόπιν, φτάνοντας με την παρέα του στον Μύλο χαιρετιέται με την παρέα που είναι έξω και μια άλλη κουβέντα αρχίζει.
 
    Όμως όχι, αλλοιώς γίνανε τα πράγματα! Ούτε με την κοπέλα θα συναντηθεί ποτέ, ούτε με κάποιους από την παρέα που κάθεται έξω και γελά. Πιθανόν με τον φωνακλά αυτόν θα συνεργαζόταν κάποτε, θα ‘παιρνε ίσως μια δουλειά. Τώρα όμως αυτοί κάθονται εκεί, ανύποπτοι ότι χάθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουν ένα νεαρό παιδί, έναν νεότερο συνεργάτη. 
    Όταν πεθαίνει ένας νέος άνθρωπος εξαφανίζονται όλες οι συνδέσεις, οι γνωριμίες, οι σχέσεις, οι δεσμοί που θα ‘κανε στη διάρκεια μιας ζωής. Ο κόσμος μένει φτωχότερος, αυτό το θαυμαστό πλέγμα, ο βαθύς ιστός, αυτό το υφαντό αποκτάει μια τρύπα.
    Κοίταξα τις δυό κοπέλλες, θαύμασα το παράστημά τους, το βλέμμα μου τις ακολουθούσε όπως κατηφορίζανε κάτω τον πεζόδρομο με βήμα θαρρετό, πηδηχτό, όλο όρεξη για ζωή… και για πρώτη φορά ένοιωσα πραγματική λύπη για το θάνατο του Γρηγορόπουλου.
 

                                                                                                                                                 Β.Η.

Κυριακή 30 Απριλίου 2023

Γράμμα από το Δυτικό Βερολίνο

                                                                           Στον Αλέξανδρο Μ. 

 Αλέξανδρε, έζησα στο Δυτικό Βερολίνο για λίγο, το '82-'83. Ήταν εκεί όπου περιορισμένος εντός των τειχών μπορούσες να νοιώσεις μια ελευθερία αδιανόητη αλλού. Κι ακόμα, λίγη ζεστασιά. Ταυτόχρονα ένα αρχιμήδειο σημείο στήριξης που ξύπναγε ελπίδες περί "ταν γαν κινάσω". Εκεί μέσα ανήσυχοι χαρακτήρες και αλλόκοτα πεπρωμένα συστρέφονταν διαρκώς σα δίνη για μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου. Πιθανώς για μια-δυο δεκαετίες. Δεν είναι πολύ ούτε όμως και λίγο. Μια πόλη των συνόρων σα νησί και μια no man's land αφού κανείς δεν ήθελε να πάει εκεί να μείνει παρά μόνο λογιών-λογιών φυγάδες. Ήταν ταυτόχρονα μια φτωχομάνα. Οι φτωχοί μπορούσαν να ζήσουν εκεί καλύτερα από αλλού αφού η πόλη ήτανε φτηνή και επιδοτείτο συνεχώς απέξω.
    Πάση θυσία το Δυτικό Βερολίνο έπρεπε να κρατηθεί στη ζωή. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, η Δύση είχε διαλέξει το σημείο για να το κάνει μια κουδουνίστρα ή έναν λαμπρό πολυέλαιο που να θαμπώνει τους αναξιοπαθούντες Ανατολικούς. Έτσι οι μεγάλες λεωφόροι ήταν λουσμένες στα φώτα και μπροστά σε κάποιες βιτρίνες ερχόσουν αντιμέτωπος με μια πολυτέλεια σχεδόν ασυγχώρητη, αλλά ατυχώς οι δικοί της αντιφρονούντες δεν έπαυαν να συρρέουν για να στήσουν ένα δικό τους ακατανόητο πανηγύρι. Στους πίσω δρόμους και στα φτηνά μπαρ ένοιωθες μια καρτερία τόσο τυπικά βερολινέζικη, σχεδόν νωχέλεια, όπου η μποεμία είχε βρει το καταφύγιό της. Μπορούσες να ζήσεις εκεί πέρα με ελάχιστα χρήματα. Αν τα πράγματα χειροτέρευαν είχες φίλους. Το χρήμα δεν αποτελούσε ποτέ σκοπό αφού υπήρχαν καλύτερα πράγματα να κάνεις. Διαφορετικά και μακρινά σύμπαντα συμβίωναν δίπλα-δίπλα σα να μην υπήρχε αύριο. Θαρρείς κι οι κάτοικοί του που είχαν δει τα πιο μυστήρια και αντιφατικά όνειρα να σβήνουν έχοντας αφήσει πίσω τους μόνο μια ωχρή, άλλα επίμονη ανταύγεια είχαν καλλιεργήσει την ήρεμη στοχαστικότητα και την αλληλοπεριχώρηση.
    Καμμιά δεκαπενταριά χρόνια είχαν περάσει απ’ το ’68, τότε που σαν λάβα μες στους δρόμους κύλαγαν οι διαδηλώσεις κι ο ντόπιος πληθυσμός άφριζε και φώναζε απ’ τα πεζοδρόμια: Nach drueben! Εκεί να πάτε! Πέρα! Απέναντι, στους Ρώσσους! Η κατάσταση είχε τώρα κάπως μαλακώσει… Κάνεις ό,τι μπορείς και ζεις με τον γείτονα σου, έτσι δεν είναι; Κάποια πράματα όμως δεν ξεχνιούνται ολότελα. Και το μέρος, εννοώ το μέρος σαν τόπος, πάσχει από ηλεκτρισμό και κάθε τόσο υποτροπιάζει. Εδώ δεν ήταν που σήκωσαν απ’ το οδόστρωμα τον Ρούντι Ντούτσκε και τον έχωσαν σε ένα ασθενοφόρο με μια σφαίρα στο κεφάλι; Εδώ δεν κύλησαν οι 100 μέρες της Kommune 1 με την ένοπλη ποίησή της στην υπηρεσία της «ευγενικής υπόθεσης»; Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, δεν ήταν που το ’19 τα Freikorps ξεπάστρεψαν τη Ρόζα και τον Καρλ Λήμπκνεχτ και ρίξαν το κορμί της Ρόζας στο Λαντβερκανάλ; Εδώ δεν κατέβασε αυλαία το Μπάουχάους; Εδώ δεν έγινε Καγκελλάριος ο Γιός της Γερμανίας κι εδώ δεν τελείωσε η απίστευτη ονειροφαντασιά του;
     Το Βερολίνο πάντως που προοριζόταν για αυτοκρατορική πρωτεύουσα -κάθε είδους αυτοκρατορίας πρώτη πόλη- δεν φαινόταν να πολυσυμφωνεί με τέτοιες προοπτικές και είχε μάλλον τις δικές του φαντασιώσεις. Ίσως έφταιγε ότι είχαν κάνει την ανοησία να το θεμελιώσουν πάνω σε αρχαία έλη. Πράγμα που η Μάρλεν Ντήτριχ, γεννημένη Βερολινέζα, σα θηλυκό που ήταν, πρέπει να τό ‘νοιωθε καλά. «Είμαι, δόξα τω θεώ Βερολινέζα» έλεγε «και σαν γνήσια Βερολινέζα δεν υπέκυψε στις δελεαστικές προτάσεις του υπουργού Γκαίμπελς». Ένα σωρό άνθρωποι είχαν αναγκαστεί να φύγουν και σαν πρόσφυγες να γίνουν «άγγελοι κακών ειδήσεων» όπως, μια για πάντα, όρισε τους απανταχού πρόσφυγες ο Μπρεχτ· ο άνθρωπος με το στραπατσαρισμένο διαβατήριο. Κι αυτή πρέπει να ΄ταν η πρώτη ερείπωση! Όμως το ίχνος που άφησαν ήτανε βαθύ. Όταν το ’33 οι εθνικοσοσιαλιστές ανέβηκαν στην εξουσία κι άρχισε η φυγή των εξπρεσσιονιστών από τη Γερμανία, όταν οι ποιητές και οι στοχαστές της πήραν τον δρόμο για την εξορία, το κενό που άφησαν πουθενά δεν αντηχούσε όσο εδώ. Ακόμα και πενήντα χρόνια αργότερα μπορούσες ίσως ν’ ακούσεις σε κάποιες συφοριασμένες κνάιπε, στη σιωπή ανάμεσα σε δυο τραγούδια, παλιά γέλια και κάτι σα χαλασμένη μουσική· νότες από ένα κομμάτι του Κουρτ Βάιλ με τη φωνή της Λόττε Λένια.
    Σ’ αυτή την μισοξεχασμένη πόλη τη γεμάτη αλάνες ανάμεσα στα παλιά κτίρια, όπου τα ερείπια ακόμα στέκονταν ορθά, ο πόλεμος είχε ίσως τελειώσει, αλλά η ειρήνη δεν είχε συνομολογηθεί. Υπό καθεστώς αποκλεισμού ο πληθυσμός ζούσε κάτι από την ατμόσφαιρα πολιορκίας που τόσες και τόσες πόλεις στο παρελθόν -πιθανώς πιο ένδοξες- είχαν ζήσει. Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν ονειρευόταν να ξεφύγει, όπως σ’ άλλα μέρη πιο καλόφημα, αντίθετα άνθρωποι έρχονταν από πολύ μακριά για να γλυτώσουν.
   
    Έπειτα, μια εκδρομή στον Ανατολικό τομέα για να βρεις τους Πανκ του Πρενσλάουερμπεργκ κατέληγε συχνά σε περιπέτεια. Κάποιοι σ’ έφερναν με αυτοκίνητο στις παρυφές της πόλης, ποδαρόδρομος σε χωματόδρομους μέσα σε λασπότοπους έως κάποια εκκλησιά όπου το εκκλησίασμα έψελνε ώσπου η λειτουργία σταματούσε ξαφνικά, ο ιερέας απεσύρετο και μπάντες έβγαιναν μπροστά σε ένα απρόσμενο πλήθος ζηλωτών που είχε μαζευτεί από παντού και στο οποίο ήταν διάσπαρτοι οι πληροφοριοδότες της μυστικής αστυνομίας. Συνεπώς το να διακοπεί η συναυλία, να πλημμυρίσει ο τόπος από στολές, να γίνουνε συλλήψεις και κάποια πρόσωπα να συρθούν στις κλούβες, ήταν κάτι αναμενόμενο. Γεγονότα που βεβαίως καθόλου δεν έκαμπταν το φρόνημα των παρευρισκομένων.
    
     Σ’ αυτή τη χωρισμένη πόλη – σημείο έντασης δύο Κόσμων- μια άλλη, «παράξενη», ένταση επικρατούσε. Ήταν ένας ακατασίγαστος παλμός, μια ταχυπαλμία, και οι πρώτες γραμμές ενός πυρετού. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι -δυσανάλογα πολλοί- που «είχαν κάνει τον κόσμο προσωπική υπόθεση». Η πόλη τους τραβούσε σα μαγνήτης. Από τη στιγμή όμως που έφυγε το τείχος ήταν φανερό ότι έπαιρνε την άγουσα για να γίνει το τοπίο δύναμης που περιγράφεις. Παράξενο πολύ, το τείχος που την έπνιγε ήταν αυτό που έδινε ζωή στην πόλη! Μια ζωή που ήταν trash και απαράδεκτη για τη Δύση, σκάνδαλο για την Ανατολή, και όνειρο για μας. Από 'κείνα τα χρόνια φτιάχτηκε ο μύθος του Βερολίνου. Όλα αυτά όμως είναι τελειωμένα. Σαν έγινε ο γάμος, σαν παντρεύτηκαν οι δύο Γερμανίες, η γοητεία του κράτησε για λίγο, όσο η καλοπαντρεμένη κάνει να ξεχάσει τα αμαρτωλά της χρόνια.
    Πήγα ξανά το '06 και το '07 χωρίς τίποτα να περιμένω -πήγα για δουλειά- παρ' όλα αυτά σε κάποιες γωνιές κάτι υπήρχε ακόμα από την αλλοτινή του γλύκα. Τόσο που ένα βράδυ αναφώνησα στους φίλους μου εκεί: αν πεθάνω παιδιά και ξανακατεβώ στη γη, να το ξέρετε, θα περπατάω στην Oranien... θα με βρείτε στην Oranien! Αυτά φίλε Άλεξ!


                                                                                           Β.Η.



                                                                                                                               

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Ελλάδα χώρα σκιών

  Λίγα χρόνια πριν, μες στο Μετρό, στη μισάωρη διαδρομή από το αεροδρόμιο ως στο Σύνταγμα, μια ξένη θεραπεύτρια ένοιωσε πως οι Έλληνες έχουν γίνει σκιές. Παλιά φίλη της χώρας, είχε δει τους Έλληνες σε εποχές που η υπερμεγέθης μπαταρία τους εξείχε από το στήθος την ώρα που περπάταγαν, που χόρευαν, που δούλευαν… όλες τις ώρες· τέτοια λιγνή παλλόμενη κοψιά! Έγινε λοιπόν η χώρα σκιά και φάντασμα του εαυτού της.

    Ο λαός, στο σημείο πού ‘χει φτάσει, όλα μπορεί να τα ανεχθεί. Εκτός από το να του σκοτώσουν τα παιδιά του. Τότε ξεσηκώνεται. Εδώ όμως δεν έχουμε πολιτική, αλλά βιολογία. Ή μάλλον η βιολογία ξεπερνά και συμπληρώνει την πολιτική καχεξία.
    Όταν σκότωσαν τον Γρηγορόπουλο κάηκε η χώρα. Δεν έγινε το ίδιο για τον Σαμπάνη, ούτε τον Φραγκούλη που ήτανε γυφτόπουλα. Τώρα όμως με το δυστύχημα κάτι βαθύ έχει συντελεστεί γιατί στα Τέμπη χτυπήθηκε το κυρίως σώμα της κοινωνίας και δη η νεολαία. Σαν κάτι πολύ βαθιά να μετατοπίστηκε και ν’ άλλαξε το κέντρο βάρους. Ή σαν κάτι που έδενε τα μάτια να λύθηκε και ταυτόχρονα λυθήκαν και τα γόνατα. Γιατί το μάτι είδε… κι όταν το μάτι ιδεί δεν υπάρχει επιστροφή στην πρότερη κατάσταση.
    Καθώς έσκισε τα σκοτάδια η αστραπή φάνηκαν όχι μόνο οι δικοί μας οι νεκροί, αλλά στις πέρα άκρες, εκεί που ξαναπύκνωνε το σκότος, πνιγμένα βρέφη και σωσίβια που επέπλεαν… και άδειες βάρκες… και οι άλλοι… που πέθαναν στο χιόνι… και η θανατερή σιωπή πάνω απ’ το ποτάμι και το κακό προαίσθημα πως όπου να ‘ναι κάτι θα συμβεί! Τότε μας έπιασε ο φόβος, ο χαμηλός πανικός που πάντα ακολουθά την προδοσία. Εννοήσαμε αυτομάτως ό,τι αυτοί που δεν σέβονται τη ζωή δεν θα σταματήσουν πουθενά. Κι εννοήσαμε, οριζοντίως και καθέτως, πως ο άνθρωπος είναι καλός αγωγός για τον άνθρωπο και τ’ ανθρώπινα. Και πως όπως το καλό έτσι και το κακό περνάει αμέσως, σάρκα με σάρκα, χωρίς να  λογαριάζει σύνορο και πως ό,τι χτες συνέβει εκεί, στη Μέση Ανατολή, έχει αρχίσει και συμβαίνει εδώ και αύριο πάει παραπέρα κι ακόμα παραπέρα, μέσα στην κυριλέ Ευρώπη.
    Λοιπόν καταλάβαμε αμέσως ότι είμαστε προγραμμένοι… από πάντα μας έζωνε του διαόλου η υποψία, αλλά και πάλι..! Μα ναι, το είχε δεχτεί με τα πολλά, ο Έλληνας, να τον φτωχύνουνε λιγάκι, να τον κοντύνουν κάπως, αλλά τουλάχιστον η ζωή του και η ασφάλειά του ήταν μες στη συμφωνία. (Είχε δεχτεί την αρρώστια του, να στέκει σα χορός μπούφων ενώ στραγγαλίζουνε τη χώρα κι από παντού στραγγίζουν τη ζωή. Τι είχε εις αντίκρισμα λαμβάνειν;). Άλλοι είδαν οργή κι αντάρα στις ποικίλες αντιδράσεις, εγώ είδα τη φαρμακωμένη σιωπή που δείχνει δέος: «τώρα κάτι πρέπει να κάνουμε, κάτι πρέπει ν’ αναλάβουμε ειδάλλως είμαστε ολότελα χαμένοι!». Κι όπως συμβαίνει με το μάτι, έτσι και με τη συνείδηση! Μόλις ιδεί το μάτι, σαν ηλεκτρισμός η συνείδηση σε διαπερνά. Κι ο καθείς μετρά τις δυνάμεις του και τη δική του ανημπόρια.
    
    Έχει αρχίσει και ακούγεται ότι δεν μας αξίζει να ζούμε έτσι. 200 χρόνια από την ταυτόχρονη νίκη και ήττα της ελληνικής επανάστασης (νίκη εξωτερικά, ήττα εσωτερικά) ζούμε με βαθύ αίσθημα εθνικής μειονεξίας και, δίχως καμιά αυτοεκτίμηση, αναξιοπρεπείς πολιτικά. Κάτι πήγε πολύ στραβά τα τελευταία 200 χρο!
    Πού ακούστηκε να κυβερνάνε οι οικογένειες, οι φαμίλιες; Για την ακρίβεια: τα σόγια! (που ασφαλώς είναι κάτι πιο πολιτικό). Αυτοί μισούν τον λαό! Μισούν και φοβούνται τους φτωχούς! Νοιώθουν πως είναι εξαιρετικοί κι εξαιρετέοι· ιδιοκτήτες κάποιου φέουδου. Ταυτόχρονα των ξένων δούλοι. Της πατρίδας περιφρονητές. Και των φτωχών γονέων και των λοιπών προγόνων επιλήσμονες.
    Έχουμε τη χειρότερη εκλεγμένη κυβέρνηση από συστάσεως κράτους. Επέστρεψαν τα φαντάσματα του Εμφυλίου… Κι ακόμα χειρότερα... της Κατοχής!
    Για άλλη μια φορά είναι αναγκαίος ο πατριωτισμός. Είμαστε όλοι Έλληνες, αλλά δεν είμαστε όλοι πατριώτες! Εντούτοις ο πατριώτης δεν χωρίζει, ενώνει τον λαό. Ο λαός πρέπει να δώσει στον εαυτό του μια  κυβέρνηση που θα στήσει τη χώρα στα πόδια της και θα την κάνει πατρίδα-ασπίδα για να του δώσει τον τρόπο να γλυτώσει από τον καπιταλισμό που λυσσομανά.
    Κάθε τόσο κάποιον τρώει το σκοτάδι. Σε ποιόν ανήκουν οι νεκροί και οι τσακισμένοι ψυχικά; Όχι μόνο στους δικούς τους βέβαια! Εδώ ακόμα και η Κύπρος κατέληξε να είναι προσωπική υπόθεση αυτών που έχασαν τα σπίτια τους! Η κοινωνία δεν αντέχει άλλα ιδιωτικά πένθη. Αυτοί που συντρίφτηκαν πρέπει να μιλήσουν στο έθνος. Ο λαός πρέπει να δει την εικόνα του. Αυτοί που χτυπήθηκαν κάτω απ’ τη ζώνη, πρέπει να σηκωθούν και να λαλήσουν στις «αλήστου μνήμης» λαϊκές συνελεύσεις των γειτονιών. Να αφηγηθούν εκεί μέσα την ιστορία της πτώσης τους. Όλη η μακρά ακολουθία απωλειών και πόνου πρέπει να περάσει στη συλλογική συνείδηση. Στην αρχή ας είναι λίγοι σ’ αυτές τις λειτουργίες, τα πρώτα στοιχεία ενός καινούργιου λαού, και στη συνέχεια πιο πολλοί… το νούμερο μη σας απασχολεί, έρχεται καταστροφή.
   
    Το ’15 πέρασαν από δω οι Σύριοι, οι Ιρακινοί κι οι Αφγάνοι... Και άλλοι πολλοί. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι… Όταν έρχονται στεριανοί απ’ τη θάλασσα, όταν πλημμυρίζουν οι επαρχιακοί σου δρόμοι από ανθρώπους που βαδίζουν με τοις κουβέρτες στον ώμο, που δεν σταματάνε να βαδίζουν ό,τι κι αν κάνεις… τότε ξέρεις ότι το σπίτι του γείτονά σου φλέγεται… κι όταν συνεχίζουν από ξένες πατρίδες να πυκνώνουν γύρω σου, τότε ξέρεις, η φωτιά έρχεται κατά δω!
    Μια σειρά χώρες διαλύθηκαν για τα καλά και πέρναγε από δω το πρώτο κύμα της καταστροφής και τράβαγε για πάνω. Εμείς πάλι, έχοντας φροντίσει εγκαίρως να κρυφτούμε εντός της Ευρώπης, αποστρέφαμε το βλέμμα και προσπαθούσαμε να ζούμε δίχως να δίνουμε πολύ στόχο. Ώσπου η τύφλα μας μάς χτύπησε στα ίδια τα παιδιά μας.
    Και φοβόμαστε τώρα πως δεν θα ‘χουν καλό τέλος όλα αυτά. Έχουμε αρχίσει και φοβόμαστε την ολοκληρωτική ανατίναξη. Τον γενικευμένο εμπρησμό.
                                      …………………………………….
    Ο Θησέας εκστρατεύει. Εφτά νέοι κι εφτά κόρες κάθε χρόνο θυσία στον Μινώταυρο. Ο Θησέας χώνεται στον Λαβύρινθο, σκοτώνει το τέρας και δίνει τέλος στον φόρο υποτελείας. Το πριγκιπόπουλο ο Θησεύς απαλλάσσει την Αττική απ’ τους ληστές. Τους σκοτώνει, τους ρίχνει δηλαδή πίσω στα σκοτάδια απ’ όπου ήρθανε με τον ίδιο θάνατο που επιφύλασσαν στα θύματά τους. Ο ήρωας εξυγιαίνει τη χώρα, την κάνει ανεξάρτητη και στήνει στα πόδια του τον νόμο της πόλης. Ποιος, ποιο κόμμα, ποια μυστική οργάνωση είναι σήμερα ο Θησέας; Πότε κι από πού και μέσα από ποια γεγονότα θα ξεπεταχθούν οι λαϊκοί ηγέτες; Πώς θα καθιερωθεί ένα ρεύμα δημιουργίας και αμοιβαίου εμπλουτισμού ανάμεσα στο έθνος επί ποδός πολέμου και αυτούς τους νιόφαντους ηγέτες που προβάλλουν μέσα απ’ τον Αγώνα; Αγώνας που θα ΄ναι αντιαποικιακός και κοινωνικός συνάμα. Ο λαός πρέπει να ξεκαθαρίσει ποιους θα αποκαλεί προδότες και ποιους θα δείχνει φωνάζοντας «κλέφτης!».

     Αντί να ζήσουμε ευδαίμονες σ’ αυτό τον όμορφο κόσμο που ‘ρθαμε, εξοριστήκαμε στην Ιστορία. Τώρα πρέπει να πολεμήσουμε. Προσοχή! Αυτοί μοντάρουν τη δικτατορία και απεργάζονται τον εμφύλιο.

 

B.H.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Ζήτω η Παγκόσμια 25η Μαρτίου!

 Ω, πόσο βοηθούν οι Ποιητές κι οι Ήρωες, οι Μαύροι Σαχίντ, να στέκει όρθια η ψυχή τής Παλαιστίνης... Ω, πόσο βοηθούν όρθια να στέκει κι η δική μας η ψυχή! Όποτε έρχονται τα νέα, συνήθως θρήνοι, κάποτε τραγούδια, σταματάμε τις μηχανές, απλώνουμε το κολατσιό πάνω στους πάγκους, πίνουμε μια γουλιά νερό, σταυρώνουμε το ψωμί πριν να το φάμε και με μια σταλιά κρασί κάνουμε την ίδια πάντα ευχή. Ευχή ν' αντέχει η πανανθρώπινη πατρίδα. Κράτα Παλαιστίνη! Κράτα εσύ του κόσμου Μεσολόγγι...


Β.Η.