Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

Τι είχαμε, τι χάσαμε!


 Σας κλείσανε κωθώνια μέσα! Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν βγαίνατε το βράδυ. Ο σκύλος σας σάς έβγαζε για βόλτα και μετά τσουπ πάλι μέσα! Σας φορέσανε και μάσκα; Ε, και λοιπόν; Από μια ηλικία και μετά, μάσκα δεν φοράτε; Μάσκα στη δουλειά, μάσκα στην παρέα, μάσκα στο κρεββάτι. Μικρό λοιπόν το κακό και με τη μάσκα! Σας ζητάνε να κρατάτε αποστάσεις στις συναναστροφές σας; Ε, και λοιπόν; Μήπως χρόνια τώρα δεν κρατάτε αποστάσεις; Στο τηλέφωνο μιλάτε με τους φίλους, με sms επικοινωνείτε και e-mail, με το πληκτρολόγιο διατυπώνετε τις απόψεις σας που είναι πάντα αξιοσημείωτες και με το τηλέφωνο κοιμάστε αγκαλιά.

Κοινωνική αποστασιοποίηση σάς ζητάνε, αλλά πού το πρόβλημα; Μήπως χρόνια τώρα δεν κρατάτε αποστάσεις; Αποστάσεις απ’ τα πράγματα, αποστάσεις από τους μπελάδες, αποστάσεις από τα μπλεξίματα; Απ’ το χώμα που πατάτε κι απ’ αυτό που συμβαίνει μπρος στα μάτια σας; Αποστάσεις απ’ αυτά που τρώτε; Αποστάσεις απ’ το βρωμοκόμμα που ψηφίζετε κι απ’ τους πολιτικούς απατεώνες; Αποστάσεις απ’ την κοινωνία, απ’ τον θεό που πιστεύετε κι από την εκκλησία που ακολουθείτε; Αποστάσεις απ’ την ίδια σας τη ζωή;

Σας ζητάνε να χρησιμοποιείτε συνεχώς αντισηπτικά. Μα εσείς δεν φοβόσασταν πάντα τα μικρόβια; Τους ιούς, τη σκόνη, τα ζωύφια, τους μετανάστες, τους «περίεργους» και τις απόψεις τις ακραίες; Δεν καθαρίσατε ακόμα και το λεξιλόγιό σας από κάποιες ανάρμοστες λέξεις και γίνατε politically correct;

Ε, τώρα σας ζητάνε και να προστατέψετε τους άλλους απ’ τον ίδιο σας τον εαυτό! Αλλά τι είναι πάλι τούτο; Σας έχει μείνει καθόλου εαυτός;

Πάνω απ’ όλα, λένε, είναι η ζωή! Μπα! Λάθος πρέπει να κάνουν! Επιβίωση πρέπει να εννοούν! Και δεν θα είχε νόημα να ρωτήσει κανείς, ποιο είναι  το νόημα της ζωής. Μάλλον άκομψο και δυσάρεστο θα ήταν. Γιατί η απάντηση που θα ‘ρχόταν είναι: σκέτη και πάση θυσία, ξεροσφύρι επιβίωση! Εκτός αν το νόημα, το ένα και μοναδικό, είναι να βρεθεί το εμβόλιο…

Επομένως, όπως άρχισε κι όπως εξελίσσεται η ιστορία με τον Covid 19 (θα τη θυμάστε αυτή τη χρονολογία) δείχνει πως η χρήση που του γίνεται δεν είναι μόνο για να αλλάξει ο κόσμος και ν’ αλλάξει η ζωή, όπως υποστηρίζουνε μερικοί αντιφρονούντες. Ο ιός επικυρώνει και επισημοποιεί αλλαγές που είχαν ήδη επισυμβεί. Απλά, πότε- πότε  απαιτείται ένα καλό restart.

Χούντα, φωνάζουν κάποιοι! Δικτατορία! Μπα, υπερβολές! Η χούντα τάραζε τον κόσμο στο ξύλο! Οι κακόμοιροι οι Συνταγματάρχες μάλλον δεν πρέπει να νοιώθαν τόση σιγουριά για αυτό φτάνανε σε τέτοιες ακρότητες. Δεν είχαν σκεφτεί το πρόστιμο. Άρα, όποιος ρωτά, κάλλιο να πάρει τα βουνά!

Βγάλτε λοιπόν τώρα τη μάσκα και πηγαίνετε για ύπνο. Όσο κοιμάστε, κάποιοι έχουνε δουλειές. Πολλές δουλειές! Κάποιοι δεν κοιμούνται ποτέ και εργάζονται διαρκώς! Αλλά σεις μη φοβάστε! Στον ύπνο κανείς δεν κινδυνεύει! Καληνύχτα μαμά! Καληνύχτα μπαμπά! Καληνύχτα παιδί μου!

 

                                                                                                                        Β.Η.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2020

Η αρχαιότητα θα μας ακολουθεί ως το τέλος του κόσμου





Ο Νοτιοαφρικανός William Kentridge έστησε το καλοκαίρι του 2017 μια ζωφόρο κάτω απ' την Ακρόπολη.
Η σημερινή κοινωνία δεν θα είναι για πολύ ακόμα χωρίς αντιπολίτευση. Ο νέος κόσμος που θα γεννηθεί θα δημιουργήσει τις δικές του τελετουργίες. Ανήμερες, άγριες, από τα βάθη του χρόνου, θα συνοδεύουν μια τρομερή γέννα. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα αρχίσουν να φτιάχνουν προπλάσματα αυτών των τελετών του μέλλοντος.

                                                                                                          Β. Η.


                                              

      

      



      


       

       

                   

       

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Το Φαράγγι

Βάνα Δαμηλάτη-Ντάσιου, Γιώργος Κολόζης, Μάρτ. 1972, Φαράγγι Σαμαριάς, μετά τις Κάτω Πόρτες

Ένα χρόνο μετά, το Πάσχα του ’73, ο Τζίμης ο Θάμνος, ο Κολόζης, η Μαριλάμπη, η Χριστίνα, η Μαρία κι εγώ – η περίφημη «Ομάς Μαριλάμπη» - κατεβήκαμε απ’ το Ξυλόσκαλο και κοιμηθήκαμε την πρώτη βραδιά στο εκκλησάκι του Άη Νικόλα. Στη δεύτερη διανυκτέρευση ο Βαγγέλης ο φύλακας είδε τη μικρή φωτιά μας από ψηλά και ήρθε και μας βρήκε στα ερείπια της Σαμαριάς. Η ομάδα μας φορτωμένη τα «πεζοναυτικά» και τα σακκίδια με τον σιδερένιο σκελετό, τις «γαϊδούρες», πέρασε το επόμενο απόγευμα τις Κάτω Πόρτες βουτώντας μέχρι τη μέση στο νερό και στρατοπέδευσε σ’ ένα ξάγναντο με πικροδάφνες που τις ανάδευε ο αέρας απ’ το Λιβυκό. Μπήκε κατόπιν στην Αγία Ρουμέλη στεφανωμένη με τη μεγαλειώδη σιωπή του Λόγγου. Έφαγε φασολάδα στου Προκόπη, ήπιε κόκκινο κρασί και ύστερα τράβηξε οδοιπορώντας για το Λουτρό, τα Σφακιά και την Ανώπολη. Έκανε έναν γύρο στη Δυτική Κρήτη με λεωφορεία και ωτοστόπ και κατέληξε στην Παλαιόχωρα. Δυο βδομάδες συνεχών πορειών και κατασκηνώσεων. Γυρνάγαμε εδώ κι εκεί και δε δίναμε δυάρα τσακιστή. Η διαδρομή έγραφε μονάχη τον εαυτό της και κανείς μας δεν είχε κλείσει τα είκοσί του χρόνια. Ήταν εκείνο το διάστημα αιωνιότητας ανάμεσα στην κατάληψη της Νομικής και τον ξεσηκωμό στο Πολυτεχνείο. Δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει τότε, αλλά τώρα είναι φανερό. Επρόκειτο για μια βάπτιση· στα βουνά, τις νυχτερινές φωτιές, τον μεγάλο σκονισμένο δρόμο, τον ζεστό άνεμο και έναν απέραντο αγροτικό κόσμο. Τις νύχτες, μια στιγμή προτού μας πάρει ο ύπνος, ακούγαμε τον Μεγάλο Έναστρο να συλλαβίζει αργά το όνομά μας. Δεν το ξεχάσαμε ποτέ, ούτε την ελευθερία.

                                                                                                       Β.Η.






 

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2020

Μη κλωθογυρνάς σε τόπους που δεν βλέπεις το πρόσωπό σου!


-Καλά, εσείς λέτε την Istanbul Κωνσταντινούπολη; Θεωρείτε ακόμα ελληνική αυτή την πόλη; ρώτησε περιπαιχτικά ένα Τούρκος υπουργός Εξωτερικών τον Πάγκαλο.
Εδώ, ο δικός μας Πάγκαλος τα μάσησε λιγάκι προς χάριν της ελληνοτουρκικής φιλίας.
-Πάρτε την, συνέχισε απτόητος ο Τούρκος. Εγώ το λέω στους δικούς μου: «να τους τη δώσουμε»! Ξέρεις πόσα εκατομμύρια έχει; Δεκαπέντε! Ποιος θα πάρει ποιόν!

     Ήταν όμως το Βυζάντιο, ή ορθότερα το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, ελληνικό; Δύσκολο να το υποστηρίξει κανείς. Ένα Λατινικό κράτος ήτανε που στήθηκε μέσα σε μια ελληνίζουσα Ανατολή που άφησε πίσω του ο Αλέξανδρος. Κατά συνέπειαν, αν ήθελε να στεριώσει, έπρεπε να «μιλήσει» ελληνικά. Κι αυτό έκανε μες τους επόμενους αιώνες. Στο πνεύμα όμως; Στους αντίποδες της ελληνικής κοσμοαντίληψης στεκόταν. Μια πολυεθνική αυτοκρατορία ήτανε που είχε μάθει να κρατάει τα γκέμια με τρόπο άψογα ρωμαϊκό. Οι Έλληνες δεν ονειρεύτηκαν ποτέ ένα τέτοιο κράτος. Προτιμούσαν τον όρο «Πολιτεία» και τους ενδιέφεραν άλλα πράγματα, πιο λεπτομερειακά. Άλλωστε η συνεκτική διοικητική οργάνωση - και μάλιστα μεγάλης κλίμακας - δεν ήτανε το φόρτε τους.
Ακόμα χειρότερα, μολυσμένοι από το μικρόβιο της Δημοκρατίας, είχαν ο καθένας τους τη δική του γνώμη για ένα σωρό θέματα και είχαν λόξα με την ισηγορία. Κι ακόμα πιο χειρότερα, ήταν καθ’ όλα ξένη για τους Έλληνες η ιδέα μιας ανοδικής πορείας της Ιστορίας προς την τελείωση που οδηγεί σε κάποια Θεοφάνια. Μια διαρκής επανάληψη ήταν η αντίληψή τους για την πορεία των ιστορικών πραγμάτων: «τα ίδια και τα ίδια θα γίνονται και θα ξαναγίνονται όσο η φύση του ανθρώπου θα παραμένει ιδία». Και πάνω απ’ όλα, θεωροί του Κόσμου και περιδεείς θαυμαστές του ήτανε κι όχι εξουσιοδοτημένοι Κύριοί του.
    Ναι, οι Έλληνες, ή μάλλον οι εξελληνισμένοι Ανατολίτες (γιατί κακά τα ψέματα: η ηπειρωτική Μικρά Ασία ήταν η βάση, ο κορμός και η δεξαμενή του Βυζαντίου) έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε διοικητικά πόστα και σαν διανοούμενοι. Οι τελευταίοι ξεκίνησαν το τεράστιο έργο του ξεσκαρταρίσματος και της διαλογής, της αποδοχής κάποιων κομματιών και της αποποίησης  άλλων, μιας τεράστιας πνευματικής κληρονομιάς. Κάθε τι ασύμβατο προς το Δόγμα τους το έφαγε το σκοτάδι ή ρίχτηκε στη φωτιά που επίσης μετατρέπει το μάρμαρο σε ασβέστη. Κι εδώ τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως με όλα τα γιουρούσια κληρονόμων.
    Στην Ανατολή, μαθημένοι να υπακούν, υποτάχθηκαν γρήγορα. Δεν τους έσωσαν τα γρήγορα διαβάσματα του Αριστοτέλη ούτε πολυεκτιμούσαν τον Αριστοφάνη. Όμως οι Έλληνες της Αιγαίας λεκάνης, παιδιά της γαλάζιας δαντέλας η οποία γέννησε τους εντόπιους θεούς και δίδασκε την ενότητα του διαφορετικού, επί αιώνες ζυμωμένοι με τις ιδέες της αυτονομίας και της ισονομίας, αντιστάθηκαν γερά, κυνηγήθηκαν παντού σαν παγάνοι και τράβηξαν ουκ ολίγα. Αυτοί που ανεκτικά και ταπεινόφρονα είχαν κρατήσει ένα προσκυνητάρι ακόμα και για έναν άγνωστο θεό, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσουν έναν μονοπωλιακό θεό που ερχότανε παμφάγος. Αυτοί που ήταν βιρτουόζοι της ειρωνείας, εραστές του σπινθηροβόλου πνεύματος και ιλαροί θεατές της κωμωδίας αναγκάστηκαν να χωθούν στη σοβαροφάνεια και την κατήφεια. Αυτοί που, σαν εκπαιδευμένο κοινό της τραγωδίας, ήξεραν ότι η αρετή είναι έννοια τρεπτή έπρεπε να  αποδεχτούν μια αρετή υπαγορευμένη. Αυτοί που ήσαν βετεράνοι του ζυγιάσματος και του διαλόγου είδαν να πέφτει απάνω τους η εποχή των δογμάτων και των διαταγμάτων. Στο τέλος, με διάταγμα κλείστηκαν οι φιλοσοφικές σχολές για να καμφθεί το φρόνημα της Αθήνας. Οι τελευταίοι δάσκαλοι έφυγαν οδοιπορούντες για τα Σούσα να πάνε να βρούνε τον Χοσρόη, τον αποκαλούμενο «Έλληνα» επειδή ήταν λάτρης της φιλοσοφίας. Με περίσκεψη τους άκουσε ο Πέρσης. Το ένοιωθε, μετρημένες ήταν κι οι δικές του ώρες και τους κράτησε κοντά του. Αργά αλλά σταθερά αυξανόνταν τα σκοτάδια.

    Ας εξετάσουμε λοιπόν τώρα το συγκεκριμένο καθεστώς και από μια άλλη πλευρά πολύ σημαντική. Το είδος, τον χαρακτήρα, των ανθρώπων του. Οι νέο-ορθόδοξοι διανοητές προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο ανατολικός χριστιανισμός ανέδειξε τον άνθρωπο σαν «πρόσωπο», ενώ οι Δυτικοί τον υποβίβασαν σε «άτομο». Κουβέντα για την αρχαιότητα! Λες και ο αρχαίος πολίτης δεν ήταν πρόσωπο, με τρανταχτή μάλιστα κοψιά! Βέβαια, οι πιο εξευγενισμένοι και λεπτεπίλεπτοι εξ αυτών προσπαθούν με εξαιρετικά ύπουλο τρόπο να μας πείσουν ότι ο εκχριστιανισμένος Έλληνας είναι η θαυμαστή μετεξέλιξη του αρχαίου πολίτη. Λες και δεν χρειάστηκε κάποια αρχική βία και βαρβαρότητα για να καταστεί δυνατή μια τέτοια «μετεξέλιξη»! Οι ίδιοι όμως, στα χίλια τόσα χρόνια του Βυζαντίου, δεν έχουν παρά ελάχιστα πειστικά «πρόσωπα» να παρουσιάσουν. Οι αυτοκράτορες είναι πολέμαρχοι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και παίρνουν τον θρόνο την ημέρα με το σπαθί και τη νύχτα με το εγχειρίδιο. Ούτε μια αμφισημία δεν ταράζει το ντούρο προφίλ τους. Ένας θεατρικός συγγραφέας θα τράβαγε τα μαλλιά του!
    Ας εξαιρέσουμε τον Ιουλιανό που ήταν Παραβάτης και παλληκάρι και είχε ρομαντική καρδιά και γερό μυαλό. (Αλλά αφού είχε τέτοια μεγάλα σχέδια τι ήθελε και τράβαγε στην πρώτη γραμμή;). Ας εξαιρέσουμε και τους Παλαιολόγους, ιδιαίτερα τον τελευταίο που αγωνίστηκε πάνω στα τείχη παρατημένος από τους δικούς του και ξεχασμένος απ’ τον κόσμο. Και οι δυο τους είναι έξω απ’ τον χρόνο και για αυτό τραγικοί.                                
    Όσον αφορά τους στοχαστές, όλοι τους ήταν κλάση δεύτερη, περισσότερο ερμηνευτές γραφών. Δεν λέω, καλοί νομικοί ήταν που παρίσταναν τους θεολόγους και ξεσκάλιζαν κείμενα για να διατυπώσουν άρθρα πίστης, αλλά ως εκεί! Όταν έχει ακουστεί η λέξη αίρεση και ο στοχαστής ζει με τον φόβο μη παρεκτραπεί η σκέψη του, ο στοχασμός γίνεται έργο άχαρο. Όσο για την Τέχνη… πώς να  αναπνεύσει η Τέχνη σε εποχές που ο κόσμος έχει αποδεχτεί μια αδιάσειστη ιεραρχία και αυτά που «πρέπει» και «δεν πρέπει» διαχέονται από την κορυφή ως τη βάση της πυραμίδας; Γρήγορα ξεπέφτει σε αγιογραφία. Το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης το έχουμε πρόσφατο. Κοιτάξτε μόνο τα Φαγιούμ, τελευταίες μαρτυρίες του αρχαίου κόσμου, πρόσωπα μάς κοιτούν σαν να πέθαναν μόλις χτες κάπου στη γειτονιά μας… Κοιτάξτε μια αγιογραφία, ένα στυλιζαρισμένο αποτύπωμα απόκοσμων όντων που οι στρεβλωμένοι τους λαιμοί και η αφύσικη στροφή της κεφαλής μαρτυρούν τη νεύρωση και διαλαλούν τον φόβο για έναν βλοσυρό θεό .
    Όσο για το λαό, μια αδιαφόρετη μάζα ήτανε. Κανένα κεφάλι δεν ξεχωρίζει. Ούτε ένας λόγος δεν φτάνει ως εμάς από ‘κει κάτω. Βαρύ έπεσε το μαύρο ράσο του χριστιανισμού πάνω στους πληβείους. Μια-δυο εξεγέρσεις όλες κι όλες πνίγηκαν στο αίμα.

    Σαν ζωντανό κουφάρι έζησε για αιώνες η αυτοκρατορία με σύντομες αναλαμπές, ώσπου στο τέλος απόμεινε ένα κεφάλι δίχως σώμα. Κι είναι η αγωνιώδης ώρα του Πλήθωνα του Γεμιστού και του μαθητή του του Βησσαρίωνα. Ο Πλήθων την ύστατη στιγμή, όταν το κράτος έχει περιοριστεί γεωγραφικά στην Ανατολική Θράκη και σε κάτι σπαράγματα της ελληνικής χερσονήσου, προτείνει στον αυτοκράτορα Μανουήλ Β' τον Παλαιολόγο τη ριζική λύση. Να ξαναπιαστεί το πράγμα απ’ την αρχή και να γίνει μια γερή καρδιοτονωτική ένεση ελληνισμού στον κουρασμένο οργανισμό. Από την κακό διοίκηση, τον δογματισμό και την αυταρχικότητα το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος είχε δημιουργήσει στις ανατολικές του επαρχίες τον νεκροθάφτη του. Το Ισλάμ είναι η Αριστερά του Βυζαντίου! Οι επαρχίες χάθηκαν η μια μετά την άλλη. Η αυτοκρατορία αγκομαχούσε μπρος στην πέρσικη και αραβική μουσουλμανική Αναγέννηση. Τελικά οι Τούρκοι, που έφτασαν τελευταίοι, τρυγήσαν και το ασώματο κεφάλι κι έσωσαν τον Μονοθεϊσμό. Πενήντα χρόνια αν είχε αντέξει η Πόλη, καθώς η κυριαρχία της περιοριζόταν όλο και πιο πολύ στις παλιές ελληνικές περιοχές και η αμφισβήτηση προχωρούσε, (κι ως γνωστόν, όταν αρχίσει αυτό το πράγμα δεν σταματά) ίσως να είχε πραγματωθεί το όνειρο του Ιουλιανού και τότε, σαν Έλληνες, θα είχαμε έναν καλό λόγο για να κλαίμε. Έτσι όμως όπως έγιναν τα πράγματα, χύθηκε καθαρό νεανικό κρασί σε παλιά πιθάρια και οι Τούρκοι έφτασαν στη Βιέννη. Ο Πλήθων πέθανε στον Μυστρά λίγα χρόνια πριν απ' την Άλωση. Ο Βησσαρίων έφυγε για την Ιταλία για να συνεργαστεί με αυτούς που ετοίμαζαν την Αναγέννηση και ο φιλότουρκος Γεννάδιος έγινε Πατριάρχης και έριξε τα γραφτά τού Πλήθωνα στη φωτιά. Η αυτοκρατορία μετά την μετάγγιση του βάρβαρου αίματος πήρε μια παράταση τεσσάρων αιώνων.

    Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο θέμα των χαρακτήρων που είναι, κατά κάποιον τρόπο, θέμα αισθητικό. Σπάνια μες την βυζαντινοκρατία εμφανίζονται ενδιαφέροντες ανθρώπινοι χαρακτήρες. Γιατί; Δεν υπήρξαν δυνατοί στρατηγοί; Οπωσδήποτε υπήρξαν! Δεν υπήρξαν αυτοκράτορες ικανοί και ανίκανοι; Δεν υπήρξαν δαιμόνιοι αξιωματούχοι; Δεν υπήρξαν πουτάνες πολυτελείας; Προφανώς! Απελπιστικά λίγα όμως τα ανέκδοτα απ’ τη ζωή τους παρ’ όλο το χρονικό εύρος που καλύπτει το Βυζάντιο. Ατέλειωτη και στεγνή η σειρά ημερομηνιών μαχών, επισκοπικών συνόδων, στέψεων, δολοφονιών, προκαλεί ανία. Σπάνια ένα σχόλιο, ένας καίριος λόγος που να δίνει χρώμα και τόνο στα γεγονότα ώστε να μας δημιουργεί εικόνα. Σπάνια σχηματίζεται ένα πρόσωπο που να το νοιώθουμε οικείο. Σαν τα πάντα να επιτελούνται από μια άχρωμη και άνευρη δημοσιοϋπαλληλία. Από έναν μηχανισμό. Γιατί όμως; Είναι το Imperium που με χαλύβδινη κάπα σκεπάζει κάθε τι προσωπικό; Είναι η θρησκεία που περιφρονεί την ανθρώπινη ποικιλομορφία και δοξάζει το μεγαλείο του θεού; Είναι ο συνδυασμός των δύο, αυτό που λέμε «θεοκρατικό κράτος»; Πιθανόν. Πώς αλλοιώς να εξηγηθεί ότι ζωντανοί άνθρωποι πάνε κι έρχονται σιωπηλοί και άκαμπτοι σαν να ‘χουν καταπιεί επισκοπική ράβδο; Παρόλο που είναι φανερό ότι από κάτω μαίνονταν τα πάθη, όπως σ’ όλες τις δικτατορίες ακύμαντη εμφανίζεται να είναι η επιφάνεια. Πού είναι οι βλάσφημοι ποιητές; Πού είναι η αθυροστομία και η ανοιχτή καταγγελία στον Δήμο; Σπάνια διασώζεται ένας διάλογος, μια αντιδικία, που να φανερώνει λίγο χιούμορ, ένα έξυπνο πείραγμα, ένα βλέμμα που να λάμπει από πόθο. Πού είναι οι διάλογοι της αρχαιότητας όλο πνεύμα, αλλά κι έναν ρεαλισμό που φτάνει ως την πιο ωμή ειλικρίνεια; Πού είναι ένα «Πάταξον μεν, άκουσον δε»; Πού είναι ο ευφυέστατος διάλογος ανάμεσα σε έναν Σπαρτιάτη και έναν Αθηναίο την ώρα που οι Αθηναίοι σέρνουν τους αιχμάλωτους Σπαρτιάτες στην άνοδο για την Αθήνα μετά την παράδοση στη Σφακτηρία; Απλοί στρατιώτες, στην Κάθοδο των Μυρίων, βγαίνουν μπροστά και μιλούν στην Ιστορία. Τα λόγια τους φτάνουν καθαρά ως εμάς. Μοιάζουν οικείοι σαν να έρχονται απ’ τον τελευταίο πόλεμο. Η διαφωνία δυο ναυάρχων πάνω σ’ ένα κατάστρωμα, μια δραματική νύχτα, καταγράφεται απ’ τον Ηρόδοτο απ’ την Αλικαρνασσό και παραλλαγές της παίζονται και ξαναπαίζονται παγκοσμίως με άλλους πρωταγωνιστές. Ο Οδυσσέας ακόμα περνά σκυμμένος στο δοιάκι πίσω από τις πλάτες των σύγχρονων Ελλήνων, ο Αχιλλέας πάει κι έρχεται στα παιχνίδια των αγοριών. Οι αντίπαλοι συστήνονται κι αρχίζουν το κουβεντολόι κάτω απ’ τα τείχη της Τροίας ενώ, μιλώντας για ποίηση, ανακαλύπτουμε ότι «όλα πάνε πίσω στον Όμηρο». Τον τυφλό αοιδό που ένας μικρός λαός λογαριάζει σιωπηρά σαν εθνοκτίστη κι εθνοπλάστη του. Αυτόν που έχει το θάρρος να διακηρύσσει ότι «έπεα πτερόεντα» θα νικήσουν τη λήθη και τον θάνατο. Ο Λεωνίδας και οι Σπαρτιάτες του γοητεύουν τη μαρίδα που γυροφέρνει στις αλάνες και στους κινηματογράφους, η Άρτεμις ακόμα διατρέχει τα ρουμάνια και οι καυγάδες και οι έρωτες θεών κι ανθρώπων μάς έχουν μείνει αξέχαστοι· μια «γερή» πινακοθήκη προσωπικοτήτων! Ο σκοτεινός Ηράκλειτος και ο Σόλων που πρώτα νομοθετεί και εν συνεχεία ταξιδεύει. Ο έντιμος Αριστείδης που ανεβαίνει στην ναυαρχίδα λίγο πριν απ’ τα χαράματα για να συμφιλιωθεί με τον πολιτικό του αντίπαλο και το μεσημέρι αποβιβάζεται στην Ψυττάλεια. Ο Εφιάλτης, ο αιώνιος προδότης. Ο Αλκιβιάδης, ο ιδιοφυής μπαλαντέρ, ο Ολύμπιος Περικλής και ο σουλατσαδόρος στοχαστής Σωκράτης. Ο Ξενοφών, ο μαθητής του, εκλεγμένος στρατηγός και καταγραφέας μιας εκστρατείας στην οποία έμπλεξε επειδή πήγαινε γυρεύοντας για συγκινήσεις. Ποιος άλλος στρατός στην διάρκεια των χρόνων θα γλύτωνε από τέτοιο αποκεφαλισμό; Πού έμαθε ένας στρατός τυχοδιωκτών και μισθοφόρων να εκλέγει τους αρχηγούς του; Τελικά, να και κάποιοι οι οποίοι, αν και ήταν του σχοινιού και του παλουκιού, δεν εστερούντο ενός βασικού background! Τα πορτραίτα του Κλέαρχου (εξόριστου και καταδικασμένου σε θάνατο στη Λακεδαίμονα  – «που αγαπούσε τον πόλεμο και ήταν άνθρωπος της περιπέτειας») και των λοιπών στρατηγών που χάθηκαν παραμένουν υποδειγματικά. Σαν σκιαγραφία χαρακτήρων και σαν μοντέλα διοίκησης. Κι ακόμα, ο αλήτης με τα αδιάσειστα επιχειρήματα Διογένης, ο Αρχίλοχος ο γλεντοκόπος και ο μελαγχολικός Ευριπίδης. Ο αγροίκος Φίλιππος και ο Αλέξανδρος, το ανήμερο πνεύμα της νιότης κι ένας στρατός που στασιάζει κουρασμένος απ’ τις νίκες του. Η σκόνη που σήκωσε η μεγάλη εκστρατεία του έκανε αιώνες να καταλαγιάσει. Όμως η Σαπφώ ακόμα τυραννιέται κι αναδεύεται στα ιδρωμένα σεντόνια της που λάμπουν στο ασημένιο φως του φεγγαριού. Όσα μας κατέλιπαν έχουν μια θεατρικότητα και μια λογοτεχνικότητα που αρκεί για να τα κάνει πιστευτά. Ο χυμός τους πείθει: κι αν τα πράγματα δεν έγιναν έτσι ακριβώς, πώς αλλοιώς θα μπορούσαν να έχουνε συμβεί; («Γιατί το πλασμένο, μερικές φορές, ακόμα κι αν δεν σου δίνει την πραγματικότητα, δίνει όμως την αλήθεια. Άλλο η αλήθεια κι άλλο η πραγματικότητα, έτσι δεν είναι;»)
    Εδώ, ο ιστορητής έχει φαντασία, κρατάει στα χέρια το κοινό του αφού ανασταίνει τους νεκρούς. Χωρίς να το θέλουμε υποκύπτουμε στη γοητεία της αφήγησης. Και γίνεται να μην υποκλιθείς μπροστά στην ευφράδεια;
    Εκεί, η αφήγηση είναι φτωχή και σκορπά την πλήξη. Μάλλον δεν υπάρχουν ιστορίες άξιες να διηγηθείς. Λείπει η αίσθηση της αλήθειας των πραγμάτων. Λείπει η αίσθηση της περιπέτειας της ανθρώπινης πορείας πάνω στη γη. Το μόνο που πορεύεται είναι το ασώματο πνεύμα που καλύπτει σα γάντι την ισχύ τού κράτους. Λείπει ο πυρετός της αμφιβολίας, λείπει το κρυμμένο νόημα που διατρέχει τις ιστορίες από κάτω. Οι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι, μονοκόκαλοι και κωλοκάθονται. Δεν μπορούν να σηκωθούν, να περπατήσουν και να βγουν απ’ το χαρτί. Ένας κόσμος πνευματοποιημένος, εξαϋλωμένος και καλογερικός. Εν τω μεταξύ οι υπόνομοι της Βασιλεύουσας έζεχναν από φτώχεια, έγκλημα και ατιμία, ο κόσμος μίλαγε, αλλά εμείς δεν μπορούμε να τον ακούσομε. Πρόκειται για μια περίπτωση λογοκρισίας ή απλά λείπει το ταλέντο; Κι εδώ μάλλον είναι το κλειδί: οι Έλληνες ήταν ταλαντούχοι. Ή όπως έχει ειπωθεί: οι αρχαίοι είχαν πλάκα! Διόλου περίεργο αφού ζούσαν σ’ έναν κόσμο όπου το πνεύμα κύλαγε ξεκαπίστρωτο στους δρόμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όταν το πολίτευμα είναι μια τέτοια δημοκρατία, που βάση της έχει την ατομική ευθύνη, τότε αναπτύσσονται οι σπάνιοι καρποί όπως πνεύμα και ταλέντο.

    Όλη αυτή η παρέλαση προσωπικοτήτων τελειώνει μες την πυρκαγιά που κατέλυσε την Κόρινθο το 146 π.Χ. Από τότε ο ελληνισμός χάνεται για δυο χιλιάδες χρόνια. Διατηρείται για λίγο σαν φάντασμα και παρακοιμώμενος των Ρωμαίων μέχρι αυτοί να κάνουν τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του κράτους και τότε περνάει στην παρανομία. Πεσμένοι κίονες και σκαλισμένες πέτρες έμειναν και μια λαλιά που ακόμα ακουγόταν σε μια άκρη της σφαίρας, στην παλιά αγαπημένη χώρα. Και κείμενα, κείμενα πολλά, σε περγαμηνή και πάπυρο, που πάνω τους έσκυβαν με απορία ανάμικτη με θαυμασμό αλλόγλωσσοι μελετητές. Μολαταύτα λίγη αναμμένη θράκα διατηρήθηκε κάτω απ’ την κρύα στάχτη. Έμελλε σε κάποιους κατσαπλιάδες να την φυσήξουν και να ξανασηκώσουν φλόγα. Σαν προσάναμμα και σαν θαυμάσια καυσόξυλα έβαλαν την ίδια τη ζωή τους.
    Έτσι, χρειάστηκε να φτάσουμε πενήντα χρόνια πριν την επανάσταση, τότε που αρχίζει η μεγάλη εποχή της κλεφτουριάς, για να ξαναδούμε ανθρώπους τρομερούς. Ανθρώπινα θεριά που βγαίνουν απ’ τον χριστιανικό Μεσαίωνα, συνομιλούν με τα δέντρα, τα πουλιά, τα βουνά και τον θάνατο παραμένοντας πολυθεϊστές. Ασκούνται στο πήδημα, στο τρέξιμο και στο σημάδι. Ρίχνουν το λιθάρι και παίζουν τις αμάδες. Ύστερα διαβάζουν τα μελλούμενα στην πλάτη του αρνιού σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα απ’ την Ιλιάδα!
    Και να πώς η φύση που αφυπνίζεται συναντά την αυτοσυνείδηση! Θυμηθείτε το, όλο υποψία, σχόλιο της γριάς αλεπούς, του Πασσά των Ιωαννίνων, προς κάποιους Έλληνες: Εσείς οι Έλληνες κάτι έχετε στο νου σας, κάτι πολύ μεγάλο. Δεν δίνετε πια χριστιανικά ονόματα στα παιδιά σας, Γιώργος, Νίκος, Γιάννης, αλλά όλο κάτι αρχαιοελληνικά, Λεωνίδας, Περικλής, Αλέξανδρος και Δυσσέας…
    Και στον Αγώνα πια γίνεται της κακομοίρας! Ολόκληροι θίασοι επί σκηνής από ήρωες, καθάρματα και καταραμένους. Το μεγαλείο και η αθλιότητα! Προσωπικότητες πολυεπίπεδες που σγαρλίζονται από πάθη φοβερά, αλλά που σε μια στιγμή τούς μπήκε στο μυαλό η ιδέα της ελευθερίας. Αιώνια παιδιά… επιστρέφουν σχεδόν ανέγγιχτοι. Πέρασαν από πάνω τους Ρωμαιοβυζαντινοί και Οθωμανοί κι αυτοί, με μιαν αβίαστη κίνηση, ξαναβρίσκουν την πιο ατίθαση νιότη και την ιερή αποκοτιά. Αυτό κι αν είναι Παλιγγενεσία! Άνθρωποι που πάσχουν, πραγματικοί και οικείοι σαν να ‘ναι συγκαιρινοί, κατεβαίνουν απ’ τη σκηνή και μας συντροφεύουν. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που κουβεντιάζουμε μαζί τους.
    Μη σηκώνετε λοιπόν το φρύδι! Αυτά τα πράγματα είναι σοβαρά! Ως πότε θα κουβαλάμε το Βυζάντιο; Ως πότε θα κουβαλάμε κάτι τόσο βλοσυρό και γερασμένο; Γίνεται να ανασάνουμε έχοντας Εκκλησίες και Πατριαρχεία, χωμένα σα σφήνα στο πλευρό μας, να αφηγούνται χωρίς αντίλογο την ιστορία ανάμεσα σε αρχαιότητα και σύγχρονη εποχή και να σκύβουμε μπρος στο συντεχνιακό τους κλέος; Ή μήπως μπορεί να γίνει πειστικό το σχιζοφρενικό: και με την αρχαιότητα και με το Βυζάντιο! Να είμαστε Έλληνες τη μια στιγμή, Ρωμιοί την επομένη! Γίνεται να τριγυρνάς με δυο καρπούζια στη μασχάλη; Ή μήπως γίνεται να καβαλάς ταυτόχρονα δυο άλογα; Γιατί όχι; θα πουν κάποιοι. Η εποχή μας όλα τα χωρεί κι όλα τα καταλαβαίνει. Κάθε τι ισχύει όσο οτιδήποτε άλλο. Και Ευρώπη και «καθ’ ημάς Ανατολή»! Και Δύση και ελαφρά «παράδοση»! Ναι, αλλά όταν έχει φτάσει ο κόμπος στο χτένι και όταν σαν κοινωνία «παίζεις τα ρέστα σου», χρειάζεσαι τότε μια-δυο αρχές που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους για να βαδίσεις. (Λέω δε, «κοινωνία» διότι οι λέξεις «έθνος» και «λαός» έχουν γίνει δύσπεπτες. Πάτε σεις κατόπιν να βρείτε τι χρειάζεται μια κοινωνία για να μπορέσει να υπάρξει!)
    Άρα, ήρθε η στιγμή να αποφασίσουμε ποιο είναι το πρόσωπό μας. Θέλουμε τη Δημοκρατία ή την αυτοκρατορία; Αυτή είναι η μόνη σωστή ερώτηση που άπαξ και τεθεί οδηγεί κατευθείαν στη σωστή απάντηση.
  
    Και κάτι τελευταίο: Έριξα μια ματιά, με τρόπο ίσως παράδοξο και πλάγιο, σε δυο εκ θεμελίων αντιδιαμετρικούς κόσμους. Πρόκειται για δυο ιστορικές περιόδους που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Αμφότεροι οι κόσμοι κατέρρευσαν υπό το βάρος των ανομημάτων τους, φαγωμένοι απ' τον χρόνο.         
    Όμως, πόσο καθαρά και πόσο πλούσια σε διδάγματα φτάνει στ’ αυτιά μας τόσο η δόξα όσο και η παρακμή της ελληνικής αρχαιότητας! Πόσο σύγχρονη; Ενώ ο βίος και η πολιτεία μιας μεσαιωνικής απολυταρχίας, περίκλειστης και μονόχνοτης, το μόνο που μπορεί να μας εμπνεύσει είναι να σηκώσουμε τις σημαίες ενός παλιού δόγματος ενάντια στα δόγματα μιας άλλης, που συστηματικά χτίζεται πότε μπρος στα μάτια μας και πότε πίσω από τις πλάτες μας. Επομένως το ζήτημα που μας απασχολεί δεν είναι αν ο σύγχρονος ξεπεσμένος Έλληνας είναι κατά τι απόγονος των Βυζαντινών - οπωσδήποτε οι τόσοι αιώνες επικυριαρχίας τους άφησαν γερό αποτύπωμα στον χαρακτήρα του - αλλά τίθεται ως εξής: τι από την μακρόχρονη Ιστορία του μπορεί να τον βοηθήσει στις σημερινές συνθήκες επανεμφάνισης των αυτοκρατοριών και της υποστροφής στον αυταρχισμό; Από ποια περίοδο θ’ αποφασίσει να εμπνευστεί; Βέβαια αν επικαλείται οτιδήποτε μπορεί να του προσδώσει λίγο λάμψη και αδιαφόρετα ανακατεύει πράγματα αταίριαστα επινοώντας ασαφείς ιστορικές συνέχειες δεν θα καταφέρει τίποτα άλλο από τον να παρηγορεί τον εαυτό του.

    Αφήστε λοιπόν την Αγιασοφιά, βάρος άχρηστο μάς είναι! Έζησε τη δόξα της σε δυο διαδοχικές αυτοκρατορίες. Φτάνει! Όσο και αν είναι όμορφο το κτίριο, που «παρ’ όλο του τον όγκο, πανάλαφρο μοιάζει να στέκει στον αέρα», είναι το βαρύ, πολύ βαρύ, κτίριο μιας θεοκρατίας. Και δεν σας πρέπει να κλαίτε για έναν ναό, σαν τους άλλους που κλαίνε στα ερείπια του δικού τους Ναού. Ούτε να δακρύζετε για μια χαμένη Ιερουσαλήμ. Πληρώνονται τώρα, ξανά οι χριστιανοί με το νόμισμα που πλήρωσαν τους πιο παλιούς στήνοντας τις εκκλησιές τους πάνω στα αρχαία Ιερά! Άσχημα όμως θα μπλέξουν και οι Τούρκοι με τα αυτοκρατορικά παρελθόντα. Αλλά δεν νομίζω, εδώ που τα λέμε, πως νοιάζεστε και πολύ. Μάλλον καμώνεστε πως σας νοιάζει. Μάλλον δεν το ‘χετε πάρει απόφαση να τσακωθείτε με τους παππάδες! Αφήστε λοιπόν τους Ρώσσους, που είναι τα πραγματικά παιδιά του Βυζαντίου και που ναρκισσεύονται ότι είναι η «Τρίτη Ρώμη», να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Αυτοί ξέρουν τι να την κάνουν! «Όποιος έχει την Κωνσταντινούπολη έχει τον Κόσμο», σωστά το είδε απ’ την Αίγυπτο ο Ναπολέων! Αργά αλλά σταθερά φτάνει η δική τους ώρα. Εσάς δεν σας ταιριάζει η στρατιωτική κατάκτηση. Για άλλες κατακτήσεις είσαστε φτιαγμένοι. Ας ανακηρυχθεί ίσως Διεθνή περιοχή. Εσείς περιοριστείτε εκεί που φτάνουν τα πόδια σας και σ’ αυτό που πρέπει απαραίτητα να κάνετε: διευθετείστε τα του οίκου σας και ασχοληθείτε με τον δαιμονικό εαυτό σας, τόσο πανομοιότυπο με τον προγονικό και πάψτε να προσπαθείτε μάταια να ταιριάξετε τα χαρακτηριστικά σας με μια μάσκα ανέφικτης αγιότητας. Τέτοιοι διαβολάνθρωποι που είστε (παραδεχτείτε το επιτέλους!) πρέπει να στρέψετε την ενέργειά σας προς τα έξω. Σε κάτι μεγαλύτερο από σας. Ειδαλλιώς είσαστε χαμένοι!  Εσείς, ένας μικρός λαός, έχετε βίδα με το μεγάλο, εί δυνατόν το οικουμενικό! Παραδεχτείτε το κι αυτό! Στα μικρά γρήγορα παρακμάζετε! Αλλά τα μεγάλα θέλουν και αυτά τον περιορισμό τους! Ελπίζω να το διδαχτήκατε και τούτο απ’ τ’ αρχαία και σύγχρονα παθήματά σας! Δεν χρειάζεστε παρά μια επανάσταση που θα κάνει σεβαστό το Νόμο που θεμελιώνει τη δικαιοσύνη· θέλει η δίαιτα λίγο πικρό όταν έχει καλομάθει κανείς στα αλάτια και στη ζάχαρη. Συνεργαστείτε κατόπιν με τις χώρες της γειτονιάς σας για να διαλύσετε τη σύγχρονη Τουρκία. Κρατήθηκε στη ζωή για να φράξει τον δρόμο στην αλήστου μνήμης Σοβιετική Ένωση και να συγκρατεί τώρα την επανακάμπτουσα Ρωσσία. Αλλάζουν όμως γρήγορα τα πράγματα! Η Αμερική είναι μια έκκεντρη δύναμη, αναγκασμένη να επεμβαίνει με τους στόλους της πολύ μακριά, σε κάποια ευρασιατικά κέντρα και δη στο παγκόσμιο κέντρο που είναι η Ανατολική Μεσόγειος. Μπαίνει όμως σε μακρόχρονη περίοδο παρακμής. Και η Τουρκία, ένα ιστορικό απομεινάρι που αμήχανα πατά πάνω σε αρχαία θέατρα και ελληνικές επιγραφές και καταφεύγει σε όνειρα και δόξες παλατιών. Ένας νταής είναι που συγκεντρώνει τις ανησυχίες όλης της περιοχής και ο δυνάστης  μιας πανσπερμίας ξεχασμένων λαών που κατοικούν τη Μικρασία και, μολονότι είναι αφανείς ακόμα, δεν θα αργήσουν να δώσουν τα διαπιστευτήριά τους στην Ιστορία. Εσείς, το νου σας στην Κύπρο για να είστε παρόντες στη Μέση Ανατολή! Το νου σας στα Στενά! Στα Δαρδανέλια, στην Ίμβρο και στην Τένεδο! Και φροντίστε επίσης, όταν έρθει η ώρα, να πιάσετε συμβολικά δυο-τρία σημεία στη Μικρασιατική ακτή· ίσως την Ερυθραία, τη Μίλητο και την Αλικαρνασσό! Ίσως την Έφεσο! Ας είναι δυο αρχαία θέατρα, ας είναι μια μικρή κοιλάδα! Μόνο να βλέπουν θάλασσα! Όχι γιατί θέλετε να χωθείτε στην τεράστια Μικρασιατική ενδοχώρα, αλλά για να διασφαλίσετε το Αιγαίο. Γιατί αυτό είναι ο πνεύμονάς σας και η καρδιά σας. Και προσέξτε το εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα ορεινών όγκων, κοιλάδων, κόλπων, χερσονήσων, θαλασσίων περασμάτων και νησιών. Το σύστημα υγρών και στερεών. Σαν άρθρωση, σαν γόνατο, που πάνω του στρέφεται η Ευρώπη. Κι ακόμα, ένας από τους ευαίσθητους αρμούς μέσω των οποίων η Ευρασία φτάνει στη Μεσόγειο, ίσως τη θάλασσα με το μεγαλύτερο στρατηγικό ενδιαφέρον στον κόσμο.
    Είναι μεγάλη η σημασία του Αρχιπελάγους και πολλές οι κρυφές λειτουργίες και ανεπαίσθητες επιρροές του. Από αυτό θα απευθυνθείτε στην ανθρωπότητα και θα πείτε ό,τι έχετε να πείτε. Δηλαδή τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που αναζητούν οι αποκαμωμένες σήμερα κοινωνίες και τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που σας υπαγορεύει το φυσικό τοπίο σας: Δημοκρατία και Μέτρο!

                                                                                                                                                 Β.Η.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Νορμανδία



Οι παλιοί φίλοι στάλθηκαν στα μετόπισθεν, οι νεαρότεροι έχουν "κολλήσει" στις άμμους της Νορμανδίας, σε 'κείνη την κολασμένη Omaha Beach και στις άλλες… την Utah, την Juno, την Gold και τη Sword. Η μονάδα μας, η μονάδα Αλεξιπτωτιστών της 101ης Αερομεταφερομένης, που ρίχτηκε “Μετά τα Μεσάνυχτα” πίσω από τις γραμμές του εχθρού, δέχεται αφόρητη πίεση ευρισκόμενη κάτω από αδιάκοπο πυρ. Στα δυτικά μας, στο σημείο "Danger", πολύ λίγοι εξακολουθούν ακόμα να μάχονται. Ενάμισι χιλιόμετρο προς τα ανατολικά αρχίζουν οι βάλτοι. Αγκιστρωμένοι στη θέση "Τοπάζ" συνεχώς ατενίζουμε πρός Βορράν να δούμε τα κράνη σας ή τα πρώτα τεθωρακισμένα! Στείλτε τουλάχιστον τη γαμημένη την Αεροπορία να βομβαρδίσει τα ξενοδοχεία τους, να τους ταράξει τον Αδόξαστο! Η θέση μας είναι δεινή εν μέσω Προκεχωρημένου Καπιταλισμού! 
  Υ.Γ. Αγωνιούμε πάνω από το παλιό ασυρματοτηλέφωνο που παραμένει βουβό. Μάταια παλεύουμε με τη μανιβέλα. Οι επικοινωνίες μας, το μεγαλύτερο μέρος του 24ώρου, είναι κομμένες. Ελπίζουμε αυτό το μήνυμα προς το Μέλλον να περάσει.

                                                                                    Β.Η
                                         της 101ης Αερομεταφερομένης Μεραρχίας

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Καράκας, Βενεζουέλα



Εδώ, στην εξώτερη περιφέρεια, τελειώνει το επίσημο, διευθετημένο, Καράκας και αρχίζει η φαβέλα η επονομαζόμενη «Ζούγκλα». Ακτινωτή διάταξη, ομόκεντροι κύκλοι που σπάνε σε τεθλασμένες. Η σοφία του κυττάρου, η εργασία της μέλισσας, η ανθρώπινη ευρηματικότητα και ο δαιμονικός άνθρωπος· ο εφιάλτης ενός χωροτάκτη. Ποια αστυνομία μπορεί να μπει εδώ μέσα; Ποιο κρατικό σχέδιο μπορεί να ελπίζει σε κάτι παραπάνω από το να είναι ένα ακόμα κρατικό σχέδιο;
Ανθρώπινες ομιλίες, ήχοι ενός δείπνου σε περίκλειστη αυλή. Μες την αεικινησία των γυναικών ιδρωμένοι γυαλίζουνε στο σύθαμπο οι ώμοι των ανδρών γύρω από ένα τραπέζι· αιώνιος χαλκός. Οι ψιλές, παραπονιάρικες φωνές των θηλυκών, το βαρύ μουκάνισμα των αρσενικών. Βρωμερά απόνερα στο ρείθρο, ανθρώπινη αποφορά. Ένας καυγάς ξεσπάει στην απάνω ρούγα, υβρεολόγιο ακατάσχετο. Χάχανα. Ένα λεφούσι περνά τρέχοντας, κάποιον κυνηγούν. Μια γυναίκα διώχνει τον άντρα της, κλάμα μωρού. Βρισιές απανωτές και μετά σιωπή. Οι ανάσες ανθρώπων που κοιμούνται κι ένα βαρύ ροχαλητό. Ερωτικά βογγητά, το αγκομαχητό μιας γριάς που πεθαίνει, ένα παιδί δεν σταματάει να κλαίει.
Θάνατος ενός νταή, ένας μύθος γεννιέται. Μουσική δυο σοκάκια παραπάνω, ένας ατέρμονος Λαβύρινθος, όλα καταλήγουν σ’ ένα ξέφωτο στο κέντρο. Ταχύτατα διαδίδονται τα νέα, μια κοπελίτσα βγαίνει στο κλαρί. Αρχαίες γάτες. Αγόρια κουβαλάνε κάτι τυλιγμένο. Η νύχτα ζεστή, υγρή, αποτρόπαιη. Γαβγίσματα σκυλιών. 
Από δω ξεκίνησε η ανθρωπότητα. Εδώ επιστρέφω κι εγώ στα πιο λυπημένα μου όνειρα. Όπως ο περιπλανώμενος επιστρέφει σε μια γυναίκα. Όπως το σκουλήκι ξαναγυρίζει στον βάλτο.
                                                                                          
                                                                                          Β.Η.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

Λουλούδια στο βάζο

Τρέμουν στο βάζο τα λουλούδια τα κομμένα
το πιο μικρό φυτό αντέχει τη βροχή και τους ανέμους
και περνά απ’ τη μια εποχή στην άλλη
κι αυτά δεν αντέχουν λίγες μέρες.

Με το παραμικρό φύσημα αέρα
σαν ανοίξει ένα παράθυρο
σκορπούν τα πέταλά τους.

Τρέμουν το χέρι που θα τ’ αρπάξει
και θα τα ξαποστείλει από το πνιγερό δωμάτιο.
Με φόβο προσμένουν το χέρι 
που θα δώσει τέλος στην ψευτοζωή τους.

 Με φόβο και κρυφήν ελπίδα περιμένουν
την ξαφνικήν απόφαση 
τα λουλούδια τα κομμένα


                                                   Β.Η