Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Israel boom boom!



Israel boom boom! Kill kill, Israel kill kill! Israel boom boom, Israel kill kill! Adolf Hitla was a good teacher, taught the Jews how to kill! Adolf Hitla taught some good lesson to the Jews! Israel boom to kill, boom to kill!

Shoot shoot at the one who runs in the open! Aim and shoot! Paff! that’s it! Shoot the Philistine who runs in the gutter, pull the dead dog’s body at the side of the road. Shoot shoot! Survival is the only life that there is!

What goes up will go down! What goes up…! Then, they will be slaughtered from ear to ear for all  they have done to this beautuful people and no one will say a word! They will be drowned in their own blood and that time the humanity will not say a word!

In the meantime, they get rotten in their beds!


                                                                                                                  Β.Η

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Το Βάρος του Εαυτού


  Υπάρχει ένας βαθύτερος εαυτός ο οποίος μιλά σπάνια και όταν μιλά, μιλά από την εξορία. Αποστρέφουμε το βλέμμα και κάνουμε ότι δεν ακούσαμε την χαμηλή φωνή. Αν και τόσο μακρινή ακούγεται ολοκάθαρα, σαν ψίθυρος - καμιά φορά εντός μιας ξαφνική σιωπής, καμιά φορά μέσα στη νύχτα. Σαν κάτι ξένο· αλλά τρομακτικά οικείο.

    Προσποιούμαστε ότι νοιώθουμε καλά μέσα στη βουή του κόσμου και αγαπάμε τον πολτό μέσα στον οποίο χανόμαστε. Είναι καθησυχαστικό.
    Και υπάρχει πολύ μίσος σ’ αυτή την αγάπη…

    Νοιώθουμε ησυχασμένοι μες την αδράνεια της μάζας και την αποπροσωποποίηση.
    Θα μπορούσε να είναι μια ακόμα σημασία της λέξης «αυταπάρνηση».

    Υπάρχει όμως κάτι εξαιρετικά ακανθώδες σ’ αυτή την στάση και λέγεται προσωπική δύναμη και προσωπική ευθύνη.
    Γιατί ερχόμαστε μπροστά σε κάτι, αμφιλεγόμενο πιά, που λέγεται προσωπικό θάρρος. Αποσιωπημένο στις μέρες μας· σχεδόν ταμπού.
    Αλλά είναι πολύ επικίνδυνο να μην ασκήσεις την προσωπική σου δύναμη γιατί θα σε εκδικηθεί­­- σκοτώνοντάς σε!
­
    Και η αίσθηση της προσωπικής ευθύνης?  Να κάτι που δεν κάμπτεται αλλά για λίγο μόνο σκύβει το κεφάλι!

    Όλα αυτά είναι πολύ ενοχλητικά. Ζητώ συγνώμη λοιπόν αν ηχώ μελοδραματικός αλλά νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που ο θάνατος έχει γίνει τόσο τρομακτικός στις μέρες μας. Γιατί είναι αυτός που μας σέρνει βίαια μπρος σ’ αυτό το πρόσωπο κι αυτή τη φωνή.
    Δεν είναι ο ευλογημένος θάνατος αλλά αυτός που χάσκει σαν καταπακτή μέσα σε υπαρξιακή έρημο. Ούτε καν την ύστατη στιγμή, έχοντας καταστεί αλλόγλωσσοι, κατανοούμε την εσώτερη φωνή.
   
    Ό,τι όμως ισχύει για έναν άνθρωπο ισχύει και για ένα λαό. Και τα περίφημα προβλήματά μας μέχρι στιγμής, μοιάζουν σαν αιώρηση πάνω από ένα κενό, περιδίνηση γύρω από ένα μηδέν.


                                                                                      Β.Η
                


  


Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ευσεβείς Βάνδαλοι


Δεν θα κάψουμε τις σημαίες σας επειδή μισούμε το χώμα. Χώμα που μας γέννησε. Δεν θα μπούμε στις εκκλησίες σας με λασπωμένα άρβυλα επειδή είμαστε φονιάδες. Εμείς είμαστε αυτοί που με ματωμένα κουρέλια σκεπάζουν την καρδιά τους. Κι οι μόνοι που δέχονται να κλίνουν το γόνυ μπρος στην απειροελάχιστη ουσία του κόσμου.
…Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, και θα ήταν αρκετό! Θα προσπαθήσω όμως να εξηγήσω τον λόγο που θα ποδοπατηθούν τα σύμβολά σας.

Υπάρχει εκείνη η παραβολή της καμήλου που περνά μέσα απ’ το μάτι της βελόνας. Που είναι φυσικά η τριχιά από κάμηλο και όχι κάποια κάμηλος με καμπούρες. Και βέβαια αυτή η κάμηλος είμαστε εμείς- όλοι εμείς. Και πώς θα γίνει να περάσουμε μέσα από το στενό πέρασμα παρ’ όλη τη χοντροκοπιά μας ή τις καμπούρες μας, αν θέλετε, που είναι τα «αμαρτήματά» μας, οι αστοχίες μας? Πώς αλλοιώς παρά μόνο αν η κάμηλος γίνει λεπτή σαν βλέμμα- από δω η είσοδος κι από εκεί κιόλας η έξοδος. Και πρέπει η ζωή η ίδια να αποκτήσει την αστραφτερή λεπτότητα του βλέμματος.

Ορίστε λοιπόν, είμαστε ήδη στα χωράφια της ποίησης, που είναι μιά επαγγελία ευτυχίας, δηλαδή η επαγγελία μιάς ζωής ικανής για τέτοιο πέρασμα. Η επαγγελία «ενός κόσμου που παίρνει τη μορφή του».

Και πώς προσεγγίζουμε μια Γη της Επαγγελίας? Πώς αλλοιώς παρά με μια πράξη που είναι μια μετάφραση. Μια σχεδία- ή μια κιβωτός μεταφορών αν θέλετε- σε έναν κόσμο κατακλυσμού. Και σε έναν κόσμο Κατακλυσμού που έχασε την πίστη του- δηλαδή έπαψε να είναι θρησκευτικά πιστευτός – προσεγγίζουμε εμείς το ιερό μέσω της βεβήλωσης. Προσέξτε: όχι προσπαθώντας να ξαναστήσουμε στα πόδια της μια πίστη που τρεκλίζει αλλά μέσω της βεβήλωσης προσεγγίζουμε το ιερό.

Και αντηχεί μέσα σ’ αυτήν ένα ποιητικό «πιστεύω». Χρειάζεται θάρρος για κάτι τέτοιο.

Δεν είμαστε κάποιοι ανίεροι, κάποιοι ασεβείς. Αντίθετα είμαστε βαθιά θρησκευόμενοι- ίσως και πιο βαθιά από εσάς- μέσα στη πρώτη κοινωνία χωρίς θεό. Και είμαστε μόνο εμείς που στεκόμαστε ανοιχτά εμπρός σ’ αυτή την έλλειψη. Όμως το γνωρίζουμε διαισθητικά αλλά και έχουμε σκεφτεί διεξοδικά πάνω σ’ αυτό: το ιερό θα είναι μαζί μας ως τη συντέλεια του κόσμου.

Να λοιπόν γιατί μέσω της ποιητικής πράξης, που είναι βέβαια θρησκευτική πράξη, προχωράμε σε τέτοια επαγγελία. Η βεβήλωση ξαναμαγεύει έναν εγκαταλελειμμένο κόσμο.

…εμείς οι νέοι βάνδαλοι… τα πάντα θα βεβηλωθούν!

Κι αν εσείς ή εμείς, δεν έχει σημασία, άνθρωποι είμαστε όλοι μας, έχουμε ανάγκη από μια Εδέμ, που δίχως αυτή δεν μπορούμε να κάνουμε, πώς θα επιστρέψουμε σ’ αυτήν, αφού -θα συμφωνήσετε φαντάζομαι μαζί μου- άπαντες ευρισκόμεθα Ανατολικά της Εδέμ?

Σκεφτείτε παρακαλώ πάνω σ’ αυτό.

                                                                                                                  Β.Η

   (βασισμένο σε κάποιες ιδέες των συντρόφων Michel Deguy, Ζαν Λυκ Νανσύ και Μαλλαρμέ)


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία II

     

                        
                           ΑΙ ΘΗΡΙΩΔΙΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟΝ

    (…) Είδαμε ποιαί υπήρξαν «αι θηριωδίαι» του ελληνικού στρατού μέχρι των επιχειρήσεων του Σαγγαρίου. Υποθέτω ότι κανείς τιμίως δεν δύναται να ισχυρισθή ότι μπορεί να γίνεται κουβέντα περί βαναυσοτήτων ενός στρατού, ο οποίος ευρισκόμενος και μαχόμενος υφ’ ας εν Μικρά Ασία συνθήκας ευρέθη ο ελληνικός στρατός, ετράφη μόνον και απλώς από τους πόρους του τόπου ή έκαψε δυο χωριά των οποίων οι κάτοικοι του έστησαν ενέδρας, ή έλαβε μερικά στοιχειωδώς ενδεδειγμένα αντίποινα κατά πληθυσμών που παρεβίασαν επανειλημμένως και θηριωδώς τον σκληρόν πολεμικόν νόμον. Ας έλθωμεν τώρα εις τας επιχειρήσεις του Σαγγαρίου και ιδία εις την μετά τας παρά τον ποταμόν αυτόν μάχας, τας σκληροτέρας της ελληνικής ιστορίας, υποχώρησιν του ελληνικού στρατού. Είναι η περίοδος καθ’ ην διεπράχθησαν, κατά τους Τούρκους, από τους Έλληνας αι φοβερώτεραι θηριωδίαι, υπερακοντισθείσαι μόνον από τας θηριωδίας που διεπράξαμαν κατά την τραγικήν φυγήν προς την θάλασσαν, τον μαύρον Αύγουστον του 1922. Ας δούμε πού και ποία είναι η αλήθεια επάνω εις τας κατηγορίας αυτάς.
    Πρώτον: Κατά την υποχώρησιν εκ του Σαγγαρίου διέπραξεν ο ελληνικός στρατός βιαιότητας και θηριωδιάς? Δια να απαντήσωμεν είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσωμεν τι εννοούμεν με τας λέξεις αυτάς.
   Εάν θηριωδίαι είναι να βασανίση κανείς ανθρώπους, να σκοτώση τραυματίας, να βιαιοπραγήση κατά αιχμαλώτων, να προσβάλη αόπλους πληθυσμούς, να διαρπάση αναιτίως, να βιάση, να ληστεύση, ο ελληνικός στρατός ούτε εις τον Σαγγάριον υποχωρών ούτε μετ’ αυτόν διέπραξεν καμμίαν.
    […] Με όλα όσα τον συκοφάντησαν -με συστηματικότητα δε και μέθοδον τόσον διαβολική ώστε και μεις οι ίδιοι να καταντήση να τα παραδεχθώμεν ως αληθείας- οι Τούρκοι και οι άλλοι «πολιτισμένοι» εχθροί του, ως φερ’ ειπείν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί.
    Αν όμως καλέσωμεν θηριωδίας τους συστηματικούς εμπρησμούς χωρίων και την αποστράγγισιν κάθε πόρου της χώρας από την οποίαν περνούσαμε υποχωρούντες, τας συστηματικάς καταστροφάς που εκάναμε, τότε τοιαύτας θηριωδίας βεβαίως διέπραξεν ο ελληνικός στρατός υποχωρών από τον Σαγγάριον. Με την διαφοράν ότι αν δύναται να κριθή δι αυτάς, πρέπει να κριθή και κατακριθή όχι διότι τας διέπραξε, αλλά διότι δεν τας διέπραξεν όσον έπρεπε ριζικάς.   
    Διότι  πράγματι ο ελληνικός στρατός, στρατός λαού από ιδιοσυγκρασίας ανικάνου προς τας ομαδικάς βιαιότητας που χαρακτήρισαν ιστορικώς άλλους λαούς- ως οι Γερμανοί φερ’ ειπείν, δια να μην αναφέρωμεν τους υποδεεστέρου πολιτισμού επιδρομείς- δεν εστάθη, από έμφυτον αντίδρασιν, ικανός ούτε όταν υπεχώρει από τον Σαγγάριον να ενεργήση τας καταστροφάς που επέβαλλε δι’ αυτόν αμείλικτος στρατιωτική ανάγκη, ώστε να εξασφαλισθή ο δι’ αυτών επιδιωκόμενος σκοπός. Ήτοι: η παρεμβολή μεταξύ αυτού και του εχθρού κ ε ν ο ύ, επιτρέποντος εις τον ελληνικόν στρατόν ν’ αντιμετωπίση μιαν ήσυχον περίοδον χειμώνος.
    Είχε δ’ ανάγκην απόλυτον  αυτής της περιόδου ησυχίας. Παρασχών εις τον Σαγγάριον μιαν προσπάθειαν απεγνωσμένην δεν επέτυχεν, χάρις εις την αθλίαν ανωτέραν διοίκησίν του, να άρη την αποφασιστικήν νίκην που θα έκρινε τον πόλεμον. Ευρέθη λοιπόν εις την ανάγκην να υποχωρήση, καθημαγμένος, εξασθενημένος από το πλήθος των απωλειών του- είκοσι πέντε χιλιάδας άνδρας μας εκόστισεν εις νεκρούς, τραυματίας, ασθενείς το μαρτυρικόν εικοσαήμερον του Σαγγαρίου- και από την φοβεράν κατανάλωσιν των παντοειδών υλικών που εχρειάσθη να κάνη, ευρίσκετο υποχρεωμένος να υποχωρήση εις την παλαιάν γραμμήν αντιμετωπίζων την ανάγκην να παραμείνει εκεί επί μακρόν έως ότου η πολιτική θα εύρισκε τον καιρόν να δώση μίαν λύσιν εις το ζήτημα που τα όπλα είχαν πλέον αποδειχθεί ανίσχυρα να λύσουν, τουλάχιστον άνευ νέας τινός φοβεράς και υστάτης προσπαθείας, δια την επιτέλεσιν της οποίας όμως, και αν αύτη απεφασίζετο, έπρεπε πάλιν να δοθή εις την χώραν ο αναγκαίος δια την προπαρασκευήν μακρός χρόνος, τον οποίον μόνο η ικανότης του εν Μικρά Ασία στρατού να «κρατήση» θα ηδύνατο να εξασφαλίση.
    Δι’ όλους αυτούς τους λόγους, ο υποχωρών στρατός έπρεπε, εις την παλαιάν του γραμμήν επιστρέφων, να δυνηθή να μείνη εκεί, επί μήνας, ασφαλής από κάθε ανάγκην που θα του επέβαλε νέας αποφασιστικάς μάχας. Αφ’ ετέρου επεβάλλετο η σκέψις ότι οι Τούρκοι παρ’ όλην την φοβεράν φθοράν που είχαν και αυτοί υποστεί, ήτο εύλογον και φυσικόν να αποπειραθούν να επωφεληθούν αυτής της περιόδου καθ’ ην ο ελληνικός στρατός είχε μειωμένην ισχύν αντιστάσεως δια ν’ αποπειραθούν εναντίον του μίαν αποφασιστικήν προσπάθειαν η οποία εις αυτούς ήτο ευκολωτέρα, δεδομένου ότι, αν μη τί άλλο, τουλάχιστον η σπάνις εμψύχου υλικού δια τον Κεμάλ στρατολογούντα, όπως και όσον ήθελεν, ήτο παράγων ανύπαρκτος ή περίπου τοιούτος. Την αριθμητικήν δύναμιν του στρατού του δεν περιόριζαν αι απώλειαι- αυτάς τας ανεπλήρου με το παραπάνω η αέναος στρατολογία- αλλά μόνον ο διαθέσιμος αριθμός όπλων και εφοδίων, που χριστιανικώτατοι λαοί- οι Γάλλοι και οι Ιταλοί- έσπευδον να του προμηθεύουν αφθόνως και το σοβιετικόν χρήμα τού εξησφάλιζε τα μέσα ν’ αγοράζη.
                                       
                                            *****
    Υπό τας συνθήκας αυτάς το ενδεχόμενον μιας αποφασιστικής τουρκικής επιθέσεως επεβάλλετο να αντιμετωπισθή σοβαρώτατα μετά τον Σαγγάριον και να γίνει το παν δια ν’ αποφευχθή ένας τέτοιος κίνδυνος επί όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον. Αυτό δεν ήτο δυνατόν να επιτευχθή παρά μόνον εάν μεταξύ του Σαγγαρίου και της παλαιάς μας γραμμής, εις την οποίαν θα επεστρέφαμεν, εδημιουργείτο έρημος.
    Αι πολεμικαί ανάγκαι είναι σκληρώταται, αλλά άτεγκτοι. Ο περισσότερος ή λιγώτερος πολιτισμός ενός λαού δεν δύναται να ρυθμίση την ουσίαν τους και αν επεμβαίνει κάπως τούτο συμβαίνει μόνον δια να κάμη τόσο αποφασιστικωτέρας, συστηματικωτέρας, ριζικωτέρας τας μεθόδους που χρησιμοποιεί ένας στρατός, όσον είναι ο στρατός αυτός περισσότερον πολιτισμένος.
    Την απόδειξιν δίδει το γερμανικόν παράδειγμα κατά τον μεγάλον πόλεμον, ότε οι Γερμανοί υποχωρούντες εις την γραμμήν Χίντερμπουργκ, άφησαν πίσω τους την ερήμωσιν, καταστρέψαντες φρέατα, αποκομίσαντες παν ό,τι απεκομίζετο, από μηχανημάτων μέχρι γυναικοπαίδων, κόψαντες ακόμα και τα οπωροφόρα δένδρα σύρριζα.

                                                 ****
    Σύμφωνα με τας αιωνίας πολεμικάς αρχάς η στρατιά Μικράς Ασίας ευ και καλώς πράτουσσα διέταξε τα τμήματα υποχωρήσεως ν’ αποκομίσουν παν είδος τροφής και νομής που θα ηδύναντο, εκ της χώρας ην θα διέσχιζον και να προβούν εις όλας τας αναγκαίας καταστροφάς συγκοινωνιών. Τα τμήματα υπόχρεα να εκτελέσουν την διαταγήν- εν τάχει- υποχωρούντα και μαχόμενα, την ανέθεσαν ως ήτο φυσικόν εις αποσπάσματα, τα οποία βεβαίως δεν ενήργησαν συστηματικώς. Κατά την περίοδον αυτήν βεβαίως και χωριά ενεπρήσθησαν και αγέλαι απεκομίσθησαν και νομή αφηρέθη -καείσα οσάκις ήτο αδύνατον να μεταφερθή -και γέφυραι ανετινάχθησαν και σιδηροδρομική γραμμή κατεστράφη και άνθρωποι εφονεύθησαν. Όμως αι βιαιότητες που, κατ’ απόλυτον ανάγκην, διέπραξε ο ελληνικός στρατός υποχωρών δεν δύνανται, ούτε από μακριά, να θεωρηθούν τόσον αυστηραί όσο αι γενόμεναι από τους στρατούς των μάλλον πολιτισμένων λαών του κόσμου κατά τον μέγαν πόλεμον.
    Διότι οι Έλληνες δεν επήραν μαζί των υποχωρούντες όλους τους άρρενας Τούρκους της περιοχής που διέσχισαν και φθάσαντες εις την νέαν τους γραμμήν δεν έμασαν όλα τα γυναικόπαιδα της ζώνης που κατείχον ώστε να τα εξακοντίσουν προς τον Κεμάλ, φοβεράν στρατιάν πεινώντων προσφύγων, των οποίων και η ελαχίστη περίθαλψις και φροντίς θα ήτο αρκετή να παρεμποδίση σημαντικώς την συγκέντρωσιν των κεμαλικών φροντίδων προς αύξησιν της στρατιωτικής δυνάμεως του κράτους της Αγκύρας.
    Η σιδηροδρομική γραμμή και άλλα συγκοινωνιακά έργα κατεστράφησαν πλημμελώς ώστε(…)
    Αυταί υπήρξαν αι φοβεραί και τρομεραί δηώσεις που εκάναμεν υποχωρούντες από τον Σαγγάριον.


    Όσον αφορά τας βιαιότητας που εκάμαμεν όσον καιρόν παραμείναμεν εις το τόπον  και μέχρι της καταστροφής, τας αποδεικνύει η αγανάκτησις του ομογενούς στοιχείου: Διότι οι Τούρκοι υπήρξαν συστηματικώς οι ευνοούμενοι της διοικήσεως και η σπατάλη των φαρμάκων και κινίνου της υγειονομικής υπηρεσίας εξασφάλιζεν την ιατρικήν και φαρμακευτικήν περίθαλψιν των κατοίκων. Είναι αληθές ότι εχρειάζετο αγών και …πιέσεις δια να πεισθούν οι σαπίζοντες από την ελονοσίαν να καταφύγουν αντί των εξορκισμών του χότζα εις την κατάποσιν κινίνης.
    Τα ξόρκια του χότζα δεν ήσαν πικρά και όταν πέρναγα, αιχμάλωτος, από κάποιο χωριό που είχα μείνει ως «κομμαντάρης» γηραιοί αγάδες εζήτησαν με συγκινητικήν επιμονήν να τους παραδοθώ δια να με σφάξουν επειδή επί μήνας τους εφαρμάκωνα υποχρεών αυτούς και τα παιδιά τους να παίρνουν κάθε μέρα μια κουταλιά διαλυμένου κινίνου. Είναι αληθές ότι η ελονοσία είχε χτυπηθεί· και τα παιδιά τους είχαν παύσει να είναι τα κατακίτρινα μπακανιάρικα ψοφιμάκια που είχα βρει όταν είχα εγκατασταθεί εκεί· αλλά αυτό δια τους… αγαθούς αγάδες ήτο ασήμαντον· μια φορά τους είχα «φαρμακώσει» δίνοντάς τους επίτηδες «ιλκίτσι»-φάρμακον- πικρόν δια να τους βασανίζω, ο δε «Χακίμ» ο γιατρός που είχα και επισκέπτετο, κατά διαταγήν μου, τους πάσχοντες ήταν «τσοκ φενά», πολύ κακός, διότι… τους υπεχρέωνε να μη κοιμούνται μαζί με τα ζώα των.
                                         
                                               ****
    Αυταί υπήρξαν αι «βιαιότητές» μας εις την Μικράν Ασίαν, τουλάχιστον έως την καταστροφήν. Η μόνη κατηγορία που μας απέδωκεν ο τούρκικος όχλος και όταν ακόμα εμαίνετο εναντίον μας από την τυφλοτέραν λύσσαν, δεν ήτο ότι εκάψαμεν ή ελεηλετήσαμεν, αλλά ότι εφάγαμε κότες και αυγά.
    Βέβαια κατά την διάρκειαν της υποχωρήσεως προς Σμύρνην έγιναν και εμπρησμοί και δηώσεις και φόνοι. Αλλά οι πρόθυμοι να κατηγορήσουν δι’ αυτά τον ελληνικόν στρατόν θα έπρεπε να μη λησμονούν τας συνθήκας υπό τας οποίας, μέσα εις τον σπαρακτικόν δρόμον που υπήρξε η καταστροφή εκείνη, έγιναν αι θλιβεραί αυταί βιαιότητες και υπερβολαί. Προ πάντων δεν οφείλουν να ξεχνούν, οι πρόθυμοι και εύκολοι, εκ των υστέρων κατήγοροι, ότι αιτία των τοιούτων υπερβασιών υπήρξεν ο σοβαρός φανατισμός των Τούρκων χωρικών, δια τους οποίους ο υποχωρών ελληνικός στρατός είχεν αποβεί είδος ανθρωποκυνηγίου. Εις ένα πόλεμον, εις στρατιωτικάς επιχειρήσεις, ο χωρικός που θέλει να μη ενοχληθεί, οφείλει ν’ αποφύγη από του να ενοχλήση.
    Οι Τούρκοι χωρικοί δεν ηρκέσθησαν μόνον να ενοχλήσουν, κάμνοντες το παν δια να δυσκολέψουν την υποχώρησιν και την διαρροήν ενός στρατού αισθανομένου ότι χάνεται αν δεν διαρρεύσει, αλλά και έκαμαν κάτι φοβερώτερον: Μετεβλήθησαν εις συμμορίας τσακαλιών εναντίον του στρατού αυτού, ο οποίος μερικάς ημέρας πριν, κατακτητής και κυρίαρχος, τους εμοίραζε φάρμακα! Καθ’ ομάδας οι χωρικοί, ένοπλοι όλοι, έβαζαν εις το σημάδι τα υποχωρούντα τμήματα, τα οποία περίμεναν ενεδρεύοντες πότε πίσω από τα κατάκλειστα παράθυρα των σπιτιών του χωριού, δια των οποίων φεύγοντες περνούσαμεν και από τα οποία είχαν απομακρύνει εις τις γύρω λαγκαδιές τα γυναικόπαιδα, πότε εις κάποια στενωπό.
    Αλλοίμονον εις τα μικρά τμήματα που υπεχώρουν αποκοπέντα, και τρισαλλοίμονον εις τους απομονωμένους φυγάδας ή εις τους τραυματίας που έπεφταν εις τα χέρια των «αγαθών» και «φιλήσυχων» Τούρκων χωρικών.
    Κατά κανόνα μελιστάλακτοι και ήσυχοι οι Τούρκοι χωρικοί όταν από τα χωριά των επέρναγαν υποχωρούντες οι όγκοι των φαλάγγων, εγίνοντο ανήμερα θηρία όταν ήρχετο η σειρά των τελευταίων στοιχείων, μικρών πακέτων στρατιωτών, βραδυπορούντων διότι εσύροντο από την κούρασιν, αδυνατούντες- από τας μακράς πορείας και μάχας, τας στερήσεις και την αϋπνίαν, την κόπωσιν και ιδία την ψυχικήν συντριβήν- να πάρουν τα πόδια των.
    Υπό τας συνθήκας αυτάς, τιμίως πώς θα ήτο δυνατόν να κατηγορηθεί ο ελληνικός στρατός, διότι παθών αυτά που είπαμε κατά τας πρώτας ημέρας της υποχωρήσεώς του από τους ησύχους Τούρκους χωρικούς, ηναγκάσθη να λάβη μέτρα δια την σωτηρίαν του? Και ποια άλλα ηδύναντο να είναι υπό εκείνας τας συνθήκας, τα μέτρα της σωτηρίας του δια να σωθεί από τον θανάσιμον κλοιόν που τον περιέσφιγγεν ο μαρτυρικός στρατός μας? Ποια άλλα από άγρια και ανηλεή αντίποινα? Πώς ηδύνατο να κάμει άλλον από του να πυρπολή χωριά από τα οποία εβάλλετο και να τουφεκίζει σαν σκύλους χωρικούς που θα συνελάμβανεν φέροντες αγχέμαχον ή εκηβόλον οπλισμόν, αδιάφορον, […] «αγαθοί» Τούρκοι με πασσάλους και με κλαδευτήρια και με αξίνας[…] Είναι δυνατόν να κατηγορούνται δια βιαιότητας και δηώσεις οι βραδυπορούντες[…]?
    Και πώς είναι δυνατόν να ρίπτωνται εις βάρος ενός στρατού και ενός λαού όχι αι συστηματικαί αγριότητες του ιδίου ή των χωρικών του- ως συνέβη με τους Τούρκους- όχι η κακή συμπεριφορά κατά αμάχων και αιχμαλώτων εκ μέρους των νικητών, αλλά αι παρεκτροπαί, τα εγκλήματα έστω των ολίγων καθαρμάτων που ηδυνήθησαν μέσα εις την διάλυσιν της φυγής και εις την αναπόφευκτον, ως εκ τούτου, διάσπασιν κάθε δεσμού πειθαρχίας και κάθε φόβου ποινής, να αφήσουν ελευθέραν διέξοδον εις τα κακά ένστικτά των?
    Με την καθολικήν στρατολογίαν στρατεύονται και οι κακοποιοί και οι λωποδύται που θα ευρεθούν κατά την επιστράτευσιν έξω από τας φυλακάς. Δεν νομίζομεν δε ότι μπορεί κανείς να ισχυρισθή, πως υπάρχει λαός μη έχων και μέλη σάπια και συνεπώς στρατός μη έχων και καθάρματα. Είχε λοιπόν φυσικά όπως όλοι οι, εν επιστρατεύσει στρατοί, και ο ελληνικός τα καθάρματά του. Είχε και ο ελληνικός στρατός τους μαγκούφηδές του, οι οποίοι, φυσικόν ήτο, επωφεληθέντες της διαλύσεως των πάντων να επιδοθούν και εις λεηλασίας και να διαπράξουν βιαιότητες και φόνους. Αλλά αι βιαιότητες και οι δηώσεις υπήρξαν, πρώτον ελάχισται και δεύτερον δεν δύνανται να ευθύνουν, εν τω συνόλω του, τον ελληνικός λαόν, εικών του οποίου, όπως εις κάθε λαόν, είναι ο στρατός του. Τον ελληνικόν στρατόν και άρα τον ελληνικόν λαόν τον ευθύνουν, ενώπιον του πολιτισμού, ό,τι ως στρατός οργανωμένος έκαμε. Ως τοιούτος έκαυσεν? Επυρπόλησεν? Εδήωσεν? Είπαμεν: Δεν εδήωσεν. Απέσυρε τους πόρους της χώρας υποχωρών δια να τραφή και δια να στερήση τον αντίπαλον των μέσων της συντηρήσεώς του. Έκαμε καταστροφάς δια να δημιουργήση μεταξύ αυτού και του εχθρού το απαραίτητον κενόν. Κατά την καταστροφήν έκαυσεν αλλά δια να ασφαλισθή και ετυφέκισεν αλλά δια να τιμωρήση. Όταν όμως ήτο νικητής και κυρίαρχος ούτε τους άμαχους πληθυσμούς του εχθρού απήγαγε δια να κατασκευάζουν δρόμους εις την παλαιάν Ελλάδα, ούτε τας πόλεις του εχθρού επυρπόλησεν, ούτε τα γυναικόπαιδά του εξαπέστειλεν εις την Α[…], ούτε τας παρθένους του εκράτησεν εις τα […] των νικητών, ούτε τους αιχμαλώτους κατέσφαξεν, ούτε τον ανθρωπισμόν αόπλων μαχητών τους οποίους συνέλαβεν εξηυτέλισεν.
    Οι Τούρκοι απήγαγον τους άρρενας κατοίκους ως ομήρους εις το εσωτερικόν, εγέμισαν τας χαράδρας με πτώματα σφαγέντων, έσφαξαν και εξηυτέλισαν αξιωματικούς αιχμαλώτους ενώ οι ίδιοι διάμεναν εδώ ως πρίγκηπες εις το Α[…], έκαψαν την Σμύρνην ενώ η Προύσσα […] τους μιναρέδες της.

    Αυτή είναι, εν άκρα συντομία, η ιστορία των βιαιοπραγιών και των κακουργημάτων των παιδιών του ελληνικού στρατού εις την Μικρά Ασίαν. Οι κατήγοροι θα κάμουν καλά […] αλήθειαν, να μετρούν[…] φαίνωνται συγκαταβατικοί[…]

                                               ****

Σημ: Μιλάει ο Πολύμερος Μοσχοβίτης, νεαρός αξιωματικός στη Μικρά Ασία. Ας τον ακούσουμε με προσοχή, είναι ο παππούς μας. Από την εξιστόρησή του δείχνει άνθρωπος μετριοπαθής. Εμείς, αν και δεν είδαμε τη ζωή να χύνεται και να σκορπιέται όπως γίνεται στον πόλεμο, ας είμαστε μετρημένοι και ταπεινοί στην κρίση μας.
                Β.Η

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία


    


    Οπωσδήποτε επί τέλους, τα χαράματα της 19ης προς την 20η  Αυγούστου 1922 εξεκολλήσαμε. Περάσαμε από το Παρσάκ έξω από το Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο), του οποίου ο σταθμός και η γύρω συνοικία εφλέγοντο.
    Η καταστροφή του σταθμού και η ανατίναξις των εργοστασίων εγκαταστάσεως των μηχανημάτων είχεν αρχίσει από της 1 και 30’ το πρωί και διήρκησεν έως τας 5. Δεν έμεινε τίποτα. Μερικά σπίτια τριγύρω, όπως ήταν φυσικόν, επήραν φωτιά από τα γειτονικά κτίρια τα οποία είχον εμπρησθεί και φυσικά η φωτιά μετεδόθη τόσω μάλλον καθ’ όσον αρκετά υλικά εχρειάσθη να καταστραφούν δια του πυρός δια να μην απομείνουν εις τα χέρια του εχθρού.
    Μετά την αποχώρησιν και του τελευταίου μας τμήματος οι Τούρκοι της πόλεως έβαλαν φωτιά εις τα περί τον σταθμόν άλλα σπίτια – Χριστιανοί, Έλληνες και Αρμένιοι εκάθηντο ως επί το πλείστον εκεί- και έτσι η συνοικία ολόκληρος ηρειπώθη. Ήτο άλλωστε η μόνη συνοικία του Εσκή Σεχήρ που εκάη. Έχω αντίληψιν προσωπικήν του πράγματος διότι από Εσκή Σεχήρ ηθέλησεν η μοίρα να ξαναπεράσω, μετά δύο μήνες, αιχμάλωτος. Επομένως είδα τις καταστροφές που είχαν γίνει, τις είδα και βεβαιώ με τον πιο ρητόν τρόπο πως εκ της πόλεως αυτής μόνον η περί τον σταθμόν συνοικία εκάη, εμπρησθείσα δια λόγους στρατιωτικούς, επιτακτικούς και απολύτως αναντίρρητους- λόγους υψίστου ασφαλείας των υποχωρούντων στρατευμάτων. Κανείς στρατός του κόσμου δεν θα ενεργούσε άλλως. Και οι Τούρκοι θα έπραττον το ίδιο και μάλιστα τόσον καλά όσον οιοσδήποτε.
    Ειδικώς, λοιπόν, δια το Εσκή Σεχήρ, επαναλαμβάνω ότι είδα μόνος μου, με τα μάτια μου, τις καταστροφές που έκαμεν, όπως ήτο αναγκασμένος, ο ελληνικός στρατός φεύγων.
    Εκεί, εις το Εσκή Σεχήρ άλλως τε οι Τούρκοι, όχι μόνον με την ανοχή αλλά και την προτροπήν των αρχών και της συνοδείας μας, επετέθησαν εναντίον της φάλαγγος των αιχμαλώτων, κατέσφαξαν στρατιώτας, ητίμασαν τα άσπρα μαλλιά του στρατηγού Κλαδά, εφόνευσαν, συντρίβωντας τα κεφάλια τους, υπερσαράντα αξιωματικούς αιχμαλώτους, εμαχαίρωσαν με στιλέτο εις την ωμοπλάτη (πώς εγλύτωσεν από το φοβερόν εκείνο τραύμα?) τον λοχαγόν Αργυρίου, τον έφεδρον ανθυπίατρον Φουστάνον από την Σύρον, τον υπολοχαγόν, τότε, του πυροβολικού Παναγόπουλον Δ. και με μιαν ξιφολόγχην Λέμπελ (λιμαρισμένην εις την ράχην ώστε να αποβεί πριόνι από τη μία μεριά, ούσα ξυράφι από την άλλη) κάτω από τον υπεζωκότα, τον υποφαινόμενον – χωρίς να λογαριάσω τον Κοσμόπουλο, τον Ασημάκη, τον λοχία Νάλτσα από την Θεσσαλονίκη και τόσους άλλους. Αλλά δια όλα αυτά «απαγορεύεται η κουβέντα». Η υπερευέξαπτος τουρκική φιλοτιμία δεν το επιτρέπει και η ελληνοτουρκική …φιλία- μημουαπτική σαν να ήτο από φαρφουρί, θα εκινδύνευεν αν ελέγετο η αλήθεια ολόκληρη. Όθεν ας την βάλωμεν αυτήν την κακομοίρα την αλήθεια πάλι εις το ντουλάπι(…) Προς το παρόν όμως εδώ νομίζω ότι μπορώ και οφείλω, μιας που η συζήτησις έφθασε στην υπόθεση του εμπρησμού του Εσκή Σεχήρ, να μιλήσω, παρεμπιπτόντως, γενικώτερον για το ζήτημα των κατηγοριών αυτού του είδους που απέδωσαν οι Τούρκοι εις τον ελληνικόν στρατόν.

                       ΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΙ ΠΕΡΙ ΕΜΠΡΗΣΜΩΝ ΚΑΙ ΒΙΑΙΟΤΗΤΩΝ
    Πράγματι, είναι ανάγκη να ίδωμεν τι είναι αλήθεια απ’ ό,τι μας έψαλλαν και μας έσυραν. Οι Τούρκοι ειργάσθησαν με τέτοια μεθοδικότητα εις την δυσφήμισην αυτού του είδους που έκριναν απαραίτητον να κάνουν εναντίον του ελληνικού στρατού ώστε κατήντησε να γίνει περίπου δόγμα και αλήθεια ότι οι Έλληνες εις την Μικράν Ασίαν υπήρξαμε θηρία και εκάμαμεν σημεία και τέρατα -περίπου δεν εφύτρωσε χορτάρι από όπου επεράσαμεν- εκάψαμε χωριά και πολιτείες, εληστέψαμεν αγαθούς πολίτας, εβιάσαμεν παρθένους, εκρεουργήσαμεν αθώα παιδιά και αδυνάμους γέρους, εληστεύσαμεν, εκάναμε τέλος πάντων ό,τι ορδαί του Αττίλα θα έκαμναν. Όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά πράγματα τα έκαμεν ο ελληνικός στρατός παντού από όπου επέρασεν και καθ’ όλην την διάρκειαν της εν Μικρά Ασία παραμονής του, ιδίως όμως διέπραξεν ακατανόμαστα αίσχη και όργια προ πάντων υποχωρών. Αυτή είναι η τουρκική εκδοχή δια την συμπεριφοράν του ελληνικού στρατού εις την Μικράν Ασίαν. Και την εκδοχήν αυτήν οι Τούρκοι ειργάσθησαν με διαβολικήν ικανότητα και επιμονήν να διαδώσουν και να καταστήσουν πιστευτήν γενικώς. Και επέτυχαν. Επέτυχαν διότι απ’ εδώ δεν έγινε καμμία αντίδρασις. Διότι η φυλή μας το έχει να είναι όσον δεν γίνεται περισσότερον επιπολαία εις τέτοιου είδους υποθέσεις. Διότι κανείς από τους αρμοδίους, ούτε κράτος, ούτε υπηρεσία, ούτε προπαγάνδα του υπουργείου των Εξωτερικών, ούτε τύπος δεν εσκέφθη και δεν διακήρυξεν πως δια τους Τούρκους ήτο υπόθεσις ηθικής ζωής και ηθικού θανάτου έναντι της Ιστορίας και του πολιτισμού να εύρουν μίαν οποιανδήποτε κακήν έστω δικαιολογίαν δι’ όσα έκαμαν.
    Χωρίς τον θρύλον των ανήκουστων βιαιοπραγιών του ελληνικού στρατού πώς θα δικαιολογείτο η έξαψις του τουρκικού όχλου? Και χωρίς αυτήν την έξαψιν πώς θα εξηγείτο ο εμπρησμός της Σμύρνης, το μακελειό του Χρυσοστόμου, αι φοβεραί «λευκαί σφαγαί» και οι ομαδικοί εξανδραποδισμοί των ομήρων, που απήχθησαν και επέστρεψαν- όσοι επέστρεψαν- μαρτυρήσαντες εκείθεν? Πώς θα εδικαιολογούντο τα φοβερά, τα απάνθρωπα βασανιστήρια των αιχμαλώτων από τους οποίους άφησαν τα κόκκαλά των μόνον εις το σφαγείον- διότι σφαγείον μάλλον παρά συνεργείον έργων υπήρξεν- της γέφυρας του Ελβανλάρ? Περί τας δέκα πέντε χιλιάδας!
                                       …………………
    Δια να δικαιολογηθούν όλαι αυταί αι φρικαλεότητες ένας τρόπος υπήρχε. Να παρουσιασθούν τα επίσημα, τα οργανωμένα (με την ανοχήν αν όχι και με την υποκίνησιν) και με τη συνέργειαν των αρχών διαπραχθέντα εγκλήματα, ως αναπόφευκτον αποτέλεσμα  της μανίας της ασυγκράτητου του λαού, ενός λαού αγαθού και αθώου, εξεγερθέντος εναντίον κατακτητών βαρβάρων. Ενός λαού εκδικούμενου, σκληρώς βέβαια και με υπερβολάς, αλλά τοιαύτας που καθιστούν συγγνωστάς αι διαπραχθείσαι από τον ηττημένον σήμερον και αιχμάλωτον, αλλά σκληρότατον, ανεξιλέωτον, αιμοχαρή κατακτητήν της χθες. Άλλως τα τουρκικά, κατά των Ελλήνων πολιτικών ομήρων και στρατιωτών αιχμαλώτων, εγκλήματα και πράξεις, ως ο εμπρησμός της Σμύρνης, θα έμεναν απολύτως αδικαιολόγητα, στίγματα αναμφισβήτητα όσον και ανεξίτηλα εις την Ιστορίαν του λαού που τα διέπραξεν.
    Ιδού διατί πονηρότατοι όπως είναι οι Τούρκοι από την πρώτην στιγμήν προσέφυγαν εις αυτήν την μέθοδον και με τόσην διαβολικότηταν ειργάσθησαν ακαμάτως να διαδώσουν πρώτον και να κάμουν είτα πιστευτόν τον άτιμο θρύλον. Και επέτυχαν. Επέτυχαν τόσον ώστε και ημείς οι ίδιοι να καταντήσουμε να πιστεύσωμεν και να παραδεχθώμεν αυτόν τον θρύλον. Μού συνέβη ν’ ακούσω με τα ίδια μου τ’ αυτιά πρόσωπον επίσημο να λέγη:
   -Δεν αρνούμαι ότι οι Τούρκοι έκαμαν αυτά που μας λές. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι και ημείς εις το Σαγγάριο και κατά την υποχώρησιν εκάναμε τα ίδια.
    Εναντίον αυτών των αντιλήψεων, αισθάνομαι το καθήκον να διαμαρτυρηθώ και να φωνάξω:
   -Δεν είναι αλήθεια!
   Προβλέπω την απορίαν, τας ερωτήσεις που θα επακολουθήσουν.
   -Τι θέλετε να πήτε? Σοβαρώς ισχυρίζεσθε ότι ο ελληνικός στρατός δεν έκαψε χωριά? Οι Έλληνες στρατιώται δεν έκαναν βιαιότητας?
    Βλέπω επίσης εις τα χείλη άλλων να ανθή το χαμόγελο της περιφρονήσεως δια τον τυφλόν μου εθνικισμόν, δια τον καθυστερημένον μου σωβινισμόν, ο οποίος με κάνει, και κακοποιών την αλήθειαν, ν’ αρνούμαι πράγματα αναμφισβήτητα, προσπαθών έτσι να απαλλάξω την φυλήν μου από την ευθύνη βαρβαροτήτων τας οποίας διέπραξεν.
    Ακούω και τους άλλους, τους αμερολήπτους, τάχα απαθείς και υπέρτερους, οι οποίοι βλέπουν τα πράγματα υπεράνω πατρίδων και φυλών, οι οποίοι επιστρατεύουν την μόρφωσίν των και παρατηρούν ότι θεωρούν αναντίρρητον να έχωμεν διαπράξει, Έλληνες και Τούρκοι, ιδίας, απολύτως συγκρίσιμους θηριωδίας. Ότι και οι δύο λαοί είμεθα εξ ίσου ικανοί να αποθηριωνόμεθα, ανήμεροι εις τας περιστάσεις, αφού… και οι δύο είμεθα λαοί «βαλκανικοί».
                                       …………………………………

Σημ: Ο Πολύμερος Μοσχοβίτης, υπολοχαγός πυροβολικού, πολέμησε στη Μικρά Ασία στις τάξεις της 11ης Μεραρχίας. Κατά την υποχώρηση ολόκληρη η μεραρχία, συνεπεία της ανικανότητας της διοίκησης, αιχμαλωτίσθηκε αμαχητί στα Μουδανιά στις 30 Αυγούστου του ’22. Η αφήγηση των δεινών του δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από τις 19 Δεκεμβρίου 1932 ως τις 2 Απριλίου 1933 στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα». Έχει επίσης γράψει το «Πώς διελύθη ο στρατός που νικούσε δέκα χρόνια».
   Θεώρησα χρήσιμο να δημοσιεύσω εδώ ένα απόσπασμα από την αφήγησή του. Αν τα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης και ο εμφύλιος έχουν σε κάποιο βαθμό εξεταστεί, ο πόλεμος στην Κύπρο και η Μικρασιατική εκστρατεία παραμένουν θέματα «ανέγγιχτα». Ιδιαίτερα η καταστροφή στη Μικρά Ασία είναι το βαθύ τραύμα που κλείστηκε ανεξέταστο και ανεπούλωτο σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο της συλλογικής μνήμης και από εκεί δρα. Οι γεωπολιτικές συνέπειες της ήττας ήταν καταλυτικές: Το Αιγαίο από διαχρονικό κέντρο του Ελληνισμού μετετράπηκε σε σύνορο. Οι ψυχολογικές συνέπειες, ακόμα χειρότερες: Οι άνθρωποι τείνουν να δικαιολογούν τις προσβολές και τα χτυπήματα στα οποία δεν κατάφεραν να απαντήσουν κι εμείς, για χάρη μιας ελληνοτουρκικής λυκοφιλίας, προσπαθήσαμε επί μακρόν να προσποιηθούμε πως δεν συνορεύουμε με έναν «κακό γείτονα». Τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τέτοια ηττοπαθή στάση κι αυτό προσφάτως άρχισε να γίνεται αντιληπτό τώρα που η «φίλη και σύμμαχος Τουρκία» μετατρέπεται σε δεδηλωμένα ανοιχτό εχθρό. Εκατό χρόνια μετά το ’22, πρέπει να ερευνηθεί σε βάθος το τι έγινε τότε και να ανοίξει η συζήτηση ώστε να αρθούν οι «βολικές» αυταπάτες και να υιοθετηθεί μια στάση ανάλογη προς τα πράγματα. Να το πω πολύ απλά: πέρασαν εκατό χρόνια κι ακόμα για τη Μικρασία «δεν έχει γίνει ο λογαριασμός».
                                                                                                        Β.Η

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Περί Μεγαλείου


    Ξεκινώ μ’ ένα αξίωμα: ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Μεγαλείο. Γρήγορα εκφυλίζεται και εκπίπτει. Οι κοινωνίες του απώτερου παρελθόντος πλαισιώνονταν και συντροφεύονταν από κάποιες ηρωικές και άναρχες μορφές. Αποδοχή του ήρωα, της αναγκαιότητας ηρώων, σήμαινε ότι η κοινωνία άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό σε ένα άλμα «παράλογο» μεν, καλοδεχούμενο δε. Η αντιηρωική και σεμνή κοινωνία της εποχής μας με την απόρριψη τέτοιων μορφών καταδίκασε τον εαυτό της σε εξορία από τον ουρανό και δεν μπορεί να “σηκωθεί” από το χώμα που θα την θάψει.
    Παρ’ όλα αυτά, πάντα θα γεννιούνται άνθρωποι ικανοί να τρέξουν με ταχύτητες πολύ μεγαλύτερες απ’ αυτές του πλήθους, άνθρωποι ταγμένοι σε ένα μικρό ή μεγάλο Μεγαλείο. Σκληρή Μοίρα… είναι προορισμένοι να ζήσουν αποκομμένοι! Μοιάζουν με κάποια ευαίσθητα και μυστηριώδη εξαρτήματα μιας μηχανής που έπρεπε να δουλεύει αδιαίρετη, αλλά απορριγμένα στην άκρη του δρόμου περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους με ταχύτητες που γίνονται αφύσικες και διαλύονται σε ελατήρια, ελάσματα και σταθερά μέρη. Άλλοτε προορισμένοι να δίνουν ώθηση σε κάποιους ιμάντες που μετέφεραν την κίνηση σε κάθε μακρινό τμήμα της κοινωνίας, έχουν τώρα τεθεί σε αχρηστία και πρέπει να ξοδεύουν μόνοι τους μια υπερβολική ενέργεια που δεν μετριάζεται από την αδράνεια της βαριάς και οκνηρής κοινωνικής μηχανής και αυτοκαταστρέφονται. Ταυτόχρονα η κοινωνία, χάνοντάς τους, απομένει ακριβώς αυτό: βαριά και οκνηρή. Και ανεπιφύλακτα τους αποκηρύσσει και τους καταδικάζει για “εξτρεμισμό”. Για την ακρίβεια… προβαίνει σε “εξοστρακισμό”! Τι ανθρώπινη σπατάλη! Τι καταφρόνια ταλέντου και ικανοτήτων!
    Στην Τέχνη, στο έγκλημα, στην αλητεία, στον αναχωρητισμό, «υπό ξένην σημαίαν» θα τους ξαναβρούμε. Τρέλλα, μέθη, αυτοκτονία, αστοχία είναι η κατάληξή τους. Συνακόλουθα οι κοινωνίες που τους απέβαλαν αρχίζουν να πεθαίνουν από κάποιας μορφής ασιτία.
    Στην δε Τέχνη υπήρξαν εκατόμβες. Κάποιοι, μισοσυνειδητά, προσπαθώντας να αποφύγουν την κατευθείαν σύγκρουση με τον κόσμο της αποστέρησης έπαιρναν το μονοπάτι της. Πολλοί σχοινοβάτησαν με επιτυχία ως το τέλος. «Απ’ τους υπόλοιπους, άλλους τους ανέλαβε το πιοτό κι άλλους ο Διάβολος»! Οι απώλειες είναι υπολογίσιμες. Δεν γίνεται να “μονωθεί” η κοινωνία απ’ τη ζωή.
    Ο Ρεμπώ, οπαδός της Κομμούνας, καλωσορίζεται από τους παρισινούς ομότεχνους του σαν «ο διάβολος ανάμεσα στους Δόκτορες» αλλά φεύγει για την Αφρική, ο Χέμινγουεϊ αυτοκτονεί στην Κούβα, ο Νίτσε, ποιητής από τους λίγους, γίνεται ένας ήρωας της φιλοσοφίας προτού χάσει τα λογικά του και ο Φρανσουά Βιγιόν γλύτωσε παραπάνω από μια φορά την αγχόνη πριν εξαφανιστεί για τα καλά.
    Αλλά είπαμε, δεν είναι μόνο οι επώνυμοι της Τέχνης. Τυχοδιώκτες “ων ουκ έστιν αριθμός” έζησαν ανεξάρτητοι και πέθαναν καταραμένοι.

    Μα… θα μου πείτε, ό άνθρωπος, ο «απλός άνθρωπος», δεν είναι φτιαγμένος ούτε για την ουτοπία, ούτε για το μεγαλείο. Μάλλον για τη σκέτη επιβίωση προορίζεται και ήρθε επιτέλους η εποχή να το αποδεχτεί χωρίς καμία ενοχή για τη μετριότητά του. Λάθος, μέγα λάθος, θα σας απαντήσω! Στις κοινωνίες του παρελθόντος, άγριες και ανορθολογικές, που ζούσαν ακόμα στον κόσμο των ονείρων, τέτοιοι υπερβολικοί άνθρωποι εύρισκαν φυσιολογικά  τη θέση τους. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος της μάζας μετείχε του μεγαλείου μέσα από τις ηρωικές αφηγήσεις, τα έπη και τους θρύλους, τα λαϊκά τραγούδια, το αρχαίο δράμα ή, στη χριστιανική εποχή, μέσω της εκκλησιαστικής λειτουργίας. Η μοίρα της εξαιρετικής μορφής, ο θάνατος ενός θεού, η Μεγάλη Περιπέτεια μιας Εποχής ήσαν εκεί, ανοιχτά, “εκτεθειμένα” μπρος στα μάτια όλων οι οποίοι μετείχαν των εξαιρέτων πράξεων παρ’ όλη τους τη μετριότητα και την αδυναμία. Περιπίπτοντες σε μέθεξη γίνονταν συμμέτοχοι του Μεγαλείου. Έτσι το «κοινό» προετοιμαζόταν για τον «εξαιρετικό» όταν η ανάγκη για αυτόν είχε ωριμάσει και προετοίμαζε επίσης τον εαυτό του για την Ιστορική στιγμή. Αλλά.. ας με συγχωρήσετε που το λέω, η φαντασία δεν είχε ακόμα φύγει ξυπόλυτη πάνω στις πέτρες. 
    Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν φοβάται τόσο πολύ την ασημαντότητά του όσο το ίδιο του το μεγαλείο και αυτό ήταν πάντα έτσι αλλά το πλαίσιο, το μυθικό πλαίσιο, γεμάτο ήρωες και καθάρματα ήταν πάντα εκεί. Σήμερα όμως οι γερασμένοι πληθυσμοί της μαζικής Δημοκρατίας μας, λογοδοσμένοι στην ασφάλεια και τη διαρκή ειρήνη, αποτάσσονται τις μεγάλες ιδέες, διαβρώνουν και ανατινάσσουν το πλαίσιο και ανακουφισμένοι ομνύουν στη μηδαμινότητα. Αλλά έτσι, αυτή η Δημοκρατία αποκλείει τον εαυτό της από την προοπτική ενός Συλλογικού Άθλου! Γαίαν ας έχει ελαφράν! Εγώ προσεύχομαι και γράφω, γράφω και χορεύω για μιάν άλλη, μια Δημοκρατία Λόγου που στοχάζεται τα μέσα της και τις πράξεις της και ταυτόχρονα αγκαλιάζει τον Μυθικό και τρομερό εαυτό της.  

                                                                         Β.Η
                                                                                                                                                                                                                   
  Υ.Γ  Ξεκίνησα με ένα αξίωμα, ας κλείσω με μία διαπίστωση: στη σκιά του Μεγαλείου πάντα κρύβεται η αθλιότητα. Αυτή είναι η ιστορία του Αγώνα που έκανε ο λαός το ’21. Όσοι όμως αποστρέφονται την έξαρση φοβούμενοι τη σκιά της, όσοι δεν καταλαβαίνουν πως με κόπο ο άνθρωπος βγαίνει απ’ τα σκοτάδια προς το φως, θα ζήσουνε συρρικνωμένοι μέσα σ’ ένα κόσμο γεμάτο από μικρούς φόβους.                     

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ξημερώνοντας 25 Μαρτίου 2018


Οι άνθρωποι θέλουν την ενότητα του βίου
αγαπούν την ιστορία
χρειάζονται τη συνέχεια
και θέλουν να συμμετέχουν σε κάτι που
έχει αρχή-μέση-τέλος.
Θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους
μέσα στο μεγάλο χάρτη της ζωής
κι έχουν τρομάξει έως θανάτου,
κρύα πνοή μέσα απ’ τις χαραμάδες
της ψυχής τους
υγρή και νοτισμένη
κι ας εμφανίζονται ψύχραιμοι
κι ας γεμίζουν τους δρόμους…

Γι’ αυτό και ‘γώ έρχομαι
φορώντας μάσκα και βροντή
να μιλήσω για το έθνος
τους Έλληνες τους πιο παλιούς
εκεί που αρχίζει η ιστορία.

Γι’ αυτόν που γύριζε
τον κόσμο σαν σκυλί
και καυχιόταν πώς
το όνομα του ήταν Κανένας…
και πολλών ανθρώπων είδε πόλεις
και γνώρισε τις νοοτροπίες.

Έπειτα
λέγεται ότι στην αναζήτηση
της αλήθειας δεν δίστασαν μπροστά
σε τίποτα
και πως έπαιζαν
ψάχνοντας γι’ αυτήν
σαν να ήτανε παιδιά.

Επίσης
λέγεται ότι γεμίζανε τα θέατρα,
              το διάφανο της Επιδαύρου
              το βαρύ Ησιόδειο της Δωδώνης
βοσκοί που ερχόντουσαν με τα πόδια
και τους αραμπάδες
               μέσα απ’ τα βουνά.


Και η πάλη τους ενάντια στην Ολιγαρχία
που καταγράφηκε απ’ τους ιδίους
               εν πάση λεπτομερεία
               παγκόσμια κληρονομία
μοιάζει σαν να έλαβε χώρα μόλις χτες.
Χαρά ήταν να ζει κάνεις την εποχή εκείνη!

Υπήρξε πράγματι αυτός ο λαός?
Πολλά χρόνια πριν,
               είναι αλήθεια
και μετά όλα χάθηκαν
γιατί η παρακμή είναι
νόμος φυσικός
όχι όμως χωρίς ν’ αφήσουν ίχνος!

Δεν μιλώ για μίμηση
την έμπνευση ζητώ
από ανθρώπους που θα
αποτελούσανε για μένα
αν τύχαινε να βρεθώ ανάμεσά τους
     την πιο καλή παρέα.

Και θα μιλήσω τώρα για τους
    αιώνες της σιωπής
κι αυτούς που λημεριάζανε
στον ανήμερο το λόγγο
πώς παραβγαίναν στο λιθάρι,
το πήδημα, το τρέξιμο και τις αμάδες
πώς χόρευαν,
πώς πολεμούσαν, πώς μαντεύαν
τα μελλούμενα στην πλάτη του αρνιού
σαν να μην πέρασε μια μέρα
απ’ το έτος της Ιλιάδας.

Και πώς έγιναν οι κλέφτες
επαναστατικός στρατός,
αυτό κι αν έχει ενδιαφέρον!
…γιατί στις πιο ζοφερές στιγμές της
η Ελλάδα πάντα θα ξαναγυρνά στο ΄21
ασύλληπτο εγχείρημα, ηρωϊσμός και ατιμία!
Αυτή είναι η μήτρα που έβγαλε
εμάς, τους νεότερους Έλληνες.
Εκεί είναι όλα κρυμμένα
κι ό,τι τότε έμεινε λειψό
λάμπει σαν καθήκον
που απόμεινε σε μας να φέρουμε σε πέρας.
Να τελειώσουμε ΄κεινη την παλιά επανάσταση
που καταφέραμε και διώξαμε τον Τούρκο
αλλά αφήσαμε απείραχτους τους προεστούς
και άθιχτη την δύναμη της Εκκλησίας.

Το Κάλεσμα στην Επίδαυρο,
                              21 Δεκέμβρη του ’21,
το λέει καθαρά:
«Η πρώτη ελευθέρα συνέλευσις των Ελλήνων
ύστερα από εικοσιδύο αιώνες»
καλώντας για πλήρη απελευθέρωση
και γίνανε πολλά και δεν ξανακούστηκε η φράση.
Μέσα σε κείνη την Ευρώπη
μετά την ήττα της Γαλλικής Επανάστασης
δέθηκε χειροπόδαρα και η δικιά μας
και φτιάχτηκε το μικρό το κράτος
που προτιμούσε να ‘ναι ρωμαίικο
                                    ή γραίκικο
                        αλλά όχι ελληνικό
όπως φόραγε η Ελλάδα το ένα στενό παπούτσι
που το λέγανε χριστιανισμό
ποδέθηκε και τ’ άλλο που το λέγαν Δύση.
Δεν ορίζουν οι κατακτημένοι!

Γι’ αυτό κοιτάχτε την έκλειψη των δυό χιλιάδων χρόνων
και μη την ψευτογεμίζετε
με Ελληνορωμάϊσμούς
Βυζαντινισμούς
και Ελληνοχριστιανισμούς
Η Ελλάδα νικήθηκε το 146 π.χ.


Κι ήρθε ύστερα η προσφυγιά του ‘22
ο χαμός της Μικρασίας
«η κατάβαση του Ελληνισμού στον Άδη».

Κι όλες οι υπόλοιπες η μια πάνω στην άλλη
από τη Μαύρη Θάλασσα ως την Αλεξάνδρεια
το μάντρωμα του Ελληνισμού στο επαρχιακό το κράτος.

Και τώρα φορώντας τη μουτσούνα του Μινώταυρου
θα μιλήσω για τη φοβερή
δεκαετία του ΄40
που η αυλαία της άνοιξε και έκλεισε
στα ίδια έρημα βουνά
κύκλος τραγικός
φρίκη σιωπηλή κι αδιέξοδη
ανάμεσα στο εθνικοφασιστικό τέρας
και τον σταλινικό Γολγοθά,
που παίξανε στα ζάρια τη μοίρα ενός λαού
που στάθηκε με αυτοσεβασμό στον πόλεμο
και απροσκύνητος μες τη γερμανική κατοχή 
κι είχε στην αγκαλιά του
μαύρη μνήμη - μαύρη πέτρα
την πείνα τον χειμώνα του ’42.
Καημένα έρημα παιδιά!

Από ‘κείνον τον εμφύλιο
τι μας απόμεινε?
Άδεια τα χέρια μας κρατούσαν σκιές.

Κι ύστερα το κουτσούρεμα στην Κύπρο,
Μικρασιατικά παράλια, Εμφύλιος, Κύπρος,
τρεις ήττες είναι πολλές για ένα λαό
και Ουαί τοις ηττημένοις!

Καθόλου παράξενο λοιπόν που η χώρα
                             αποπειράθηκε να ξεχάσει τον εαυτό της.

Σ’ όλη τούτη την πορεία
που σας εξιστορώ…
υπάρχουν ήρωες
υπάρχουν μάρτυρες
κι ανθρώποι που δούλεψαν με το κερί,
ρωτώ: σε ποιόν ανήκουν?

Γιατί όποιος τρομάζει
απ’ τους φυσικούς συμμάχους του
                             είναι ολότελα χαμένος.

Εκτός από βενζίνη και λάδι
το μπουκάλι όταν φεύγει αναμμένο
θέλει και μια δόση Ιστορίας.
Την έχουμε ανάγκη
είναι αυτή που κάνει πατρίδα μία κοινωνία.
Για πολύ καιρό αφέθηκε στα χέρια
αυτών που την φοβούνταν.
Δεν είναι μόνο μάθημα του χτες
που έρχεται και μπαίνει στο σήμερα
αλλά όπως η αφήγηση κυλάει
δέστε πως όλοι σκύβουνε μπροστά
                      χωρίς ανάσα
έτσι φτιάχνει το παιδί κόκαλα γερά
όταν μέσα τους έχουνε μεδούλι.

                              Γι’ αυτό πάρε τη θέση σου
μέσα σε τούτη την πορεία 
καθόρισε το έργο
και δες πως φαίνεται από μόνο του:
αυτό που βαλθήκαμε να κάνουμε
αδύνατο να γίνει χωρίς βοήθεια
απ’ την Ελλάδα.
Και σε αυτήν θα επιστρέφουν ασταμάτητα οι κόποι μας.

Όχι για κάποιο υποθετικό της μεγαλείο
ούτε για μιαν υπεροψία ή πόζα εθνική
αλλά για να μπορέσει αυτή η χώρα
αναλογιζόμενη τον εαυτό της
να ξανακάνει μια πρόταση στον Κόσμο.
Έναν Κόσμο που τόσο την έχει ανάγκη.
Αυτό δηλαδή που έλαμψε στο κέντρο της
για μια ολόκληρη εποχή
και έκτοτε διασχίζει σαν υπόγειο ρεύμα
όλη της την Ιστορία,
ισηγορία και συμμετοχή
ελευθερία και δικαιοσύνη.
Ό,τι πιο πολύ ο Κόσμος έχει σήμερα ανάγκη.
                             Τότε θα είμαστε δικαιολογημένα υπερήφανοι.

Όπως κάθε άνθρωπος έρχεται στη γη
για να αφήσει πίσω του ένα δώρο στη ζωή
έτσι και τα έθνη,
κάθε έθνος, έχει ένα συλλογικά έργο να επιτελέσει
και απαιτείται μεγάλος κόπος για να συλληφθεί
και να πραγματοποιηθεί
ένα τέτοιο σχέδιο
που τελικό σκοπό, να έχει την ομορφιά.
Μ’ αυτή την ομορφιά ο πλανήτης Γη
μπορεί και συνεχίζει
την πορεία του ανάμεσα στα αστέρια
μέσα σ’ αυτό που κάποτε
αποκαλούσαν Κόσμο.

                                        Β.Η