Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΕ ΜΠΕΛΛΑΔΕΣ

...Οι Νεότουρκοι(1908) αρχίσανε την καριέρα τους με γενοκτονίες. Το 1915 έκαναν την εκκαθάριση των Αρμενίων και σειρά είχαν οι Έλληνες. Αν δεν πήγαινε ο Βενιζέλος απέναντι, θα μας τους στέλνανε σε 2-3 χρόνια "πακέτο". Τέρμα η πολυεθνική Οθωμανική αυτοκρατορία - οι άνθρωποι αυτοί είχαν σαν σχέδιο το εθνικά καθαρό κράτος. Ξέρουμε τι σημαίνει εθνοκάθαρση! Έπειτα αν πήραμε το 1912 τη Θεσσαλονίκη, που το ελληνικό στοιχείο ήταν μειοψηφία, πως να αρνηθούμε τη Σμύρνη που είχε περίπου τον ίδιο ελληνικό πληθυσμό με την τότε Αθήνα? Δεν θα ήταν σαν να γυρνάγαμε την πλάτη στο πνεύμα του 1821 που επέτασσε την απελευθέρωση των σκλαβωμένων Ελλήνων? Το πρόβλημα όμως ήταν ότι η Δυτική Μ. Ασία είναι όλο κοιλάδες που έχουν κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς. Πουθενά φυσικό όριο, βουνά ή μεγάλο ποτάμι (με κατεύθυνση από βορράν προς νότον), για σταματήσουμε εκεί και να οργανώσουμε την άμυνα των παραλίων. Έτσι μας κατάπινε η απόσταση. Αλμυρά Έρημος- Σαγγάριος - Άγκυρα, όλο και πιο μέσα για να σπάσουμε την αντίσταση των Τούρκων ώστε να κρατήσουμε την ακτή. Ο εφιάλτης του βάθους που έζησαν οι Γάλλοι του Ναπολέοντα και οι Γερμανοί του Χίτλερ στη Ρωσία. Και πώς να πούμε όχι στην ακτή? Αφού ήταν γεμάτη θέατρα και ελληνικές πόλεις. Ακόμα, η Ελλάδα είναι η χώρα του Αιγαίου. Η χώρα που έχει κέντρο της το Αιγαίο. Μια περίκλειστη θάλασσα με νησιά και ταυτόχρονα ένα μπουγάζι. Ένα ζωτικό πέρασμα. Προς τη Δύση. Προς την Ανατολή. Προς τον Βορρά. Με δύο πόδια στέκεται σ' αυτή τη θάλασσα, ένα σε κάθε ακτή. Για να ζήσεις ήσυχα σ' αυτή τη θάλασσα πρέπει να κατέχεις και τις δυό ακτές της. Ε, λοιπόν το '22 χάσαμε το ένα μας πόδι και έκτοτε βαδίζουμε μονοπόδαροι! Από τότε αρχίζει η συρρίκνωση. Η Ελλάδα είναι ένα ηττημένο έθνος. Αλλά υπάρχουν ηττημένοι που σφίγγουν τα δόντια και ηττημένοι που δικαιολογούν και εκλογικεύουν: "Ε, τι τα θέλαμε εμείς αυτά? Τι δουλειά είχαμε στη Μικρασία?" Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Πέρσες είχαν τουλάχιστον καθαρό μυαλό και γνώριζαν ποιο είναι το διακύβευμα! Οι Τούρκικη ελίτ σήμερα επίσης το ξέρει. Εμείς όχι. Καμωνόμαστε πως θέλουμε να ζήσουμε εν ειρήνη. Αλλά η Τουρκία είναι ένα εγκληματικό κράτος. Δεν έχει Ιστορία αλλά ποινικό μητρώο. Ένα κράτος- τραμπούκος. Σαν το Ισραήλ και την αλήστου μνήμης Νότιο Αφρική. Προβληματική για αυτούς που ζουν εκεί και όλους τους γειτόνους της...

    Πώς ήταν ή υποχώρηση απ’ τον Σαγγάριο? ρωτήθηκαν κάποιοι παλαίμαχοι εκείνου του πολέμου. Μακρά παύση… Σαν την υποχώρηση του Ναπολέοντα απ’ τη Ρωσία… αντί χιόνι άμμος!    


    Ίσως η Υποχώρηση στη Μ. Ασία, το 1922, μοιάζει πιο πολύ με την εκστρατεία των Αθηναίων γύρω στα 493 π.Χ. για να υποστηρίξουν την επαναστατημένη Ιωνία. Κατέλαβαν τις Σάρδεις και μετά απεχώρησαν αφήνοντας τους Ίωνες στην τύχη τους. Αυτοί υπέστησαν καταστροφή -ήταν η πρώτη Μικρασιατική καταστροφή- αλλά, ευτυχώς, όχι ξεριζωμό. Η επέμβαση των Αθηναίων ήταν η αφορμή που χρειαζόταν ο Δαρείος για τα πρώτα Περσικά. Η αιτία ήταν βαθύτερη. Όσο οι Έλληνες των Μικρασιατικών παραλίων μπορούσαν να προσβλέπουν σε βοήθεια απ' τ' αδέλφια τους της Μητροπολιτικής Ελλάδας δεν υπήρχε περίπτωση να ησυχάσουν. Αυτό οι Πέρσες άρχισαν να το αντιλαμβάνονται πολύ καλά. Για να έχουν λοιπόν το κεφάλι τους ήσυχο έπρεπε να υποτάξουν την Ελλάδα. Έτσι λοιπόν έγιναν τα Μηδικά. Η εκστρατεία που περιγράφει ο Ξενοφών έγινε πολύ αργότερα. Στα 401 π.Χ. μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, που κράτησε 27 χρόνια, υπήρχαν στην κατεστραμμένη Ελλάδα χιλιάδες άνδρες που δεν ήξεραν να κάνουν τίποτα άλλο από το να πολεμάνε. Η πλούσια Περσία λοιπόν προσέφερε καλό μεροκάματο και πεδίον δόξης λαμπρόν. Έτσι μερικές χιλιάδες "λουλούδια"- ο "ανθός της κοπριάς"- κατέφυγε στον Κύρο που είχε βάλει στο μάτι τον θρόνο του αδελφού του και πλήρωνε καλά. Εκεί ο Κλέαρχος, Λακεδαιμόνιος στρατηγός καταδικασμένος από την Σπάρτη σε θάνατο, εκεί ο Πρόξενος ο Βοιωτός και ο Χειρίσοφος με Σπαρτιάτες τυχοδιώκτες... εκεί και ένα πλήθος από Αρκάδες ορεσίβιους από πεποίθηση πολεμιστές. Μαζί και ο Ξενοφών, αριστοκράτης, μαθητής του Σωκράτη και φίλος της περιπέτειας. Έφτασαν ως τη Βαβυλώνα, νίκησαν, αλλά σκοτώθηκε ο Κύρος. Έτσι βρέθηκαν "ξεκάρφωτοι" στα Κούναξα, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα τους. Στη συνέχεια χάνονται οι στρατηγοί τους με μπαμπεσιά και το στράτευμα μένει ακέφαλο. Η εξέλιξη έχει ενδιαφέρον. Αυτοί οι τυχοδιώκτες- που, όσο να πεις, κάτι είχε πάρει τ' αυτί τους από Δημοκρατία και Αυτεξούσιο- μαζεύονται μέσα στη νύχτα (ύστερα από "όνειρο" και πρόταση του Ξενοφώντα) σε μια αμφιθεατρική τοποθεσία και, υπό το φως των πυρσών, 13 χιλιάδες άνδρες εκλέγουν καινούργιους αρχηγούς. Πράγμα που μοιάζει ακατόρθωτο για οποιονδήποτε σύγχρονο στρατό. Κατόπιν κόβουν τις διαπραγματεύσεις με τους Πέρσες, αποπαίρνουν κακήν κακώς την αλεπού τον πρώην σύμμαχο Αριαίο που τους εγκατέλειψε και διώχνουν από το στράτευμα όσους μίλησαν ενδοτικά. "Να μιλήσουν όλοι όσοι έχουν μιά καλή ιδέα" λέει ο Ξενοφών "γιατί η σωτηρία είναι έργο όλων". Η εκστρατεία ενεποίησε τεράστια εντύπωση στον τότε Ελληνικό Κόσμο γιατί έδειξε ότι η κραταιά Πέρσικη Αυτοκρατορία ήταν διάτρητη. Είχαν νικήσει, βέβαια, τους Πέρσες στον Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές αλλά αυτά ήταν εδώ, στην πατρίδα. Το ότι ήταν όμως δυνατόν, 10 χιλιάδες άνδρες να φτάσουν ως την καρδιά του Περσικού κράτους, να κάνουν ό,τι κάνανε και να αποχωρήσουν ατιμώρητοι... ήταν κάτι άλλο! Αυτό ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν και οι Πέρσες γιαυτό προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να τους καταστρέψουν. 70 χρόνια αργότερα ο Αλέξανδρος βαδίζει στην Ασία έχοντας δύο βιβλία κάτω από το μαξιλάρι του: την Ιλιάδα και την Ανάβαση. Από την καταγραφή του Ξενοφώντα είχε ένα σωρό πληροφορίες για τους τόπους και τον τρόπο που ήταν οργανωμένο το Περσικό κράτος. Είναι ζήτημα αν θα είχε αναλάβει τέτοιο έργο χωρίς εκείνη την "πρόβα τζενεράλε". Βέβαια ο Φίλιππος είχε συλλάβει την ιδέα και οι Αθηναίοι, όπως και οι Σπαρτιάτες, είχαν κάνει κάποιες προσπάθειες αλλά έμελλε στον Αλέξανδρο να φτάσει ως τον Ινδό και να απαλλάξει την Ελλάδα από τη βαριά Περσική σκιά. Αυτά για την Ιστορία.



                                                                                    Β.Η.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Ψιλή Βροχή

Απέραντος είν’ ο κόσμος
Και τα δάκρυα χύνονται παντού
Μέσα σ’ ένα διαμέρισμα
Στη φυλακή
Πίσω στο ταξί
Κάτω από ένα φανοστάτη
Ας έρθει μια ψιλή βροχή
Ας έρθει τ’ αεράκι
Απέραντος είν’ ο κόσμος
Ένας κόσμος δακρύων
Ας έρθει η ψιλή βροχή

                                 Β.Η


Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Ό Ήρωας και ο Ποιητής



   
 Έχω να πω τα εξής: Χρειαζόμαστε επειγόντως (τούτη τη στιγμή)                δύο ανθρώπους.
Τον ποιητή και τον ήρωα. Δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες στο έργο που έχει αρχίσει να παίζεται - και  πρόκειται να το ζήσουμε όλο – οι οποίοι όμως
κατά τρόπο μοιραίο, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.

    Τον ήρωα που θα κερδίσει τη μοίρα του λαού του
    και τον σκοτεινό χειροτέχνη της γλώσσας
    που με ζωντάνια βγαίνει μέσα απ’ τη γη του.
    Αυτόν που η πράξη του θα είναι πρωτόγονη αλλά η πρόβλεψη στρατηγική…
    κι αυτόν που θα μιλήσει έτσι ώστε να φωτιστούν
    τα κεκρυμμένα από καταβολής
    κι η απειροελάχιστη ουσία του Κόσμου.

    Αντάμα την πέννα και το σπαθί για να κερδηθεί μέσω μιάς πατρίδας το παγκόσμιο πεπρωμένο.
    Γιατί ο ποιητής δε μπορεί να προσδώσει στη γλώσσα του τούτο το πεπρωμένο
    αν δεν του παρασταθεί ο ήρωας
    ούτε αυτός να ορθωθεί και να βαδίσει αν δεν του παρασταθεί ο ποιητής.

    Αμήχανος συστρέφεται ο ποιητής γύρω απ’ τον εαυτό του, χωρίς τον ήρωα…
    Αγέννητος ο ήρωας περιμένει την πρώτη λέξη που θα ‘ρθει από μακριά.

    Και θα ‘ναι βαριά η φτώχεια μας και στέρφα η μοίρα μας χωρίς αυτούς τους δύο.

                                                                                         Β.Η



Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ο Φτωχός ο Άνθρωπος






Γυρίζει ο φτωχός άνθρωπος, αλαλιασμένος από τα πολλά χτυπήματα, προς το κράτος του και λέει: Προστάτεψέ με! Και με τρόμο βλέπει πως δεν υπάρχει πλέον τίποτα εκεί. Μόνο μερικοί υπάλληλοι-φαντάσματα που εκτελούνε οδηγίες που έρχονται από μακριά. Αντιπαθητικό βέβαια τού ήτανε το κράτος πάντα αλλά τώρα δεν είναι αισθηματικός ο καιρός. Όσο να πεις, ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
 Λοιπόν, κάτι καταπακτές ανοίγαν συνεχώς στον τοίχο και πέφτανε χαρτάκια στην αιωνιότητα και έσκυβαν οι υπάλληλοι και αντέγραφαν μηχανικά. Σκύβει και ο φτωχός ο άνθρωπος και κοιτώντας μέσα από τις καταπακτές, πέρα ως το μισοφωτισμένο βάθος ατέλειωτων γαλαριών, μονολογεί όλο απορία: Πότε στήθηκε αυτό? Πότε στήθηκε όλο αυτό το μεγαλείο?
-"Στα χρόνια του Πάρτυ", κάνει ένας αδύνατος γέρος στη γωνιά.
-"Στα χρόνια του…?" ρωτάει ο φτωχός ο άνθρωπος μην πιστεύοντας ό,τι άκουσαν τ’ αυτιά του.
-"...Του Πάρτυ!" επαναλαμβάνει ο γέρος χαμογελώντας αχνά.
                                ……………………………………
Παραπάνω, τώρα φίλοι μου, σας έχω μια φωτογραφία με οικεία πρόσωπα. Κι αν δεν σας αρέσει αυτό που βλέπετε, σας έχω κι άλλη μια, από παλιότερα χρόνια, με κάποιους νεαρούς όλο αυτοπεποίθηση, αυτό που λέμε τσαμπουκά.  Εάν στην πρώτη υπάρχει κάτι γερασμένο, με τρόπο αντιπαθητικό… ίσως το νεκρό που περπατάει, στη δεύτερη υπάρχει ένας αέρας θριάμβου. Νοιώθετε βέβαια το σφρίγος!
Υπάρχει όμως και μια τρίτη, σε περίπτωση που ποτέ δεν συμπαθήσατε την Κούβα και το αυταρχικό της καθεστώς μιάς και δεν έδειχνε την απαιτούμενη ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.



Η νεαρή γυναίκα με το βλέμμα που στοιχειώνει είναι μια από τις soldaderas, τις γυναίκες που ακολουθούσαν και υποστήριζαν τον Ομοσπονδιακό στρατό και τα ανταρτικά σώματα κατά την διάρκεια της Μεξικάνικης Επανάστασης. Αυτά γίνανε, σωτήριον έτος 1910. Μη ρωτάτε πώς βρέθηκε εκεί. Είναι αποτέλεσμα ευφυούς κολλάζ και προϊόν πολιτικής δημιουργίας, αυτού δηλαδή που ονομάζουμε πολιτική φαντασία. Και στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον αυτό που υπονοείται είναι "έλεγχος" και "φύλαξη".
Βλέπετε, όλα γίνονται αρκεί να θέλει ο άνθρωπος. Και όλα στο τέλος θα τα λύσει η ανάγκη. "Μην παραμυθιάζεστε ότι δεν θα χρειαστεί να πολεμήσετε, θέλετε δεν θέλετε, θα παλέψετε για τη ζωή σας".

                                                                                                    Β.Η

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Εν κενώ

    Τελευταία μέρα του χρόνου ανέβηκα την Ιπποκράτους, την ώρα που σκοτείνιαζε, και περνώντας έξω από τον φούρνο που φτιάχνει μαγειρευτό φαΐ και καφέδες είδα έναν «παλιό» να κάθεται στα τραπεζάκια απ’ όξω και να τρώει με λαχτάρα από ένα μαύρο πλαστικό κεσεδάκι. Τον θυμάμαι από τις πρώτες διαδηλώσεις της Μεταπολίτευσης, πάντα στα μπλοκ των Αντικοινοβουλευτικών. Πού και πού, μέσα στα χρόνια, τον έβλεπα πότε σε πορείες και κάποτε στους δρόμους της Νεάπολης. Σιγά-σιγά μια πάχνη έπεφτε στα μαλλιά του και στα γένια και τα τελευταία χρόνια αραιό το χιόνι. Πάντα μόνος και σκυφτός. Πάντα σε εσωτερική πορεία.
    Με δυσκολία ανακαλούσα στη μνήμη μου το ζωηρό παιδί, μέσα μου ήταν καταγεγραμμένος με την τωρινή του εικόνα, αυτή τη σκαμμένη μορφή, μόνο ήξερα ότι τον θυμόμουν από τα χρόνια ‘κείνα. Είχε την όψη του ιδεαλιστή, που η Ιστορία σε κάθε της στροφή αφήνει λίγο πίσω μέχρι να τον ρίξει στους αχρείαστους και τους ξεχασμένους και μ’ ένα τελευταίο κύμα της να τον ξεβράσει στην τελική σιωπή.
    Φανερό πως απόμεινε εργένης. Φανερό, θα μού πείτε.. φανερό από τι? Μα, από ‘κείνο το βορριαδάκι που δέρνει τους μοναχικούς.
     Γι αυτό κάτι χτύπησε ανάποδα μέσα μου, με τον άγριο ήχο που κάνει μια μηχανή όταν παθαίνει εμπλοκή, σαν τον είδα να τρώει τέτοιαν ώρα, τέτοια μέρα, έξω από έναν φούρνο- προφανώς δεν είχε πουθενά να πάει για νά ‘βγει η βραδιά.
    -Καλά, αναρωτήθηκα, δεν έχει φίλους να καταφύγει και να ξεχαστεί? Δεν έχει ούτε καν μιάν αδελφή να τον περιμαζέψει, να περάσουν οι δύσκολες ώρες?

    Γύρισα στο σπίτι, έφτιαξα καφέ και έκατσα στο τραπέζι μπρος στην μπαλκονόπορτα και χάζευα τον δρόμο. Αμέσως άκουσα μια δροσερή φωνή να σιγοτραγουδά κάτι ανάμεσα σε μπαλλάντα κι όπερα. Μια γυναίκα ανέβαινε αργά τις ανηφοριές και σε μια στιγμή η φωνή της ξέσπασε γάργαρη, θριαμβευτική έξω από τον εαυτό της. Σαν κάτι π' αναδύθηκε από έναν βαθύστερνο γυναικείο κόσμο. Ποια είναι αυτή που τραγουδά με τούτη τη φωνή και τούτο το κουράγιο αναρωτήθηκα οπότε σηκώθηκα ευθύς και, γύρω-γύρω απ’ το τραπέζι, βγήκα στο μπαλκονάκι υπερυψωμένου ισογείου. Είδα μια καλοντυμένη όμορφη νεαρή γυναίκα που κουβαλούσε σακκούλες με ψώνια και με δώρα.
    -Καλή Χρονιά, φώναξα… κι αυτή είχε μόλις προσπεράσει.
    -Α, έκανε πνιχτά, γυρνώντας ντροπαλή που κάποιος την είχε ακούσει. Καλή Χρονιά, μού αντιγύρισε την επόμενη στιγμή γελώντας.
    Έμεινα να την κοιτώ να ιδώ σε ποια είσοδο πολυκατοικίας επρόκειτο να μπει αλλά αυτή ανηφόρισε και άλλο κι έστριψε στην παραπάνω γωνία.

    -Χρόνε… είπα μέσα μου κι έκανα μιάν ευχή που μπορεί και να ‘ταν’ προσευχή… Χρόνε που έρχεσαι φουριόζος γίνεται να ‘σαι καλός με τους μοναχικούς? Δείξε το έλεός σου στους παλιούς τους Αντικοινοβουλευτικούς. Γίνεται να ‘σαι καλός και με τους άλλους, που κουβαλάνε άχρηστα δώρα και τρέφουνε ελπίδες? Γίνεται νά ‘σαι προσεκτικός με τις νεαρές γυναίκες που ‘χουνε φωνή κοντράλτα και χάνονται στις ανηφοριές του Λυκαβηττού?

                                                                                                                                 Β.Η                                                                                                                                                                                                   

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Ονειρεύτηκα πώς πρέπει να πεθάνω






Παλαιστίνη αγαπημένη
με τα παιδιά που δουλεύουν
σαν άσσοι τη σφεντόνα
με τις γυναίκες που βαδίζουν
στητές, έχοντας μέσα τους μία
γυναικεία θεότητα
με τους άντρες λιγόλογους και αυστηρούς
που έχουν το βλέμμα ίσια μπροστά
πέρα απ’ τη φυλακή και τη νυχτερινή ριπή
για σένα ας βγω από τον κύκλο
που μέσα του κλείστηκε η ζωή μου.

Μια λοφοπλαγιά στη Τζενίν
με τρία κυπαρίσσια περιμένει τον τάφο μου,
τάφο ενός σαχίντ,
τον μόνο που θα μου δώσει ησυχία.
Αρκεί να βλέπω τις κορφές τους
που γυρεύουν ν’ αρπάξουν λίγο ουρανό.
Αρκεί να ‘ρχεται η Αρίφα 
να μου σιγοτραγουδά.
Αρκεί να ‘ρχεται ο Γκαμάλ
και να μου φέρνει νέα
να ‘ρχονται κι οι φίλοι του
να κάθονται στη σκιά
ν’ ακούω για σένα Παλαιστίνη.
Ας έρχεται κι ένα πουλάκι σαν μένω μοναχός
να μου αλαφροκελαηδά
ότι ακόμα άνεμος παλεύει μ’ άνεμο
και το σφυρί χοροπηδά πάνω στ’ αμόνι.
Θα ξέρω τότε ότι είναι ζωντανός ο σιδεράς
κι οι παραγιοί στα φυσερά.

Θα ξέρω τότε ότι η άμμος στις σκάλες
μιάς πολυκατοικίας στη Γιάφφα
με περιμένει να ξαναγυρίσω.
Και στη Γάζα μετά τη βροχή
θα με χαιρετήσουν οι χαρταετοί.

Παλαιστίνη, θα μπορέσει η πατρίδα μου
να γίνει σαν και σένα αγαπημένη? 
Ας είναι τότε να πεθάνω
στην πατρώα γη!


                                                   Β.Η


Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Απόβροχο

Βγήκα στον κήπο με τ’ απόβροχο
και είδα τα κίτρινα λουλουδάκια
που ξεπετάγονταν μέσα απ’ τη νοτισμένη γη.
Πόσο καιρό μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος
χωρίς αγάπη? σκέφτηκα.
Μα σαν είδα το γεράνι ολόφωτο
να γέρνει μ’ ευγνωμοσύνη στο δώρο τ’ ουρανού
μέσα σ’ έναν κήπο που
εγώ τον είχα παρατήσει
τότε έκλαψα.


                                              Β.Η