Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

San Francisco


    Το Σαν Φρανσίσκο είναι χτισμένο στο τέλος μιας ιστορικής πορείας προς τα δυτικά. Κι όλοι οι κολασμένοι, ακολουθώντας αυτή την πορεία, έφτασαν μέχρι εδώ- ώσπου τους σταμάτησε ένα αξεπέραστο εμπόδιο: ο Ωκεανός.
    Αυτό το γεγονός σημάδεψε την πόλη, που υποφέρει από μια γλυκιά θλίψη και, γι’ αυτό, είναι στεφανωμένη με γλάρους και με την αχλή του Ωκεανού και πάνω στις ξύλινες προβλήτες, που ρίχνει βαθιά μέσα στη θάλασσα, γράφει με μεγάλα δισταχτικά γράμματα… «ΩΣ ΕΔΩ… ως εδώ και μη παρέκει.»
    Αέρινη, θαλασσινή πολιτεία, χτισμένη στις όχθες μιας μεγάλης χώρας, και γέροι Κινέζοι καπνίζουν στη λιακάδα και παίζουνε χαρτιά στην πλατεία απέναντι από του San Wo. Και σ’ αυτή την πόλη μαζεύτηκε η «λίγδα» όλης της Αμερικής και γι’ αυτό τα μπλούζ εδώ αντηχούνε πιο γλυκά γιατί όλοι αυτοί οι περιπλανώμενοι ήρθαν από τόπους άσχημους και ξέρουν καλά τι θα πει να μη σε αγαπάνε.
    Κι ένα κρύο πρωινό συνάντησα ένα γέρο μαύρο, ψηλό και ξερακιανό, που, όπως ήτανε ξυπόλυτος, μού εξήγησε ότι τη νύχτα που κοιμότανε σ’ ένα κατώφλι του κλέψανε τα παπούτσια. Του ευχήθηκα να έχει καλή τύχη γιατί αυτό είναι σίγουρα που σού λείπει όταν, ενώ κοιμάσαι, σού κλέβουνε τις μπότες.

Απόσπασμά από τις “Αναμνήσεις ενός Περιπλανώμενου”
B.H

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος

    Ήμουνα πολύ νέος όταν ήρθε ο Άγγελος ο Εξολοθρευτής μες τη ζωή μου. Γέμισε με την παρουσία του όλο το σπίτι, άκουγα το πλατάγιασμα από τις φτερούγες του μέσα στα δωμάτια. Έτρεχα να κρυφτώ στις κάμαρες, το άσχημο γέλιο του αντηχούσε στ’ αφτιά μου κι ο αέρας από το φτεροκόπημά του σήκωνε τα χαρτιά απ’ το γραφείο, τάραζε τις κουρτίνες κι έκλειναν μόνες τους οι πόρτες.
    Τα κατάφερα, κλείστηκα κάτω από τις σκάλες σ’ ένα ντουλάπι ώσπου καταλάγιασε η μανία, κουράστηκε να με παραφυλά, άκουσα την εξώπορτα ν’ ανοίγει κι ύστερα έγινε ησυχία.
    Έζησα 30 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, πότε καλά πότε κακά, ωστόσο δεν ήμουνα ποτέ τελείως μόνος. Κάτι από την αέρινη παρουσία του έμεινε να με ξυπνά τις νύχτες και στο στόμα, όταν αρρώσταινα, μού ερχότανε μια χάλκινη γεύση. Και καμιά φορά μια απόκοσμη μυρουδιά από θειάφι.
    Ώσπου ξανάρθε. Και είχε την ίδια ηλικία όπως τότε, κι ας είχα εγώ μεγαλώσει αρκετά.
 Α, δεν μπορώ να πω ότι στα ανέμελα χρόνια είχα ξεχάσει τελείως τη μορφή του. Είχε εμφανιστεί μιά- δυό φορές στους πυρετούς μου. Και σε κάποια από εκείνα τα όνειρα που είναι τα πιο ενδιαφέροντα ή τα πιο τρομακτικά, όπου θυμάσαι τα πάντα ως την παραμικρή λεπτομέρεια.
    Μ’ έπιασε ο ίδιος παλιός πανικός όμως τώρα δεν έτρεξα να φύγω. Κι επαναλάμβανα διαρκώς μια προτροπή σα μάντρα, που 'χα ξεσηκώσει από μια βαλκανική διάλεκτο: Κουμίντε! Με μυαλό!
Βόηθησε όμως και η σοφή κουκουβάγια.
Βόηθησε και η πονηρή αλεπού.  
Αλλά βασίστηκα και στην καρδιά μου τούτη τη φορά. Και είχε δυναμώσει αρκετά αυτή η παλιοκαρδιά
    Πότιζα τα λουλούδια μου, σκάλιζα τον κήπο, τού γύριζα την πλάτη και μαγείρευα μπρόκολο. Ζωγράφιζα και ανακάτευα το χρώμα σε μια παλιά μεταλλική παλέτα, κρατούσα σημειώσεις κι αυτός με κοιτούσε συλλογισμένος. Ήτανε και κάποιες μορφές που σχεδίαζα που κάπως… τού φέρνανε στην όψη. Ύστερα έβαζα ακόμα ένα πιάτο και τρώγαμε μαζί. Κάποιες νύχτες ή κάποια γλυκά απόδειπνα, παίζαμε σκάκι και κέρδιζα πότε ‘γω και πότε ‘κείνος, συνήθως όμως εκείνος. Όταν έχανε ήταν αξιολύπητος, τού σέρνονταν οι φτερούγες χάμω. Έβγαινα τότε έξω, κοιτούσα το τοπίο. Ώρες- ώρες τρομακτικό τοπίο. Κοιτούσα το φως που παίρναν τα βουνά το σούρουπο- Ωραίο άρρωστο φως! Ζητούσα βοήθεια απ’ τους νεκρούς (απ’ τον πατέρα μου και τους προγόνους) κι από φίλους χρόνια πεθαμένους. Και από άλλους φίλους με τους οποίους… χρόνια τώρα τσακωμένοι.
    Άκουγα τη φωνή του Giordano Bruno -ολόκληρες συνομιλίες από νύχτα σε νύχτα- και μια φορά άκουσα νότες, πολλές νότες, από τον Peer Gynt. Κι άλλη μια φορά τη φωνή της Amy Winehouse. Καημένη Amy! Κι ήτανε σα να ‘μαστε μαζί και να μού λέει πως «λυπάται, λυπάται πάρα πολύ!»

    Είδα τον ερχομό της Άνοιξης κι ύστερα του Καλοκαιριού και κάποιο απόγευμα άφησα το πότισμα και μπήκα ξανά στο σπίτι. Είχε καταντήσει ένα αξιοθρήνητο, αδυνατισμένο μπογαλάκι όλο σάρκες, κόκκαλα και λερωμένα φτερά. Και το κίτρινο λιονταρίσιο μάτι του ήταν γεμάτο θλίψη.
    Στάθηκα μπροστά του και τού φώναξα: Φύγε, Τρομερή Παρουσία! Φύγε! Άνοιξε και τ’ άλλο μάτι, σηκώθηκε κουρασμένα, έσιαξε κάπως τα φορέματά του και τον ξέβγαλα. Διασχίσαμε τον κήπο, τού άνοιξα την αυλόπορτα, βγήκαμε μαζί στον δρόμο κι όπως άρχισε να φεύγει στράφηκε λιγάκι: «Θα ξανάρθω ακόμα μια φορά», μουρμούρισε. «Εκείνη τη φορά θα φύγουμε μαζί», τού έκανα ήσυχα.

                                                                           Β.Η

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ξένοι στον Κόσμο μας



                                                              Πειραιώς προς Ιερά Οδό

    Έρχομαι απ’ το Γκάζι ανεβαίνοντας την Βουτάδων. Βγαίνοντας στην Πειραιώς βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια τεράστια τοιχογραφία η οποία εκτείνεται σε μήκος πολλών δεκάδων μέτρων σκεπάζοντας έναν τοίχο που συμπορεύεται με τον δρόμο. Το κόκκινο κυριαρχεί ζωηρεμένο από το τελευταίο φως ενός κρύου ήλιου. Μια στάση λεωφορείου, σφηνωμένη μέσα στην τοιχογραφία, είναι και αυτή βαμμένη. Μια κοπέλα, σαν να είναι μια από τις φιγούρες του έργου, κάθεται στη μοναχική στάση. Ανάμεσά μας βουίζει η κυκλοφορία. Όπως βλέπω τη σκηνή, αποφασίζω να γίνω και εγώ μέρος της ζωγραφιάς. Διασχίζω τον δρόμο και πάω και κάθομαι δίπλα στην κοπέλα παίρνοντας θέση μες την τοιχογραφία. Το πεζοδρόμιο είναι απελπιστικά στενό, τ’ αυτοκίνητα συρίζουν μπρος μας σε απόσταση αναπνοής. Ύστερα από τρία λεπτά το κορίτσι σηκώνεται, κάνει λίγα βήματα πάνω-κάτω και φεύγει. Μένω στη στάση μόνος. 
    Και τότε τον είδα. Ερχόταν από κάτω. Φόραγε ένα κοντό γκρίζο παλτό, σταχτί φθαρμένο παντελόνι, είχε τα χέρια του στις τσέπες και στο κεφάλι φορούσε ένα ξεβαμμένο ανοιχτοπράσινο μαντήλι δεμένο στο λαιμό όπως το φοράνε οι γριές.
    Ο άνθρωπος ερχότανε σαν αδριάντας. Πανύψηλος, χωρίς αμφιβολία επιβλητικός, είχε πλατύ μπρούτζινο πρόσωπο χαρακωμένο από την ηλικία και τους καιρούς. Τα δυνατά μήλα, τα σχιστά γκριζογάλανα μάτια υποδήλωναν ότι ανήκε μάλλον στην Τουρανική φυλή. ΄Η μάλλον ήταν ένας Σιού!
     Ένας Σιού? Τι γύρευε ένας Ογκάλα Σιού στην Πειραιώς? Βαδίζων προς την εκβολή της Ιεράς Οδού?
    Το ερώτημα έπεσε απάνω μου κατακλυσμιαίο. Πέρασε αργά, κοιτώντας μπροστά, σαν να πέρναγε Αιώνας. Έσερνε ανεπαίσθητα το δεξί του πόδι. Αθάνατα εντυπώθηκε στη μνήμη μου εκείνο το άθλιο παπούτσι που πέρασε τόσο κοντά στα μάτια μου καθώς ήμουν καθισμένος. Παρ’ όλο το θόρυβο της κυκλοφορίας η διάβασή του άπλωνε μια αρχαία σιωπή. Το βλέμμα μου τον ακολουθούσε. Σηκώθηκα πάραυτα. Ένας καταγραφέας πρέπει να ‘ναι πάντα εφ’ όπλου λόγχη, σκέφτηκα.
    Τον πήρα στο κατόπι, πάνω προς τα πάρκα και τις πρασιές στο παλιό αμαξοστάσιο. Ο άνθρωπος βάδιζε αργά. Ήταν φανερό ότι αν και υπήρχε κατεύθυνση δεν υπήρχε σκοπός. Το δεξί του πόδι τον δυσκόλευε. Τράβαγε προς τα ‘κει που πυκνώνανε τα κτίρια, που η πόλη ορθωνότανε αρχέγονη ξανά σαν το Δάσος.
    Σιγά-σιγά βράδυνα το βήμα. Δεν ήθελα να ακολουθήσω άλλο. Φτάνοντας στην αντιπέρα όχθη ενός δρόμου σταμάτησα. Έκανα μισή μεταβολή, χτύπησα στις πλάκες του πεζοδρομίου το δεξί τακούνι και έπαυσα την παρακολούθηση. Έμεινα να θωρώ τη γκρίζα πλάτη του, που πάνω της είχαν αποτυπωθεί τα πάνδεινα, να απομακρύνεται διστακτικά ανάμεσα στις πλάτες των αυτοκινήτων.

    Την ένοιωθα πολλή ώρα τώρα, μια θύμηση έψαχνε δρόμο για το φως. Ξαφνικά ήταν εκεί! Την βόηθησαν κι οι ανοιχτοί ορίζοντες, το μεγάλο ξέφωτο: Πάνε χρόνια. Μπορεί και 20. Είμαι καθισμένος σ’ ένα αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού. Πηγαίναμε σημειωτόν μέσα στην πυκνή κυκλοφορία. Πότε επιταχύναμε και ύστερα επιβραδύναμε. Και εγώ και ο οδηγός καθόμασταν σιωπηλοί στις θέσεις μας. Ήταν ένας κόσμος αυτοκινήτων, ένας κόσμος κίνησης!
    Πάνω από τις σκεπές είδα ένα κεφάλι. Ένας άνθρωπος βάδιζε ανάμεσα στα αυτοκίνητα αντίθετα στην κυκλοφορία. Φτάνοντας ως εμάς διαγράφηκε ολόκληρος. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο. Τα μάτια του άδεια ή μάλλον άδεια απ’ οτιδήποτε ελάμβανε χώραν και προσηλωμένα κάπου μακριά, εκεί από όπου είχαμε όλοι έλθει. Έτσι μας προσπέρασε και χάθηκε προς τα πίσω. Ποτέ πριν δεν είχα ξανασκεφτεί εκείνη τη σκηνή. Τώρα ήξερα πως εκείνος ο άνθρωπος, εκείνη η μορφή, ήτανε ο ξένος.



                                                                                                   Β.Η                                                                                                                                                                                                                                            

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Θα συναντηθούμε Σταδίου και Κοραή…


         α


5 Μαΐου 2010
                        12 το μεσημέρι.
Πάμε στη μεγάλη διαδήλωση.
Καλή τύχη σε όλους!

5 Μαΐου
                        6 το απόγευμα.
Επιβεβαιώθηκαν τα νέα:
            Νεκροί στη Σταδίου.
Σκασμένοι απ’ τον καπνό.

Χρεωμένοι με φονικό,
χρεωμένοι μιαν ατιμία.
Και η ντροπή απάνω μας.
Και το χειρότερο…
άρχισαν να προβάλλουν
            οι φόβοι
και το πολιτικό συμφέρον
ο Αναρχικός «πατριωτισμός».

Λίγα τα σταράτα λόγια
πολλά τα μισόλογα.
Όπως έκαναν και την άλλη φορά, οι άλλοι,
            με τον Γρηγορόπουλο.

Ίδια τα ανθρωπινά
δεξιά κι αριστερά.

                     Τώρα μέσ’ την πίκρα
κάποιοι θα καταλάβουν αυτό που είπε
ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης:
“Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στη ζωή
είναι να προφυλάξεις μια ιδέα
από αυτούς που την υπερασπίζονται”.
                                      
                                   
                                     
                                        β

Η περίοδος που άνοιξε
            στις 6 Δεκέμβρη του ’08
            με ένα φόνο
έκλεισε στις 5 Μαΐου του ’10
          με τέσσερις.

Κι όπως κάποιοι ξύπνησαν βίαια
το πρωί της 7 Δεκέμβρη του ‘08
με τις πρωινές ειδήσεις
έτσι και κάποιοι άλλοι
τ’ απόγευμα της 5 Μάη του ‘10
θα καταλάβαιναν μουδιασμένοι πως
ό,τι άρχισε μ’ έναν πυροβολισμό
τέλειωνε με έναν εμπρησμό.

Η αθωότητα χάθηκε.
Μία μεγαλύτερη περίοδος
διαρκείας 35 ετών
            έφτασε στο τέρμα της.

Χώρεσε την ανοχή
            προς κάθε είδους αποτρελαμένους
                        μοχθηρούς
και ανεύθυνους.

Η ζωή είναι το μέτρο όλων.
Όποιος και ό,τι την περιφρονεί
                        είναι ο εχθρός.
Ήρθε η ώρα της βίαιης αποκοπής
από τον εχθρό «εντός των τειχών».



                                         
                                           γ

 Ποιοι είναι οι σπάστες
                        και οι εμπρηστές?
Ποιοι είναι το «κόμμα του σπασίματος»?
Αν είναι τα παλικάρια και οι καταδρομείς
όπως παριστάνουν,
αν είναι οι «άτακτοι»
γιατί δεν είναι ποτέ εκεί που
                         θα ’πρεπε να είναι?
Αιχμή του δόρατος της διαδήλωσης?
Πράττοντας κατά την βούλησή της?
Προστατεύοντάς της?
Γιατί την ακολουθούν σαν κοράκια?
Βάρος δυσβάστακτο γι’ αυτήν?
Φετιχιστές της βίας?
Που τη φέρνουν σε θέση απολογίας
                                    απέναντι στην κοινωνία?

Ένας πολέμαρχος, ένας στρατηγός της εξέγερσης,
– ο καπετάν Θοδωράκης, αν ζούσε –
θα τους πέρναγε από μαχαίρι.




                                           δ

Ποιοι είναι το «ένοπλο?
Ποιος τους ελέγχει αφού
δεν τους ελέγχουν οι συνελεύσεις?
Ποιος έχει ανάγκη τη δράση τους
            και τις βαριές αναλύσεις τους?
Οι καιροί είναι πονηροί.
Ένας στρατηγός θα τους έθετε υπό τις
            διαταγές του
            ή δεν θα υπήρχαν.

Στην Αθήνα, που απεχθανόταν τις εξειδικεύσεις,
που για παράδειγμα ούτε οι πολιτικοί
ούτε καν οι δικαστικοί
δεν ήταν επαγγελματίες,
η στρατηγική εθεωρείτο Τέχνη.
Και οι Δήμοι εξέλεγαν τον ικανό στρατηγό
που λογοδοτούσε στην Εκκλησία του Δήμου.

Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση
                        για να εγκαταλείπεται στους αυτόκλητους.



                                                ε

                                    ...αμέριμνοι


Αν υπάρχει νεκρός απ’ τη μεριά μας
            μετράει υπέρ μας.
Αν υπάρχει αστυνομικός νεκρός
            ή κάποιοι άτυχοι πνιγμένοι
            μετράει υπέρ τους.

Οι νεκροί γίνονται πιόνια.
Είναι το σκάκι του διαβόλου.
Μπήκαμε στην εποχή του.
            Ποιοι μας έφεραν εδώ?
Ποιοι τάισαν το λαό τρέλα?
                        Εμείς πώς αφεθήκαμε?;
                                    Λεπρές πόλεις…
                                    Κατατρώνε τον εαυτό τους!

                        Η Ελλάδα μπαίνει στο σκοτάδι.
                        Βήμα με βήμα.
                                    Αυτή είναι η στιγμή για ηγεσία.
                    Ηγεσία που βγαίνει από τους εξεγερμένους.
                        Έχει ένα σκοπό κάθε στιγμή
                    και δεν ξεφεύγει στάλα απ’ αυτόν.
                        Έχει ένα σχέδιο υλικής λιτότητας
                    και πνευματικού πλούτου.
                        Λογοδοτεί στους εντολοδότες της.
                               Σέβεται τη ζωή.




                                                                    Β.Η, Μάης 2010

                                                                Τραγούδια από τα Αμπάρια

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Το αεράκι




Α! Ένα είναι βέβαιο, 
ότι κάθε προσπάθεια της ανθρωπότητας
να καλυτερέψει τα πράγματα,
τα έκανε χειρότερα.

Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος
να μην δοκιμάσουμε κι εμείς
                            την τύχη μας.
Στο κάτω-κάτω δεν έχουμε
                           μια ριξιά?
Δεν έχουμε κι εμείς μια μπίλια?

Να ληφθεί επίσης παρακαλώ υπ’ όψιν
ότι παρ’ όλες τις συζητήσεις που κατέληξαν
                             σε κάποιο συμπέρασμα,
παρ΄ όλα τα γεγονότα τα μεγάλα
τους θριάμβους και τις απώλειες
ποτέ δεν έπαψε η βροχή να έρχεται
              το γρασίδι να επανέρχεται
πουλιά να σηκώνονται ξαφνικά και ανεξήγητα
και το αεράκι, α! το αεράκι…

                                               
                                              
                                          Β.Η 

                      (Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Η Πόλις εν αμηχανία







Ο κόσμος της αδικίας
                  διαλύεται από τις αμαρτίες του
εμείς οργανώνουμε την Πόλη
                  που θα τον διαδεχτεί.
Η Πόλις που θα τον διαδεχτεί
δυσκολεύεται να οργανωθεί
γιατί από τη φύση της
                  φέρει μέσα της τη διαίρεση.
Ο κόσμος της αδικίας διαλύεται κι άλλο
εμείς οργανώνουμε την Πόλη.
Η Πόλις αδυνατεί να οργανωθεί
γιατί δυσκολεύεται πρώτον να ορίσει τον εαυτό της
                   και δεύτερον να ορίσει τον εχθρό.
Ο Δυνάστης εμφανίζεται και ορίζει
στα γρήγορα έναν εχθρό  
                   τον πιο κατάλληλο κάθε φορά
                   αυτόν που συσπειρώνει.
 Ο Δυνάστης συσπειρώνοντας οργανώνει
                     συσπειρώνει κι οργανώνει
                     συσπειρώνει και οργανώνει.
Γρήγορα επικρατεί «καταλύοντας» τον κόσμο της αδικίας
                     και βάζει στην άκρη την αμήχανη Πόλη.

Η Πόλις βρίσκει επιτέλους τον εχθρό
      στο πρόσωπο του Δυνάστη
και ύστερα από κάποιες δυσκολίες
              τον αποκαθηλώνει.

Ο κόσμος της αδικίας αποκαθίσταται
ανανεωμένος
βάζοντας στην άκρη την Πόλη
η οποία χάνοντας τον εχθρό που
        την οργάνωνε
ξαναβρίσκει τη φύση της
που φέρει τη διαίρεση
και ξαναπέφτει σε αμηχανία.

Αυτή η ιστορία συνεχίζεται για πάρα
πολύ καιρό.


Β.Η
(Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

…ξημερώνοντας 25η Μαρτίου.




     Η Αθήνα καταστράφηκε συστηματικά απ’ αυτούς που ήρθαν 
να την κατοικήσουν δίχως να την αγαπούν.
     
Στην Μύκονο, και σε κάθε Μύκονο που την ακολούθησε, διέλυσαν τις ξερολιθιές, παντελώς ανυποψίαστοι γι αυτό που κατέστρεφαν. Η κάθε ξερολιθιά, κάθε μια μόνη κι όλες μαζί, όπως χώριζαν το τοπίο μέσα στον ήλιο του μεσημεριού, ήταν ένα σπάνιο μάθημα πάνω στο έργο που επιτελεί το φως και η σκιά. Πρέπει να υπήρξαν δάσκαλοι που λυπήθηκαν για τη χαμένη ευκαιρία, να δείξουν το έργο του φωτός μέσα σε τέτοιο περιβάλλον. Να δείξουν δηλαδή πώς η σκιά δίνει μορφή στο φως αποτελώντας το όριό του. Και να δείξουν ότι το φως χωρίς το αντίθετό του, τη σκιά, είναι βία χωρίς ανάπαυση, σκληρότητα δίχως εξιλέωση. Και να σημειώσουν ότι κάθε ξερολιθιά είναι μια αξεπέραστη «διπλωματική» πάνω σ’ ένα συνδυασμό τεχνών, του μυστηρίου της ζωής συμπεριλαμβανομένου.
Σ ’όλο το Αιγαίο ο νεοπλουτισμός επιτέθηκε στη νεολιθική απλότητα. Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα διεξήχθη ένας παλλαϊκός πόλεμος ενάντια στη μνήμη και το χώμα.
      Ακόμα και το βλέμμα έγινε σπάνιο. Μέχρι πρόσφατα μπορούσες να συναντήσεις βλέμματα όπου μέσα τους έβλεπες ένα τοπίο, όπου μέσα τους υπήρχε η Ιστορία. Τώρα τέτοια μάτια χάνονται… Έπρεπε όμως πρώτα να χαθεί η διαύγεια. Δηλαδή οι άνθρωποι που γνώριζαν τη θέση τους στον κόσμο και το έργο που είχαν κληθεί να επιτελέσουν. Οι άνθρωποι που ήταν συνδεδεμένοι με τις βαθύτερες πηγές της ύπαρξης. Το χώμα, τους καιρούς, τη λάσπη. Που στα κατώγια τους τα χαράματα μουγκάνιζαν τα ζώα. Που διωγμένοι κουβάλησαν αντί άλλης περιουσίας τυλιγμένα κόκκαλα. Που πήγαν στις ξένες φάμπρικες ντυμμένοι με μια φωνή που τραγούδαγε την ξενητειά. Χάθηκαν αυτοί που γνώριζαν τον πόνο. Ο πόνος λεπταίνει τον άνθρωπο. Χάθηκαν τέλος αυτοί που είχαν την τύχη να τον μοιράζονται με τους ομοίους τους .
Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή των πραγματικά ξερριζωμένων, αυτών που είναι τουρίστες του χρόνου που τους δόθηκε σε τούτη τη ζωή και αμήχανοι επιβάτες της Ιστορίας. Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή του φευγαλέου βλέμματος που κάνει ένα γρήγορο:  σάρωμα – επιλογή - απόσβεση.
Παρ ΄όλα αυτά – και μέσα σ΄ αυτές τις τρεις λέξεις κρύβεται και ενεδρεύει η Ιστορία, μιας και αυτές οι τρεις λέξεις είναι ακριβώς ο άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος είναι το ον που κάποια στιγμή κάνει αυτό που δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί - Παρ’ όλα αυτά, λέω, δε χαθήκαν όλα.
Η ελληνική γλώσσα, αυτό το επικίνδυνο και μολυσματικό όργανο, παραμένει ζωντανή. Η Λαϊκή μουσική, η Δημοτική μουσική, η Ποίηση, η λαϊκή μαγειρική- των φτωχών φαΐ - λάδι, άρτος και κρασί, η αίσθηση της Ιστορίας, η ανάγκη για την Πόλη και την Αγορά, όλος ο Εθνικός Πλούτος, έστω και αποδυναμωμένος, παραμένει ενεργός σε βαθμό που δεν μπορεί να διανοηθεί κανένα απ’ τα Δυτικά Έθνη.
Η αλλοτρίωση εδώ, προχώρησε λιγότερο από αλλού όπου μερικές φορές η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Η Ελλάδα είναι πολιτιστική υπερδύναμη.
Στις δύσκολες εποχές που ήλθαν έχει χώρο να υποχωρήσει και να κρατηθεί. Έχει και την«παράδοξη» δυνατότητα να παίξει σημαντικό ρόλο.
Γι’ αυτό ελπίζω η κρίση να προλάβει να περισώσει ό,τι τόσα χρόνια ροκανίζει η ανάπτυξη. Και εύχομαι, ζυγίζοντας τις λέξεις, την καταρράκωση των ελπίδων. Εύχομαι να χαθούν τα ασημένια ρούχα, να καταπέσουν τα φτιασίδια, ν΄ απομείνει αυτός ο λαός γυμνός. Γιατί τριάντα χρόνια τώρα, είδα μπουκιά-μπουκιά το φαΐ που έτρωγε και ρούχο-ρούχο τη φορεσιά που τον έπνιξε.
Έρχεται η σκοτεινή γενιά που μιά στιγμή θα αστράψει. Αυτοί θα είναι οι τιμωροί. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που ακόμα τους ακολουθεί ο ίσκιος τους και κρυφά και χαμηλόφωνα συνομιλούν μαζί του. Υπάρχει κι ένα τοπίο που στέκει αμίλητο.
Μέσα σε μαγεμένο τόπο ορκίζομαι στη συνάντηση των δύο.
                                        
                                                                                                              Β.Η
           από τον "Πύραυλο των Υπογείων"
                      24 Μαρτίου 2011