Πρόσφατα σχόλια

http://your-blog-name.blogspot.com

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Τόπος των αβάφτιστων Ψυχών




Το στρατόπεδο προσφύγων στη Μόρια είναι ένα επίτευγμα. Ψηλές μεταλλικές περιφράξεις με ρολά απαστράπτοντος αγκαθωτού σύρματος στην κορυφή. Προβολείς, κάμερες ασφαλείας, λυόμενα, σκηνές, κοντέινερ, ιατρεία, γραφεία. Χωρισμένο σε τομείς και υπηρεσίες, ο κάθε τομέας μονώνεται με κλειστές πόρτες και τρόπο που θυμίζει στεγανά πλοίου. Σε κάποιες πόρτες λουκέτα διασφαλίζουν την ερμητικότητα. Στις υπόλοιπες στέκονται φύλακες για να ανοιγοκλείνουν στους εργαζόμενους. Η αστυνομία ελέγχει την πύλη του στρατοπέδου και οι ειδικές δυνάμεις της πηγαινοέρχονται με πλήρη εξάρτηση στο εσωτερικό του σέρνοντας όλα τα συμπράγκαλα της βίας - κλόμπ, ασπίδες, κράνη- τα συμπράγκαλα της Δημοκρατίας μας- ενώ βουβά βλέμματα τους ακολουθούν.
     Οι περίφημες «προσφυγικές ροές» είναι ανθρώπινες μάζες που φεύγουν από μια αναρχούμενη περιφέρεια που βυθίζεται αργά στο χάος και συγκλίνουν προς το κέντρο όπου επικρατεί ακόμα τάξη, ασφάλεια, σχετική ευμάρεια και ορθολογισμός. Φεύγουν από τον πόλεμο και τις συνέπειες της αποικιοκρατίας - παλιάς και νέας - ελπίζοντας να ανταλλάξουν την κακιά τους μοίρα με μια καλύτερη, το πρόσωπό τους με ένα άλλο και να διορθώσουν το κακό τους τ’ όνομα. Φεύγουν από την Ιστορία, λες και θα μπορούσε κανείς να γλυτώσει απ’ αυτήν. Λες και θα μπορούσαμε να γλυτώσουμε από το οτιδήποτε!
     Τέλος, κάποιοι διαπνέονται από το ένστικτο της περιπέτειας και τη δίψα να γνωρίσουν αυτό το αυτάρεσκο κέντρο, το υποτιθέμενο κέντρο του κόσμου, αφού αυτό είναι ο κεντρικός πομπός ενός θεάματος που ο παλμός του φτάνει παντού. Για να το πούμε όμως όπως έχει: οι πάντες (λίγο- πολύ) έλκονται από το… Χόλυγουντ. Και βιάζονται να μοιραστούν τις ψευδαισθήσεις του. Λογιών-λογιών διψασμένοι και πεινώντες! Λογιών-λογιών επίφοβοι άνθρωποι!
    Έτσι οι φεύγοντες ξανασυναντούν αυτό που θέλησαν να αποφύγουν. Όσο κι αν το απεύχονταν, γράφουν τώρα οι ίδιοι Ιστορία.

    Τους σταμάτησαν σε μια εξώτερη στοιβάδα και τους στοίβαξαν οπότε η ροή μεταβλήθηκε σε λίμνασμα. Τέτοια καθήλωση όμως απαιτεί μια βία κατακόρυφη που ασκείται δηλαδή από πάνω προς τα κάτω και, κάποιες φορές, αναπότρεπτα, γεννά μια άλλη, οριζόντια, που ασκείται προς τους ομοιοπαθείς που γίνονται ανταγωνιστές. Το στρατόπεδο είναι δημιούργημα ενός διαταραγμένου μυαλού που σκέπτεται με σκοπό τον έλεγχο, την επιτήρηση, την καταγραφή, την ταξινόμηση, την έγκριση, την επιλογή, την Τάξη και πάνω απ’ όλα την Αποτροπή. Είναι επίσης δημιούργημα μιας διάνοιας η οποία είναι διεστραμμένη διότι κρύβει επιμελώς τις προθέσεις της πίσω από την καθαριότητα, τη βιομηχανική τελειότητα των κατασκευών, τη συστηματικότητα, τη φροντίδα και τον ανθρωπισμό. Ένα «τεχνοσυστημικό» γάντι κρύβει την πυγμή.

    Οι Μη Τόποι είναι τόποι στοιχειωμένοι. Μόνο και μόνο η  Ύβρις της σύλληψης και κατασκευής τους γνέφει προς την καταστροφή να πλησιάσει. Η Μόρια κατά μίαν έννοια είναι Μη Τόπος.

    Το στρατόπεδο σχεδιάστηκε για 2500 ανθρώπους και αυτή τη στιγμή πλησιάζει τους 6000 και τη στιγμή του εμφράγματος. Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται εκεί για 9 μήνες χωρίς να έχουν τίποτα άλλο να κάνουν παρά να περιμένουν. Το σκούπισμα και την καθαριότητα τα έχουν αναλάβει συμβασιούχοι, το μαγείρεμα ο στρατός, επομένως ο πληθυσμός του παραμένει ολοκληρωτικά άπραγος απολαμβάνοντας μια πραγματική αν και αναγκαστική «φιλοξενία» δίχως καμία προοπτική. Πρόκειται για ανθρώπους μεταξύ κάποιας ζωής και κάποιου θανάτου που παραμένουν σε ένα μακρόσυρτο επαναλαμβανόμενο limbo. Το να καίγεται λοιπόν από καιρού εις καιρόν κάποιο στρατόπεδο - όπως οι απανταχού φυλακές - δεν θα έπρεπε να σοκάρει κανέναν που δεν είναι δημοσιογράφος, επαγγελματίας σχολιαστής, πολιτικό κοράκι ή τηλεθεατής.








                                        …………………………………………

    Πρώτα η καταγραφή, έπειτα το άσυλο ή η «επαναπροώθηση», ωμά: απέλαση. Το κριτήριο είναι η «ευαλωτότητα»: Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι «ευάλωτα». Οι οικογένειες που έχουν ένα άρρωστο παιδί που έχει χρείαν ειδικής θεραπείας είναι «ευάλωτες». Άτομα που η ζωή τους κινδυνεύει αν σταλούν πίσω είναι «ευάλωτοι». Επομένως από τον καθένα ασκείται πίεση να αποκτηθεί μια πιστοποίηση «ευλωτότητας». Οι μετανάστες θα εξαντλήσουν κάθε νόμιμο μέσο πριν χρειαστεί να «παρανομήσουν» ξανά.
     Οι εγκαταστάσεις που στεγάζουν την Υπηρεσία Ασύλου μες το στρατόπεδο (αυτή που απονέμει την «ευαλωτότητα») είναι διπλά οχυρωμένες και μοιάζουν με φρούριο μέσα σε φρούριο. Είναι αυτές που συγκεντρώνουν την ελπίδα και την οργή.
   Ταυτόχρονα η διοίκηση πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλαπλούς εμπλεκομένους: Το Υπουργείο Μετανάστευσης, τον στρατό, την αστυνομία, την Frontex, τις ΜΚΟ, τον Δήμο, τα ΜΜΕ, τους αρχηγούς των εθνικών ομάδων των μεταναστών. Οι ΜΚΟ μάλιστα «φιλούν κατουρημένες ποδιές» για να πάρουν πόστο εκεί μέσα ώστε να προσποριστούν μερίδιο από τα τεράστια κονδύλια που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση για το Μεταναστευτικό, οι δε προθέσεις τους και η δράση τους παραμένουν ανεξιχνίαστες. Εκατομμύρια παίζονται στις πλάτες των μεταναστών και πολλοί τρώνε με χρυσά κουτάλια – η κατάσταση δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ευρωπαϊκή.

    Τα καλά θερμαινόμενα γραφεία μιας ΜΚΟ, μιας τυχαίας ΜΚΟ, (σε πανάκριβα ενοικιαζόμενο «αρχοντικό») στο κέντρο της πόλης σφύζουν από δραστηριότητα. Ενθουσιώδεις κοπελίτσες όλο ζέση ασχολούνται με κάποιους μετανάστες.  Όταν όμως δεις τα καλοζωισμένα ανώτερα στελέχη, πώς είναι βυθισμένα μέσα στα λαπ τοπ και στα σοβαρά διοικητικά τους καθήκοντα – καμιά αμφιβολία, παχυλά αμειβόμενα- και πώς αντιμετωπίζουν τον κάθε περισπασμό με έναν αέρα πολυπραγμοσύνης και υπεροψίας… όταν δεις τους μετανάστες  που κάθονται σε πάγκους φορώντας όλα τους τα ρούχα, μιας και δεν ζεσταίνονται ποτέ, αποκαρδιωμένοι (η «υπόθεσή τους» δεν προχωράει!), με άδεια βλέμματα, με «κομμένα» μάτια, παραιτημένοι (δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξαναβγούν έξω στο κρύο - «καλά είναι κι εδώ μέσα») …τότε κάτι αλάνθαστα μέσα σου σού λέει πως αυτά τα μαύρα πρόσωπα, αυτά τα αποκαμωμένα μαύρα κορμιά, είναι η «πρώτη ύλη» με την οποία δουλεύουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, η «πρώτη ύλη» της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας Ανθρωπισμού. Σας λέω είναι μούρλια η Ευρώπη!

    Βγαίνοντας από την πόλη της Μυτιλήνης και οδηγώντας προς την Μόρια βλέπεις συνεχώς τις πλάτες ανθρώπων που βαδίζουν. Που εδώ και καιρό "έβαλαν μπρος το αρχαίο περπάτημα". Γκρίζες και σκυφτές πλάτες που πάνω τους κάτι δυσοίωνο έχει γραφτεί: βομβαρδισμοί, επιδρομές, μυστικές αστυνομίες, κρύο, ταλαιπωρία, ανέχεια, μέλλον αβέβαιο. Η Ευρώπη τρέμει στη θέα ανθρώπων που με καλυμμένα τα κεφάλια σε κουκούλες έχουν την ακατάβλητη θέληση να βαδίζουν αενάως. Ανθρώπων δίχως πρόσωπο.
    Στη δίψα αυτών των σύγχρονων desperados για «Ευρώπη», η Ευρώπη αντιδρά με εξαιρετική απροθυμία. Τα κριτήρια είναι σεβαστά και θα εφαρμοσθούν απαρεγκλίτως και με λεπτομερή προσοχή. Δεν έδειξε όμως η Ευρώπη ανάλογο σεβασμό όταν σκόρπαγε τον όλεθρο «επί δικαίων και αδίκων» την εποχή της αποικιακής της δόξας. Ούτε την ίδια προσοχή στη λεπτομέρεια όταν με τον χάρακα τράβαγε ευθείες γραμμές στον χάρτη και έφερνε στο φως τον σύγχρονο κόσμο. Ούτε ντράπηκε να ακολουθεί την Αμερική, όπως η ύαινα το λιοντάρι, στο κυνήγι της στη Μέση Ανατολή. Τώρα «ανησυχεί σοβαρά» μπρός στα κύματα προσφύγων και διωγμένων του Τρίτου Κόσμου που έρχονται να ενωθούν με τις διογκούμενες μάζες των δικών της αστέγων και αποκλήρων. Πίστεψε πως εξόρισε την αταξία πέρα απ’ τα σύνορά της, τώρα αυτή η αταξία επιστρέφει περνώντας κάτω απ’ τις πόρτες. Τούτοι οι άθλιοι φέρνουν την ταραχή μέσα στο κέντρο της.
    Επείγει λοιπόν, όλες αυτές οι σκοτεινές και "παθιασμένες" μάζες να κρατηθούν στην περιφέρεια. Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εφάρμοσαν τούτο το μέτρο για αιώνες. Δεν είχαν όμως το εμπόδιο εθνικών κρατών. Μήπως τώρα το διάδοχο σχήμα τους πρέπει να αναζητήσει τις κατάλληλες φόρμουλες και να ακολουθήσει τις κατάλληλες μεθοδεύσεις? Η συνεπής μαθητεία είναι απαραίτητη αλλά χρειάζονται και οι ευφάνταστες προσαρμογές. Για να πληρωθεί το ρηθέν υπό του Λακάν για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα στρατόπεδα στην Ευρώπη έκλεισαν μόνο προσωρινά.

    Κάποτε, φόρτωσε το εβραϊκό της πρόβλημα στις πλάτες των Αράβων. Τώρα εκείνα τα στρατόπεδα βρίσκουν την ωχρή τους αντανάκλαση σε τούτα τα στρατόπεδα. Ο αντισημιτισμός επιστρέφει με άλλο ρούχο σαν φόβος του Ισλάμ.
     Όσο για την Αφρική? Μα Η Αφρική είναι ένας σύγχρονος Άδης!

    Ο ξένος ήταν η μεγαλύτερη απειλή για τις αρχαίες κοινωνίες. Όταν έρχεται μόνος είναι ικέτης και αντιμετωπίζεται με ευμένεια. Σε μεγάλα νούμερα είναι εισβολέας.

    Η Γερμανία μπορεί να ποντάρει τώρα στους μετανάστες για να λύσει το δημογραφικό της πρόβλημα και να αναπληρώσει την έλλειψη εργατικών χεριών αλλά αυτή είναι άθλια πολιτική - ήδη σήμερα δεν είναι καλό για κανένα να είναι ξένος στην παλιά Ανατολική Γερμανία. Είναι επίσης κοντόφθαλμη πολιτική. Οι αυτοκρατορίες, τη στιγμή που βασίστηκαν στους μισθοφόρους άρχισαν την πορεία τους προς την παρακμή. Ή ίσως είχε αρχίσει ήδη η πτώση  της ζωτικής τους δύναμης και για αυτό χρειάστηκε να βασιστούν στο σφρίγος των βαρβάρων.
    Μπορεί να ελπίζει στην ένταξη και τον ορθολογισμό αλλά σε μια δεύτερη και τρίτη γενιά, όταν «θα ξυπνήσουνε οι ρίζες» - όπως σε Γαλλία και Βρετανία- τα προβλήματα θα είναι αξεπέραστα.
Μπορεί να ελπίζει ότι θα εντάξει τους ξένους όπως η Αμερική, αλλά η Γερμανία δεν είναι έθνος μεταναστών όπως οι ΗΠΑ. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το Αμερικάνικο «χωνευτήρι» θα συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο καλά όταν έρθουν οι δύσκολες μέρες.

                                     ………………………………..

   Τι άλλο απομένει απ' αυτό το ταξίδι μέσα στο χειμώνα? Όταν έφυγα από τη Θεσσαλονίκη για την Καβάλα κι από ‘κει πήρα ένα νυχτερινό καράβι για τη Μυτιλήνη?
  Μα φυσικά οι κάτοικοί της. Που τόσα καλά λόγια ακούστηκαν για αυτούς όταν άρχισαν να ‘ρχονται κατάφορτες οι βάρκες. Τώρα φτάνουν στα όριά τους. Και τι θέλουν τώρα οι κάτοικοί της? - Θέλουν πίσω το νησί τους!
 
     Ο ξένος ήταν η μεγαλύτερη απειλή για τις αρχαίες κοινωνίες. Όταν έρχεται μόνος είναι ικέτης και αντιμετωπίζεται με ευμένεια. Σε μεγάλα νούμερα είναι εισβολέας.

    Και ποιο ακριβώς είναι εκείνο το νησί? Τώρα θα προτιμούσαν να είχαν τον τουρισμό και τα λεφτά του! Φέτος πάθανε ζημιά! Μα η Λέσβος- πέρα από τον Μόλυβο- δεν ήταν ποτέ ένα τουριστικό νησί! Κι όσον αφορά τα λεφτά: τώρα είναι η χρυσή εποχή της Μυτιλήνης. Οι οργανώσεις νοικιάζουν αρχοντικά- 2 και 3 χιλιάδες ευρώ απαζάρευτα- οι υπάλληλοί τους μαζί με τους κρατικούς -5 με 6 χιλιάδες- νοικιάζουν σπίτια ολοχρονίς (και όχι μόνο για 2 μήνες στον Μόλυβο), ξοδεύουν τους μισθούς τους στο νησί και οι μετανάστες, όσο να πεις, ψωνίζουνε κι αυτοί. Αλλά είναι «βαριά» λεφτά. Μια καταχνιά απλώνεται στο νησί. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες φέρνουν ένα πένθος. Σα σκιές σα φαντάσματα κυκλοφορούν. Κι από κοντά οι αστυνομίες. Πιο καλά ο τουρισμός και το χαζοχαρούμενο κλίμα του…  πιο καλά τα ξανθά πλήθη που μπεκροπίνουν και αυτοβαλσαμώνονται όλη μέρα στον ήλιο στις ξαπλώστρες. Αυτή είναι η «σωστή», η ευπρόσδεκτη, εισβολή.

    Όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έχουν τα λιμάνια τους προς τη μεριά της Μικρασίας. Προς τα ‘κει ήτανε τα εμπόρια, προς τα ‘κει βλέπουνε και τα λιμάνια τους. Η Μικρά Ασία είναι η ενδοχώρα τους. Όλα τα νησιά του Αιγαίου αποτελούνε μια γέφυρα ανάμεσα στις δυό ακτές. Από τότε που σηκώθηκαν τα σύνορα, το 1922-23, αυτή η γέφυρα, από τη μιά της άκρη χάσκει στο κενό. Τελεσίδικα θα μαραζώναν τα νησιά αν μετά τον πόλεμο δεν ερχότανε ο τουρισμός. Αλλά μια αερογέφυρα είν’ ο τουρισμός. Και τέτοια «ανάπτυξη» λαχταράνε οι νησιώτες μας. Με τη βοήθεια μιάς αερογέφυρας να ζουν. Και πάλι μαραζώνουν τα νησιά, από «μέσα» τούτη τη φορά -με «κούφια» λεφτά.
    Αλλά ίσως έχουν δίκιο εκεί στη Μυτιλήνη, μιάς και κανείς δεν είναι ευτυχής μ’ αυτό που τού κληρώθηκε- όλοι θέλουν το Χόλυγουντ. Κι αν την πρώτη στιγμή επικράτησε το έλεος για κάποιους κακοτυχίσαντες, στη συνέχεια αποστρέφεται το βλέμμα απ’ τους απελπισμένους.

                                   …………………………………..

    Όμως η χειρότερη στιγμή ήταν στη Χίο. Βράδυ πάλι έφυγε το καράβι απ’ τη Μυτιλήνη φορτωμένο με κόσμο χαρούμενο που πάει για Χριστούγεννα. Βολτάρω στα γεμάτα σαλόνια κι έξω στα καταστρώματα. Σ’ ένα καναπέ ένα νεαρό ζευγάρι παίζει με τα κινητά του. Στο τραπεζάκι πλάι τους μια μαύρη δερματόδετη Αγία Γραφή. Ξαναπερνώντας δίπλα τους, ο νεαρός διαβάζει μια εφημερίδα – το άρθρο έχει τίτλο: Αποκαλύψεις φωτιά από τον Ελληνόψυχο Θεόδωρο Καμαρινό. Η εφημερίδα είναι ο «Στόχος».
    Το καράβι έπιασε στη Χίο πριν απ’ τα μεσάνυχτα. Βγαίνω στο κατάστρωμα της πρύμνης να δω το λιμάνι. Κάνει τσουχτερό κρύο. Κάτω στον ντόκο δύο σημαίες: της Ελλάδας και της Ε.Ε.  Σε μικρή απόσταση 15-20 άτομα παρακολουθούν σιωπηλοί την επιβίβαση. Ανάμεσα τους μερικές νέες γυναίκες. Σε πολύ μικρότερη απόσταση απ’ το καράβι, έξω ακριβώς από την πύλη του λιμανιού, σε σκοτεινό ξέφωτο ανάμεσα στα κτίρια, μια ομάδα από 60-70 άτομα στέκονται ακίνητοι. Τούτοι δω είναι όλοι αγριόγατοι. Μελαψοί, σκοτεινιασμένοι, με ένταση παρακολουθούν την επιβίβαση ανθρώπων και φορτηγών. Τρώνε με τα μάτια το καράβι. Μπροστά τους ένα περιπολικό και μερικοί αστυνομικοί τούς κόβουν τον δρόμο. Δίπλα μου ένας νεαρός τραβάει βίντεο με το κινητό του. Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή. Κάτι πολύ άβολο απλώθηκε ανάμεσά μας... ξαναστραφήκαμε κι οι δυό, κάτω προς τη σκηνή. Ο επικεφαλής τούς λέει κάτι ξανά και ξανά που δεν ακούγεται εδώ ψηλά – αυτοί ακίνητοι. Οι νταλίκες κάνουν μανούβρα και ορμάνε με πάταγο μες τα γκαράζ του καραβιού. Μια κλούβα της αστυνομίας  έρχεται και σταθμεύει 50 μέτρα από το πλοίο. Μια διμοιρία ΜΑΤ αναπτύσσεται  μπροστά τους. Την επόμενη φορά που κοίταξα είχαν όλοι εξαφανιστεί. Σαν να τους ρούφηξε η νύχτα. Σαν να μην υπήρξανε ποτέ.

    Ρωτάω τον εαυτό μου: αν σε κάποιους ξένους είναι απαγορευμένο να εγκαταλείψουν ένα νησί, πώς πρέπει να νοιώθουν οι μόνιμοι κάτοικοί του? Πόση απόσταση θεωρούν ότι τους χωρίζει? Κι αν οι ίδιοι δεν είναι εγκάθειρκτοι τότε τι ακριβώς είναι? Και πώς πρέπει να νοιώθουν για αυτούς που, με την παρουσία τους, τούς υπενθυμίζουνε διαρκώς ότι ζουν σε κάποιου είδους «ανοιχτή» φυλακή?
    Και ‘κείνες οι δυό σημαίες στο λιμάνι? Ένα κουρελάκι να κουτσοστέκεται δίπλα στο ατλάζι... Κι ακόμα χειρότερα... από παλιά ματωμένο να προσπαθεί να «ευπρεπιστεί»!
    

    Δύο κοπελίτσες που μόλις επιβιβάστηκαν τραβούν selfie στο κατάστρωμα κι ο άνεμος τις παίρνει. Οι μπουκαπόρτες σηκώνονται, πρώτα η μιά, έπειτα η άλλη. Τα ΜΑΤ βαδίζουν προς την κλούβα. Το καράβι φεύγει φορτωμένο αποκλειστικά με Έλληνες- και, τουλάχιστον έναν Ελληνόψυχο.
    Βαθιά ακούγεται η σειρήνα του, αντηχεί σ’ όλη την πόληΠερήφανη η βουή του επιστρέφει σαν ηχώ από παντού, τα κτίρια και τους πέρα δρόμους, φτάνει απέναντι στα Μικρασιατικά παράλια και ξαναγυρίζει πίσω αναμειγμένη με ντροπή. Τα χιλιάδες φώτα του Τσεσμέ φαίνονται τόσο κοντά. 
    Έμεινα για ώρα στο κατάστρωμα ώσπου χάθηκε η Μικρασιατική ακτή, χάθηκε η Χίος. Και μόνο κάτι μακρινοί κόκκινοι φάροι της αεροπλοΐας θύμιζαν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ένας κόσμος πέρα από το φωτισμένο καράβι και το θολό σκοτεινό πέλαγος.

                                                                                                                                   Β.Η


                                                                      

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Η Έλευσις




    Δίχως τις λέξεις τα πράγματα θα ήταν ίσως απλούστερα. Χωρίς τη μέθοδο ευκολότερα. Ο Πολιτισμός περιήλθε σε θέση νοκ-άουτ γιατί έγινε ένα άλλοθι. Ο άνθρωπος κρύφτηκε εντός του από τον εαυτό του.  
    Η αταξία στον κόσμο αρχίζει όταν οι καρδιές των ανθρώπων είναι ερειπωμένες. Τότε οι πάντες βρίσκονται σε σύγχυση.
    Ποίηση, Φιλοσοφία, Κριτική, Θρησκεία, Επιστήμη, Τέχνη, Πολιτική ετέθησαν εκτός μάχης. Το πλαίσιο είναι λάθος. Το Πνεύμα τελεί εν εξορία.
    Βρισκόμαστε στο σημείο – μηδέν της ανθρώπινης σκέψης. Επομένως η πράξη, η θεμελιώδης πράξη, είναι ανύπαρκτη. Αυτό που απομένει σαν πράξη, η αέναη πράξη, οδηγεί σε νέες συμφορές.

                                         ……………………………….

    Σαν Έλληνες μπορούμε να ξαναρχίσουμε να σκεφτόμαστε πάνω στο Σωκρατικό ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει τη ζωή άξια να την ζει κανείς? Το ερώτημα είναι θεμελιώδες γιατί τοποθετεί τη ζωή κάπου ψηλά και σε καλεί να αρθείς στο ύψος της.
    Ένας Χριστιανός μπορεί να σκεφτεί τη δυσκολία να περάσει η κάμηλος μέσα από την κεφαλή της βελόνας και να έχει στο μυαλό του ότι αν το πέρασμα οδηγεί στη βασιλεία, η κάμηλος  είναι το φουσκωμένο ανθρώπινο εγώ.
    Ένας Βουδιστής μπορεί να σκεφτεί πάνω στην αρχή της ισορροπίας των όντων.
    Ένας Μουσουλμάνος μπορεί να στοχαστεί μπροστά στην έρημο που προελαύνει.
    Η Ευρώπη αρχίζει στα Ουράλια και τελειώνει στην Καλιφόρνια. Η Ευρώπη καλείται να σκεφτεί πάνω στον πλούτο και την ισχύ.

    Πηγαίνοντας στην Αφρική καλείσαι να σκεφτείς πάνω στη σπάνη. Οι Αφρικανοί πιθανόν να φαίνονται ότι υποφέρουν από υπερβολική φτώχεια προς το παρόν, αλλά είναι πολύ υπερήφανοι και φτάνουν στο σημείο να λένε ότι δεν θέλουν να πέσουν τόσο χαμηλά ώστε να επιθυμούν την απόκτηση γης.
     Ίσως οι νομαδικοί λαοί οι οποίοι περιφέρονταν ελεύθερα και κατά βούληση στους λόφους και στις πεδιάδες της Αφρικής – όπως και τ’ αδέλφια τους που αλώνιζαν την Αυστραλία – έζησαν με τον ίδιο τρόπο όπως οι μοναχοί του Ζεν οι οποίοι περιπλανιούνταν τόσο ελεύθερα όπως τα σύννεφα.
     Όταν είδα την ευλαβική μορφή ενός νεαρού Σομαλού να προσεύχεται προς τη Μέκκα στη λαμπρή κόκκινη ανατολή του ήλιου, ένοιωσα πως έβλεπα την αιώνια Αφρική.

               Το σούρουπο είναι ένα χάσμα ανάμεσα στους κόσμους.
               Η Πρωταυγή είναι καταγάλανη.
               Ο Ποταμός Κόνγκο είναι πλατύς σαν τον Κόσμο.
               Αντικρίζοντάς τον από ψηλά
               είναι σαν να μην υπάρχει το ανθρώπινο είδος
               ούτε ο πολιτισμός του
               σαν να διανύεις μια εποχή πριν από την Ιστορία.
               Ο Κόνγκο είναι ο Κόσμος…
               
               η Αφρική θα ανοικοδομηθεί.

    Και το πιο μικρό ποτάμι που κυλάει είναι ο Θεός που εκλιπαρεί. Σε κάθε περίπτωση, ένας Ινδός, ένας Ευρωπαίος, ένας Αφρικανός σκέφτεται, ένας αυτόχθων των Μεγάλων Πεδιάδων, ένας άνθρωπος χαμένος στα πλήθη της Κίνας σκέφτεται… οι πάντες μπορούν να ξαναρχίσουν να σκέφτονται πάνω στο νόημα της ζωής.
    
    Αλλά δεν γίνεται να σκεφτείς με το μυαλό. Η καρδιά είναι που λέει στο νου τι και πώς να το σκεφτεί. Έπειτα ο νους διευθετεί τα υπόλοιπα. Η καρδιά είναι το πολυτιμότερο όργανο.

                Η συ-ζήτηση μπορεί να αρχίσει…
                ή να μην αρχίσει ποτέ!                 



                                                                                                                   Β.Η     

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Xmas Morn - Πρωινό Χριστουγέννων



    Τι είναι αυτό που κάνει τα σημερινά σπίτια τόσο γοητευτικά, τόσο ελκυστικά?
    Είναι η εξορία του χιονιού πίσω από το τζάμι?
    Ή μια κούπα ζεστός καφές και η αποξένωση που μας κοιτά? Αυτό το βλέμμα από την εξορία?

                                                                                         Β.Η

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Προς Νεοφερμένους



Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
όλοι μαζί σκυμμένοι
καύκαλα με άχυρα γεμάτα, αλίμονο!

Οι στεγνωμένες μας φωνές
σαν ψιθυρίζουνε μαζί
είναι ήσυχες κι ασήμαντες                        
σαν τον αέρα στο ξερό χορτάρι

Μορφή χωρίς σχήμα σκιά χωρίς χρώμα
δύναμη παραλυμένη νεύμα δίχως κίνηση

Εκείνοι που ταξίδεψαν
με τη ματιά ίσια, θαρρετά
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
μας θυμούνται- α, θα μας θυμούνται!-
όχι σαν να ‘μαστε χαμένες παράφορες ψυχές
μα μονάχα
οι Κούφιοι άνθρωποι
οι με άχυρο παραγεμισμένοι άνθρωποι
οι αχυρένιοι άνθρωποι.


Και φοράμε ακόμα
ποντικού τομάρι, κόρακα πετσί.
Συγνώμη για τούτο το συναπάντημα
μέσα στη δειλινή Βασιλεία.

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
τούτη είναι των κάκτων χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα υψώνονται
εδώ είναι που δέχονται
την ικεσία του χεριού ενός πνιγμένου
κάτω από το τρεμάμενο παίξιμο του άστρου που σβήνει

Έτσι είναι τα πράγματα
εδώ, στου θανάτου το άλλο Βασίλειο,
ξυπνάς μονάχος
την ώρα εκείνη που τρέμεις τρυφερός
χείλια που θα φιλούσαν
λένε προσευχές στη ραγισμένη πέτρα

Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν έχει μάτια
στη λαγκαδιά των άστρων που πεθαίνουν
στο κούφιο αυτό λαγκάδι.

Σε τούτο το συναπάντημα
μαζί ψηλαφούμε
κι ας αποφύγουμε τα λόγια
μαζεμένοι στην άκρη του φουσκωμένου ποταμού
δίχως βλέμμα, εκτός αν ξαναφανούν τα μάτια
σαν το άστρο το αιώνιο, το εκατόφυλλο το ρόδο
γιατί είμαστε η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.

Ανάμεσα στην ιδέα και στο γεγονός
ανάμεσα στην κίνηση και στην πράξη
η Σκιά πέφτει

Ανάμεσα στη σύλληψη και στη δημιουργία
ανάμεσα στη συγκίνηση και στην ανταπόκριση
η Σκιά πέφτει.

Ανάμεσα στον πόθο και στο σπασμό
ανάμεσα στη δύναμη και στην ύπαρξη
ανάμεσα ουσία και κάθοδο
η Σκιά πέφτει.

Κι ας αποφύγουμε τα λόγια
εκτός αν ξαναφανούν τα μάτια
σαν το άστρο και το εκατόφυλλο το ρόδο
γιατί είμαστε η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.


    Β.Η:  διαβάζοντας με τον δικό μου τρόπο την Έρημη Χώρα του Έλλιοτ. (Η Δύση απευθύνεται σ’ αυτούς που έρχονται μεσ' απ' τα Σύνορα, αυτούς που γεννιούνται στα Νοσοκομεία της και απαντά στους δικούς της «Ξένους») 

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Αμερικανοί Άγγελοι και Απόκληροι




    Πάνω σ’ ένα τραίνο που έρχεται από την Ατλάντα και πιο πίσω, από τη Λουιζιάνα, ερχόμενος από το Κόρπους Κρίστι Τέξας κι από κει πιο πίσω, απ’ το παλιό Μεξικό, ταξιδεύω για τη Νέα Υόρκη. Διασχίζοντας την Πενσυλβάνια το τραίνο περνάει στις παρυφές παλιών βιομηχανικών πόλεων. Φαντάσματα εργοστασίων με εκατοντάδες σπασμένα παράθυρα, προαύλια και μάντρες με σωρούς από σκουριασμένα σιδερένια εξαρτήματα και μετά συνοικίες, απέραντες συνοικίες και προάστια, όπου αυλές με καμένα γρασίδια και μονοκατοικίες με άδειες βεράντες, όπου στα τρία σπίτια τα δύο έχουν καρφωμένες σταυρωτά ξύλινες τάβλες στα  αμπαρωμένα  παράθυρα. Στους έρημους δρόμους νέγροι βαδίζουν σαν σκιές και φτωχοί λευκοί ατενίζουν τα τραίνα που περνούν με άδεια μάτια. Είναι φανερό, το Κεφάλαιο ευλόγησε κάποτε αυτούς τους τόπους κι ύστερα έστρεψε αλλού την εύνοιά του αφήνοντας πίσω κακομοιριά κι ερείπια.
    Είναι αυτοί οι τόποι όπου στρατολόγοι των πεζοναυτών σεργιανάνε σαν του Ιεχωβάδες και χτυπάνε πόρτες αλιεύοντας ζωές. Ντυμένοι με κόκκινες πλουμιστές στολές και λευκά σειρήτια ξεμοναχιάζουν τους πιτσιρικάδες και μετά πιάνουνε τη μάνα. Όλο θωριά, υπόσχονται μισθούς, ταξίδια στον κόσμο και πενταετή φοίτηση στο κολλέγιο μετά την αποστράτευση. Οι φουκαριάρες οι μάνες- πατέρας σπάνια υπάρχει- διώχνουν τα παιδιά τους. Οι φίλοι τους, πεθαμένοι από τα ναρκωτικά και ανταλλαγές πυροβολισμών. Κι όσοι ζουν ακόμα μπαινοβγαίνουνε στις φυλακές και, μπλεγμένοι στις συμμορίες, με το ζόρι θυμίζουν το «πουλαράκι τους» που κάποτε υπήρξε.
    Και μετά, στο Αφγανιστάν, στο δεύτερο Ιράκ, πέσανε στα χειρότερα. Στριμωγμένοι στ’ αεροπλανοφόρα περιπολούν στον κόσμο, παρόντες σ’ όλους τους πολέμους της αυτοκρατορίας. Εκρήξεις-παγιδευμένα αυτοκίνητα στην αγορά της Βασσόρας, πάνοπλοι σαν αστακοί σ’ ένα σταυροδρόμι στη Φαλούτζα. Εκατοντάδες τυφλά παράθυρα γύρω τους και το μοναχικό όπλο που βροντά. Ελεύθεροι σκοπευτές και μια φωνή μ’ αντίλαλο στα άδεια κτίρια τούς υπόσχεται πως ποτέ δεν θα γυρίσουν πίσω. Βάναυσοι στους ντόπιους, τρέλλα, φόβος.  
    Και γυρίζουν. Η μάνα κλαίγοντας αγκαλιάζει το γιό της. Που επέστρεψε ζωντανός κι όχι μέσα σε φέρετρο σκεπασμένο με την αμερικάνικη σημαία. Δεν ξέρει η φτωχιά πως αυτός που αγκαλιάζει δεν έχει μέσα του ζωή αλλά είναι ένα κούφιο κέλυφος γεμάτο εφιάλτες. Στο εξής σα ξένος θα γυρνά δω κι εκεί στην παλιά πατρίδα. Τι να πει και με ποιόν αν δεν βρέθηκε και κείνος στη Φαλούτζα? Ναι, έτσι είναι! Αυτοί οι γιοί δεν γύρισαν ποτέ απ’ τη Φαλούτζα. Υπάρχει πολύς πόνος κι απελπισία στην Αμερική.
                                                …………………….

    Ένας «εραστής» της κακιάς ώρας φτάνει με λεωφορείο από το Τέξας στη Νέα Υόρκη με σκοπό να γνωρίσει εύπορες κυρίες. Συναντάει στους δρόμους έναν αλητάκο που βήχει διαρκώς. Οι δυό τους προσπαθούν μάταια να πιάσουν την καλή. Η κακοδαιμονία και ο χειμώνας της Νέας Υόρκης σιγά-σιγά τους καταβάλουν. Μια συντροφικότητα αναπτύσσεται αργά κι επίπονα ανάμεσα στους δύο άντρες. Ο κάου-μπόυ παίρνει τον άρρωστο φίλο του με το λεωφορείο στη Φλόριντα. Φτάνοντας 'κει κάτω, στο ζεστό καιρό και τους φοίνικες, αγοράζει λουλουδάτα πουκάμισα και για τους δυό. Πολύ αργά! Ο φίλος του τού «φεύγει» μέσα απ’ την αγκαλιά. Υπάρχει πολύς πόνος κι απελπισία στην Αμερική.

Midnight Cowboy. Η ματιά  του Βρετανού Τζων Σλέσσιγκερ στην Αμερική του ‘70. Ίσως έπρεπε να ‘σαι Ευρωπαίος για να δεις την Νέα Υόρκη με τέτοια μάτια το 1970. Δεν χρειάζεται πια να ξετάζεις 'διαίτερα αυτή τη χώρα. Σήμερα όλος ο κόσμος ξαναγίνεται τραγικός.
                                            ……………………………

    Ο Murli πέρασε έναν χρόνο στην Ιθάκη. Έκανε tai chi, έπαιζε σαξόφωνο, μελετούσε ζεν και υπαρξιστική ιατρική και πέρναγε τον χρόνο του με τους ψαράδες. Αυτό που θα έπεφτε απάνω του μπορούσε να περιμένει. Γυρίζοντας στην Αμερική αρρώστησε από θυρεοειδή, έχασε τη δουλειά του και φυσικά πολύ σύντομα το σπίτι του. Δεν αντέχουνε οι Άγγελοι στην Αμερική. Κι αν ξέρει ένας θεός πόσο τους χρειάζεται αυτή η χώρα!
     «Έτσι βρέθηκα στον δρόμο. Επειδή όμως δεν ήμουνα πρεζάκιας, ούτε αλκοολικός, ούτε είχα ψυχολογικά προβλήματα, πολύ γρήγορα - σε έξη μήνες - συνήλθα απ’ το χτύπημα και έπιασα δουλειά στις soup kitchen». Εκεί δηλαδή που δίνανε συσσίτια στους αστέγους. Πρέπει να τον είχε τραυματίσει η ξαφνική έκπτωση και καταστροφή της ζωής του γιατί μου τα διηγήθηκε όλα αυτά με ένα ελαφρύ χαμόγελο σαν να είχαν συμβεί σ’ άλλον. Ήταν όμως άνθρωπος στοχαστικός ο Μurli και σε καμιά περίπτωση κάποιος που θα μετακινείτο γρήγορα απ’ την πηγή του πόνου- που θα ‘φευγε μακριά απ’ αυτό που είχε γίνει, αυτό που τού ’χε  συμβεί. Έτσι λούφαζε δίπλα στην «πληγή» όσο αυτή έκλεινε και δούλευε στις κουζίνες. Κι εξοικειωνότανε με αυτό που είχε ζήσει βοηθώντας τώρα εκείνους που είχανε σταθεί σύντροφοί του στην αγριότητα.

    Συνάντησα τον Murli, φέρνοντάς του χαιρετίσματα από κοινό φίλο, νωρίς ένα μεσημέρι στο Muddy Waters café, ένα φτωχό συνοικιακό cafe, στο Mission στο Σαν Φρανσίσκο. Κάναμε αρκετή παρέα, γυρίσαμε δω κι εκεί στο Bay Area κι ένα απόγευμα πήγαμε στο Berkeley - στα πεδία των παλιών μαχών. Ήταν ένα ψηλός ευτραφής πρόσχαρος άνθρωπος με ένα χιούμορ όμως που, καμιά αμφιβολία, είχε συνείδηση του λάκκου μπρος στον οποίο στέκεται ο Άνθρωπος. Ένα βράδυ μάς πήρε να δούμε το «σπίτι του». Τού πληρώνανε ένα δωμάτιο σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο. Ήτανε κάτι σαν ξενώνας για απόκληρους -κανονική προέκταση των δρόμων. Είχε μια κοπέλα, την Annete, που είχε έρθει κι αυτή μαζί μας. Η φωλιά του ήταν πολύ λιτή. Ένα  μονό κρεβάτι, μια καρέκλα, ένα τραπέζι, ελάχιστες αποσκευές. Κι ένα από τα πρώτα λαπ-τοπ. Ήταν 1994. Στους διαδρόμους γινότανε χαμός. Φτωχοδιάβολοι πήγαιναν πάνω κάτω και τον χαιρέταγαν με τελετουργικές στακάτες χειραψίες όλο συμβολισμούς που υποδήλωναν συνάφεια. Συνέχεια έρχονταν και φεύγανε, κι ένας ηλικιωμένος ψηλός και μελαγχολικός μαύρος με ιερατική όψη και φωνή βαρύτονου τού πέταξε από έναν καναπέ: Hi Murli it’s good you are back! Δίχως άλλο ήταν αγαπητός ο φίλος μας κι όλοι τον αναγνωρίζανε σαν homeboy. Η Annete ήταν κάπως σφιγμένη δίπλα του, ο Murli την άγγιξε στοργικά στην πλάτη και γέλασε: Η Annete προσπαθεί να με πείσει να μετακομίσω σπίτι της, είπε, αλλά εμένα μ’ αρέσει εδώ. Here is the real America!

    Καθώς φεύγαμε κοίταξα πέρα, τους μακρείς διαδρόμους με το αδιάκοπο πήγαινε-έλα και μού φάνηκαν σαν οι ανοιχτές αρτηρίες μιας αχανούς χώρας. Πραγματικής και γι αυτό τραγικής.


                                                                                                                                              Β.Η

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Δουβλίνο – Τεχεράνη



Όπως περπατάω τις νύχτες στις πόλεις
κι έχω περπατήσει σε πολλές
έχω κάποιες φορές ν’ αντιμετωπίσω
αρκετά μεγάλες αποστάσεις.
Στις αρχές της πορείας αυτό που
προβάλλει πιο αποθαρρυντικό
είναι η πλήξη.
Διαλέγω τότε ένα θέμα κι ασχολούμαι με αυτό.
Τις περισσότερες φορές βέβαια ούτε καν χρειάζεται
να διαλέξω. Απλά έρχεται από μόνο του.
Αν στο δρόμο το θέμα εξαντληθεί τότε συχνά
δίνει τη θέση του σε ένα άλλο.
Όταν πια έχω φτάσει σπίτι έχω συμπληρώσει
έναν πλήρη κύκλο φαντασίας.
Ως επί το πλείστον η ροή των σκέψεων
κυλάει απρόσκοπτη γιατί συνήθως τίποτα
δεν συμβαίνει γύρω μου
μόνο ο ήχος από τα βήματά μου
κάποιος άλλος νυχτοπερπατητής ή το πολύ- πολύ
ένα ζώο διασχίζει λοξά τον έρημο δρόμο.

Ο ήχος των αυτοκινήτων δεν με ενοχλεί
Κυλάνε προσπερνώντας με ή με διασταυρώνουν
αποτελώντας ένα μέρος του τοπίου σαν τα κτίρια
και τις γέφυρες που σημαδεύουνε τη διαδρομή μου.
Άλλες φορές οι σκέψεις μου δεν έχουν συγκεκριμένο άξονα
αλλά έλκονται από κάθε τι που θα συμβεί ή απ’ αυτά
που προσπερνώ. Κτίρια, παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
μια ψόφια γάτα, μια γέφυρα, αποτελούν ορόσημα
αυτής της επιστροφής μου σπίτι.
Μια παρκαρισμένη νταλίκα, ο οδηγός της που χουζουρεύει
στην κουκέτα του πίσω από κλεισμένα κουρτινάκια
το ποτάμι που φουσκώνει, είναι μικρογεγονότα
που με στέλνουν το ένα στο άλλο και δεν κρατούν
για πολύ την προσοχή μου.
Μοιάζω τότε μ’ έναν άνθρωπο που κοιμάται
ελαφρά και βλέπει πολλά και σύντομα όνειρα που
αμέσως τα ξεχνά.

Πολλές φορές λυπάμαι που οι πόλεις είναι τόσο έρημες
τις νύχτες, τόσο άδειες από ζωή.
Σκέφτομαι όλους αυτούς που κοιμούνται
στα σπίτια και στα διαμερίσματα.
Τους βλέπω πίσω από σκοτεινά παράθυρα
να κείτονται στα κρεβάτια τους χαμένοι μες τον ύπνο.
Βέβαια ένα φωτισμένο παράθυρο πότε-πότε
είναι μια παρηγοριά
αλλά δεν αποτελεί δα και καμμιά σπουδαία συντροφιά.
Άλλες φορές σκέφτομαι τους φίλους μου
που τώρα πιά κι αυτοί κάπου κοιμούνται
κάποτε πολύ μακριά
σε άλλες πόλεις
ή ακόμα και σε άλλες χώρες…
Τότε νοιώθω λίγη μοναξιά.

Το πιο λυπηρό όμως είναι
ότι τόσα χρόνια που βαδίζω δεν συνάντησα ακόμα
έναν άνθρωπο να διαβάζει
κάτω από τη λάμπα του δρόμου

όπως συνέβη κάποτε σε κάποιον
στα προάστεια της Τεχεράνης.
                                                                   

                                                      Β.Η,  Δουβλίνο ‘97

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Φροντίδα


Η άρνηση
Το έργο του Αρνητικού
Τα blouson noir
ο Λωτρεαμόν, οι Ντανταϊστές
οι αποδιωγμένοι, οι Καταραμένοι,
η αχλή του μύθου που τους περιβάλλει
το Sympathy for the devil
oι Velvet Underground
Τo punk
      ο Μηδενισμός
             ο Νετσάγιεφ
      οι Δαιμονισμένοι
ο Ντεμπόρ, Διδάκτωρ του Τίποτα
ο ζόφος
η Μεγάλη Νύχτα
La Terreur
υπήρξαν απαραίτητα δεκανίκια
                     σε μία εποχή
που είμασταν μία ασήμαντη μειοψηφία
σε μία αυτάρεσκη κοινωνία
που διαπραγματεύτηκε την άδολη
διάθεσή μας για προσφορά
με την υποταγή μας,
                       σε μια εποχή
που η κοινωνία πείσθηκε να ζήσει
                           κάτω απ’ τις δυνατότητές της
και μεις που βλέπαμε το χαμένο πλούτο
και θορυβούσαμε στη γαλαρία
σπρωχτήκαμε στο περιθώριο
και ντυθήκαμε τα μαύρα ρούχα

Τούτη την ύστατη στιγμή
που η κοινωνία τρομαγμένη
από τις προδοσίες τις πολλές
ξεκουνιέται από ύπνο ανήσυχο 
και αρχίζει να μας ακούει 
και, 
θέλει προσοχή αυτό,

είναι έτοιμη να φορέσει ό,τι
πιο μαύρο υπάρχει στην γκαρνταρόμπα μας
νεοφερμένη στην απόγνωση και το σκοτάδι,
πρέπει, να προσέξουμε λέω,
να βγάλουμε ένα ζεστό ρουχαλάκι
να ‘χει και λίγο χρώμα
απ’ αυτά πόχουμε, κάτω απ’ τη λεβάντα φυλαγμένα
                          βαθιά μες στα συρτάρια
για τις καλές τις μέρες
                          τις γιορτινές μέρες
εξιλέωση γυρεύουν οι άνθρωποι
                          για την παλιά αλαζονεία και
                          τη χοντροκεφαλιά τους
και μια δύο αλήθειες που πρέπει να ειπωθούν
                  ας ειπωθούν γλυκά και με κατανόηση
μη τους δώσουμε απ’ την τρέλλα που
                          προσπάθησαν να μας φορτώσουν
                          δεν θα τ’ αντέξουν,
                          θ’ ανοίξει το σκαρί

Κι όπου σφάλλαμε και μεις ας το πούμε
                          ανοιχτά
                          είναι η ώρα της αλήθειας  
Άγριο ζώο είναι ο άνθρωπος
                          και σ’ αυτό δεν έχουμε διαφορά
γι’ αυτό όσοι ζήσανε την αγριότητα
                          ας είναι μετρημένοι

                          και κάπως γενναιόδωροι.




                                                         Β.Η
                               (Τραγούδια από τ' αμπάρια)