Κυριακή 30 Απριλίου 2023

Γράμμα από το Δυτικό Βερολίνο

                                                                           Στον Αλέξανδρο Μ. 

 Αλέξανδρε, έζησα στο Δυτικό Βερολίνο για λίγο, το '82-'83. Ήταν εκεί όπου περιορισμένος εντός των τειχών μπορούσες να νοιώσεις μια ελευθερία αδιανόητη αλλού. Κι ακόμα, λίγη ζεστασιά. Ταυτόχρονα ένα αρχιμήδειο σημείο στήριξης που ξύπναγε ελπίδες περί "ταν γαν κινάσω". Εκεί μέσα ανήσυχοι χαρακτήρες και αλλόκοτα πεπρωμένα συστρέφονταν διαρκώς σα δίνη για μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου. Πιθανώς για μια-δυο δεκαετίες. Δεν είναι πολύ ούτε όμως και λίγο. Μια πόλη των συνόρων σα νησί και μια no man's land αφού κανείς δεν ήθελε να πάει εκεί να μείνει παρά μόνο λογιών-λογιών φυγάδες. Ήταν ταυτόχρονα μια φτωχομάνα. Οι φτωχοί μπορούσαν να ζήσουν εκεί καλύτερα από αλλού αφού η πόλη ήτανε φτηνή και επιδοτείτο συνεχώς απέξω.
    Πάση θυσία το Δυτικό Βερολίνο έπρεπε να κρατηθεί στη ζωή. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, η Δύση είχε διαλέξει το σημείο για να το κάνει μια κουδουνίστρα ή έναν λαμπρό πολυέλαιο που να θαμπώνει τους αναξιοπαθούντες Ανατολικούς. Έτσι οι μεγάλες λεωφόροι ήταν λουσμένες στα φώτα και μπροστά σε κάποιες βιτρίνες ερχόσουν αντιμέτωπος με μια πολυτέλεια σχεδόν ασυγχώρητη, αλλά ατυχώς οι δικοί της αντιφρονούντες δεν έπαυαν να συρρέουν για να στήσουν ένα δικό τους ακατανόητο πανηγύρι. Στους πίσω δρόμους και στα φτηνά μπαρ ένοιωθες μια καρτερία τόσο τυπικά βερολινέζικη, σχεδόν νωχέλεια, όπου η μποεμία είχε βρει το καταφύγιό της. Μπορούσες να ζήσεις εκεί πέρα με ελάχιστα χρήματα. Αν τα πράγματα χειροτέρευαν είχες φίλους. Το χρήμα δεν αποτελούσε ποτέ σκοπό αφού υπήρχαν καλύτερα πράγματα να κάνεις. Διαφορετικά και μακρινά σύμπαντα συμβίωναν δίπλα-δίπλα σα να μην υπήρχε αύριο. Θαρρείς κι οι κάτοικοί του που είχαν δει τα πιο μυστήρια και αντιφατικά όνειρα να σβήνουν έχοντας αφήσει πίσω τους μόνο μια ωχρή, άλλα επίμονη ανταύγεια είχαν καλλιεργήσει την ήρεμη στοχαστικότητα και την αλληλοπεριχώρηση.
    Καμμιά δεκαπενταριά χρόνια είχαν περάσει απ’ το ’68, τότε που σαν λάβα μες στους δρόμους κύλαγαν οι διαδηλώσεις κι ο ντόπιος πληθυσμός άφριζε και φώναζε απ’ τα πεζοδρόμια: Nach drueben! Εκεί να πάτε! Πέρα! Απέναντι, στους Ρώσσους! Η κατάσταση είχε τώρα κάπως μαλακώσει… Κάνεις ό,τι μπορείς και ζεις με τον γείτονα σου, έτσι δεν είναι; Κάποια πράματα όμως δεν ξεχνιούνται ολότελα. Και το μέρος, εννοώ το μέρος σαν τόπος, πάσχει από ηλεκτρισμό και κάθε τόσο υποτροπιάζει. Εδώ δεν ήταν που σήκωσαν απ’ το οδόστρωμα τον Ρούντι Ντούτσκε και τον έχωσαν σε ένα ασθενοφόρο με μια σφαίρα στο κεφάλι; Εδώ δεν κύλησαν οι 100 μέρες της Kommune 1 με την ένοπλη ποίησή της στην υπηρεσία της «ευγενικής υπόθεσης»; Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, δεν ήταν που το ’19 τα Freikorps ξεπάστρεψαν τη Ρόζα και τον Καρλ Λήμπκνεχτ και ρίξαν το κορμί της Ρόζας στο Λαντβερκανάλ; Εδώ δεν κατέβασε αυλαία το Μπάουχάους; Εδώ δεν έγινε Καγκελλάριος ο Γιός της Γερμανίας κι εδώ δεν τελείωσε η απίστευτη ονειροφαντασιά του;
     Το Βερολίνο πάντως που προοριζόταν για αυτοκρατορική πρωτεύουσα -κάθε είδους αυτοκρατορίας πρώτη πόλη- δεν φαινόταν να πολυσυμφωνεί με τέτοιες προοπτικές και είχε μάλλον τις δικές του φαντασιώσεις. Ίσως έφταιγε ότι είχαν κάνει την ανοησία να το θεμελιώσουν πάνω σε αρχαία έλη. Πράγμα που η Μάρλεν Ντήτριχ, γεννημένη Βερολινέζα, σα θηλυκό που ήταν, πρέπει να τό ‘νοιωθε καλά. «Είμαι, δόξα τω θεώ Βερολινέζα» έλεγε «και σαν γνήσια Βερολινέζα δεν υπέκυψε στις δελεαστικές προτάσεις του υπουργού Γκαίμπελς». Ένα σωρό άνθρωποι είχαν αναγκαστεί να φύγουν και σαν πρόσφυγες να γίνουν «άγγελοι κακών ειδήσεων» όπως, μια για πάντα, όρισε τους απανταχού πρόσφυγες ο Μπρεχτ· ο άνθρωπος με το στραπατσαρισμένο διαβατήριο. Κι αυτή πρέπει να ΄ταν η πρώτη ερείπωση! Όμως το ίχνος που άφησαν ήτανε βαθύ. Όταν το ’33 οι εθνικοσοσιαλιστές ανέβηκαν στην εξουσία κι άρχισε η φυγή των εξπρεσσιονιστών από τη Γερμανία, όταν οι ποιητές και οι στοχαστές της πήραν τον δρόμο για την εξορία, το κενό που άφησαν πουθενά δεν αντηχούσε όσο εδώ. Ακόμα και πενήντα χρόνια αργότερα μπορούσες ίσως ν’ ακούσεις σε κάποιες συφοριασμένες κνάιπε, στη σιωπή ανάμεσα σε δυο τραγούδια, παλιά γέλια και κάτι σα χαλασμένη μουσική· νότες από ένα κομμάτι του Κουρτ Βάιλ με τη φωνή της Λόττε Λένια.
    Σ’ αυτή την μισοξεχασμένη πόλη τη γεμάτη αλάνες ανάμεσα στα παλιά κτίρια, όπου τα ερείπια ακόμα στέκονταν ορθά, ο πόλεμος είχε ίσως τελειώσει, αλλά η ειρήνη δεν είχε συνομολογηθεί. Υπό καθεστώς αποκλεισμού ο πληθυσμός ζούσε κάτι από την ατμόσφαιρα πολιορκίας που τόσες και τόσες πόλεις στο παρελθόν -πιθανώς πιο ένδοξες- είχαν ζήσει. Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν ονειρευόταν να ξεφύγει, όπως σ’ άλλα μέρη πιο καλόφημα, αντίθετα άνθρωποι έρχονταν από πολύ μακριά για να γλυτώσουν.
   
    Έπειτα, μια εκδρομή στον Ανατολικό τομέα για να βρεις τους Πανκ του Πρενσλάουερμπεργκ κατέληγε συχνά σε περιπέτεια. Κάποιοι σ’ έφερναν με αυτοκίνητο στις παρυφές της πόλης, ποδαρόδρομος σε χωματόδρομους μέσα σε λασπότοπους έως κάποια εκκλησιά όπου το εκκλησίασμα έψελνε ώσπου η λειτουργία σταματούσε ξαφνικά, ο ιερέας απεσύρετο και μπάντες έβγαιναν μπροστά σε ένα απρόσμενο πλήθος ζηλωτών που είχε μαζευτεί από παντού και στο οποίο ήταν διάσπαρτοι οι πληροφοριοδότες της μυστικής αστυνομίας. Συνεπώς το να διακοπεί η συναυλία, να πλημμυρίσει ο τόπος από στολές, να γίνουνε συλλήψεις και κάποια πρόσωπα να συρθούν στις κλούβες, ήταν κάτι αναμενόμενο. Γεγονότα που βεβαίως καθόλου δεν έκαμπταν το φρόνημα των παρευρισκομένων.
    
     Σ’ αυτή τη χωρισμένη πόλη – σημείο έντασης δύο Κόσμων- μια άλλη, «παράξενη», ένταση επικρατούσε. Ήταν ένας ακατασίγαστος παλμός, μια ταχυπαλμία, και οι πρώτες γραμμές ενός πυρετού. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι -δυσανάλογα πολλοί- που «είχαν κάνει τον κόσμο προσωπική υπόθεση». Η πόλη τους τραβούσε σα μαγνήτης. Από τη στιγμή όμως που έφυγε το τείχος ήταν φανερό ότι έπαιρνε την άγουσα για να γίνει το τοπίο δύναμης που περιγράφεις. Παράξενο πολύ, το τείχος που την έπνιγε ήταν αυτό που έδινε ζωή στην πόλη! Μια ζωή που ήταν trash και απαράδεκτη για τη Δύση, σκάνδαλο για την Ανατολή, και όνειρο για μας. Από 'κείνα τα χρόνια φτιάχτηκε ο μύθος του Βερολίνου. Όλα αυτά όμως είναι τελειωμένα. Σαν έγινε ο γάμος, σαν παντρεύτηκαν οι δύο Γερμανίες, η γοητεία του κράτησε για λίγο, όσο η καλοπαντρεμένη κάνει να ξεχάσει τα αμαρτωλά της χρόνια.
    Πήγα ξανά το '06 και το '07 χωρίς τίποτα να περιμένω -πήγα για δουλειά- παρ' όλα αυτά σε κάποιες γωνιές κάτι υπήρχε ακόμα από την αλλοτινή του γλύκα. Τόσο που ένα βράδυ αναφώνησα στους φίλους μου εκεί: αν πεθάνω παιδιά και ξανακατεβώ στη γη, να το ξέρετε, θα περπατάω στην Oranien... θα με βρείτε στην Oranien! Αυτά φίλε Άλεξ!


                                                                                           Β.Η.



                                                                                                                               

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Ελλάδα χώρα σκιών

  Λίγα χρόνια πριν, μες στο Μετρό, στη μισάωρη διαδρομή από το αεροδρόμιο ως στο Σύνταγμα, μια ξένη θεραπεύτρια ένοιωσε πως οι Έλληνες έχουν γίνει σκιές. Παλιά φίλη της χώρας, είχε δει τους Έλληνες σε εποχές που η υπερμεγέθης μπαταρία τους εξείχε από το στήθος την ώρα που περπάταγαν, που χόρευαν, που δούλευαν… όλες τις ώρες· τέτοια λιγνή παλλόμενη κοψιά! Έγινε λοιπόν η χώρα σκιά και φάντασμα του εαυτού της.

    Ο λαός, στο σημείο πού ‘χει φτάσει, όλα μπορεί να τα ανεχθεί. Εκτός από το να του σκοτώσουν τα παιδιά του. Τότε ξεσηκώνεται. Εδώ όμως δεν έχουμε πολιτική, αλλά βιολογία. Ή μάλλον η βιολογία ξεπερνά και συμπληρώνει την πολιτική καχεξία.
    Όταν σκότωσαν τον Γρηγορόπουλο κάηκε η χώρα. Δεν έγινε το ίδιο για τον Σαμπάνη, ούτε τον Φραγκούλη που ήτανε γυφτόπουλα. Τώρα όμως με το δυστύχημα κάτι βαθύ έχει συντελεστεί γιατί στα Τέμπη χτυπήθηκε το κυρίως σώμα της κοινωνίας και δη η νεολαία. Σαν κάτι πολύ βαθιά να μετατοπίστηκε και ν’ άλλαξε το κέντρο βάρους. Ή σαν κάτι που έδενε τα μάτια να λύθηκε και ταυτόχρονα λυθήκαν και τα γόνατα. Γιατί το μάτι είδε… κι όταν το μάτι ιδεί δεν υπάρχει επιστροφή στην πρότερη κατάσταση.
    Καθώς έσκισε τα σκοτάδια η αστραπή φάνηκαν όχι μόνο οι δικοί μας οι νεκροί, αλλά στις πέρα άκρες, εκεί που ξαναπύκνωνε το σκότος, πνιγμένα βρέφη και σωσίβια που επέπλεαν… και άδειες βάρκες… και οι άλλοι… που πέθαναν στο χιόνι… και η θανατερή σιωπή πάνω απ’ το ποτάμι και το κακό προαίσθημα πως όπου να ‘ναι κάτι θα συμβεί! Τότε μας έπιασε ο φόβος, ο χαμηλός πανικός που πάντα ακολουθά την προδοσία. Εννοήσαμε αυτομάτως ό,τι αυτοί που δεν σέβονται τη ζωή δεν θα σταματήσουν πουθενά. Κι εννοήσαμε, οριζοντίως και καθέτως, πως ο άνθρωπος είναι καλός αγωγός για τον άνθρωπο και τ’ ανθρώπινα. Και πως όπως το καλό έτσι και το κακό περνάει αμέσως, σάρκα με σάρκα, χωρίς να  λογαριάζει σύνορο και πως ό,τι χτες συνέβει εκεί, στη Μέση Ανατολή, έχει αρχίσει και συμβαίνει εδώ και αύριο πάει παραπέρα κι ακόμα παραπέρα, μέσα στην κυριλέ Ευρώπη.
    Λοιπόν καταλάβαμε αμέσως ότι είμαστε προγραμμένοι… από πάντα μας έζωνε του διαόλου η υποψία, αλλά και πάλι..! Μα ναι, το είχε δεχτεί με τα πολλά, ο Έλληνας, να τον φτωχύνουνε λιγάκι, να τον κοντύνουν κάπως, αλλά τουλάχιστον η ζωή του και η ασφάλειά του ήταν μες στη συμφωνία. (Είχε δεχτεί την αρρώστια του, να στέκει σα χορός μπούφων ενώ στραγγαλίζουνε τη χώρα κι από παντού στραγγίζουν τη ζωή. Τι είχε εις αντίκρισμα λαμβάνειν;). Άλλοι είδαν οργή κι αντάρα στις ποικίλες αντιδράσεις, εγώ είδα τη φαρμακωμένη σιωπή που δείχνει δέος: «τώρα κάτι πρέπει να κάνουμε, κάτι πρέπει ν’ αναλάβουμε ειδάλλως είμαστε ολότελα χαμένοι!». Κι όπως συμβαίνει με το μάτι, έτσι και με τη συνείδηση! Μόλις ιδεί το μάτι, σαν ηλεκτρισμός η συνείδηση σε διαπερνά. Κι ο καθείς μετρά τις δυνάμεις του και τη δική του ανημπόρια.
    
    Έχει αρχίσει και ακούγεται ότι δεν μας αξίζει να ζούμε έτσι. 200 χρόνια από την ταυτόχρονη νίκη και ήττα της ελληνικής επανάστασης (νίκη εξωτερικά, ήττα εσωτερικά) ζούμε με βαθύ αίσθημα εθνικής μειονεξίας και, δίχως καμιά αυτοεκτίμηση, αναξιοπρεπείς πολιτικά. Κάτι πήγε πολύ στραβά τα τελευταία 200 χρο!
    Πού ακούστηκε να κυβερνάνε οι οικογένειες, οι φαμίλιες; Για την ακρίβεια: τα σόγια! (που ασφαλώς είναι κάτι πιο πολιτικό). Αυτοί μισούν τον λαό! Μισούν και φοβούνται τους φτωχούς! Νοιώθουν πως είναι εξαιρετικοί κι εξαιρετέοι· ιδιοκτήτες κάποιου φέουδου. Ταυτόχρονα των ξένων δούλοι. Της πατρίδας περιφρονητές. Και των φτωχών γονέων και των λοιπών προγόνων επιλήσμονες.
    Έχουμε τη χειρότερη εκλεγμένη κυβέρνηση από συστάσεως κράτους. Επέστρεψαν τα φαντάσματα του Εμφυλίου… Κι ακόμα χειρότερα... της Κατοχής!
    Για άλλη μια φορά είναι αναγκαίος ο πατριωτισμός. Είμαστε όλοι Έλληνες, αλλά δεν είμαστε όλοι πατριώτες! Εντούτοις ο πατριώτης δεν χωρίζει, ενώνει τον λαό. Ο λαός πρέπει να δώσει στον εαυτό του μια  κυβέρνηση που θα στήσει τη χώρα στα πόδια της και θα την κάνει πατρίδα-ασπίδα για να του δώσει τον τρόπο να γλυτώσει από τον καπιταλισμό που λυσσομανά.
    Κάθε τόσο κάποιον τρώει το σκοτάδι. Σε ποιόν ανήκουν οι νεκροί και οι τσακισμένοι ψυχικά; Όχι μόνο στους δικούς τους βέβαια! Εδώ ακόμα και η Κύπρος κατέληξε να είναι προσωπική υπόθεση αυτών που έχασαν τα σπίτια τους! Η κοινωνία δεν αντέχει άλλα ιδιωτικά πένθη. Αυτοί που συντρίφτηκαν πρέπει να μιλήσουν στο έθνος. Ο λαός πρέπει να δει την εικόνα του. Αυτοί που χτυπήθηκαν κάτω απ’ τη ζώνη, πρέπει να σηκωθούν και να λαλήσουν στις «αλήστου μνήμης» λαϊκές συνελεύσεις των γειτονιών. Να αφηγηθούν εκεί μέσα την ιστορία της πτώσης τους. Όλη η μακρά ακολουθία απωλειών και πόνου πρέπει να περάσει στη συλλογική συνείδηση. Στην αρχή ας είναι λίγοι σ’ αυτές τις λειτουργίες, τα πρώτα στοιχεία ενός καινούργιου λαού, και στη συνέχεια πιο πολλοί… το νούμερο μη σας απασχολεί, έρχεται καταστροφή.
   
    Το ’15 πέρασαν από δω οι Σύριοι, οι Ιρακινοί κι οι Αφγάνοι... Και άλλοι πολλοί. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι… Όταν έρχονται στεριανοί απ’ τη θάλασσα, όταν πλημμυρίζουν οι επαρχιακοί σου δρόμοι από ανθρώπους που βαδίζουν με τοις κουβέρτες στον ώμο, που δεν σταματάνε να βαδίζουν ό,τι κι αν κάνεις… τότε ξέρεις ότι το σπίτι του γείτονά σου φλέγεται… κι όταν συνεχίζουν από ξένες πατρίδες να πυκνώνουν γύρω σου, τότε ξέρεις, η φωτιά έρχεται κατά δω!
    Μια σειρά χώρες διαλύθηκαν για τα καλά και πέρναγε από δω το πρώτο κύμα της καταστροφής και τράβαγε για πάνω. Εμείς πάλι, έχοντας φροντίσει εγκαίρως να κρυφτούμε εντός της Ευρώπης, αποστρέφαμε το βλέμμα και προσπαθούσαμε να ζούμε δίχως να δίνουμε πολύ στόχο. Ώσπου η τύφλα μας μάς χτύπησε στα ίδια τα παιδιά μας.
    Και φοβόμαστε τώρα πως δεν θα ‘χουν καλό τέλος όλα αυτά. Έχουμε αρχίσει και φοβόμαστε την ολοκληρωτική ανατίναξη. Τον γενικευμένο εμπρησμό.
                                      …………………………………….
    Ο Θησέας εκστρατεύει. Εφτά νέοι κι εφτά κόρες κάθε χρόνο θυσία στον Μινώταυρο. Ο Θησέας χώνεται στον Λαβύρινθο, σκοτώνει το τέρας και δίνει τέλος στον φόρο υποτελείας. Το πριγκιπόπουλο ο Θησεύς απαλλάσσει την Αττική απ’ τους ληστές. Τους σκοτώνει, τους ρίχνει δηλαδή πίσω στα σκοτάδια απ’ όπου ήρθανε με τον ίδιο θάνατο που επιφύλασσαν στα θύματά τους. Ο ήρωας εξυγιαίνει τη χώρα, την κάνει ανεξάρτητη και στήνει στα πόδια του τον νόμο της πόλης. Ποιος, ποιο κόμμα, ποια μυστική οργάνωση είναι σήμερα ο Θησέας; Πότε κι από πού και μέσα από ποια γεγονότα θα ξεπεταχθούν οι λαϊκοί ηγέτες; Πώς θα καθιερωθεί ένα ρεύμα δημιουργίας και αμοιβαίου εμπλουτισμού ανάμεσα στο έθνος επί ποδός πολέμου και αυτούς τους νιόφαντους ηγέτες που προβάλλουν μέσα απ’ τον Αγώνα; Αγώνας που θα ΄ναι αντιαποικιακός και κοινωνικός συνάμα. Ο λαός πρέπει να ξεκαθαρίσει ποιους θα αποκαλεί προδότες και ποιους θα δείχνει φωνάζοντας «κλέφτης!».

     Αντί να ζήσουμε ευδαίμονες σ’ αυτό τον όμορφο κόσμο που ‘ρθαμε, εξοριστήκαμε στην Ιστορία. Τώρα πρέπει να πολεμήσουμε. Προσοχή! Αυτοί μοντάρουν τη δικτατορία και απεργάζονται τον εμφύλιο.

 

B.H.