Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Μακρά πορεία μέσα στη νύχτα

 

 Όπως βγαίνω απ’ το μετρό Αμπελοκήπων, 10 η ώρα το βράδυ, στέκομαι κάτω απ’ το στέγαστρο. Δεν είμαι μακριά, δυο-τρεις στάσεις παρακάτω. Τα λεωφορεία έρχονται και φεύγουν, αλλά δεν με βλέπω να παίρνω κανένα απ’ αυτά. Είμαι κάπως λυπημένος όποτε λίγο περπάτημα θα μου κάνει καλό. Εξαγγέλλω στον εαυτό μου: «δεν γνωρίζω καμμιά ιδέα, όσο φριχτή κι αν είναι, που να μην φεύγει με το περπάτημα». Κι ακόμα μια. «Περπάτα! Αυτή είναι η δουλειά σου!» και το κόβω με τα πόδια. Σύντομα είμαι μπροστά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και βαδίζω έξω από τα Προσφυγικά. Τούτα τα εξαθλιωμένα κτίρια έχουν δει έναν τρομερό αιώνα να περνά από μπροστά τους. Στέκουν σε παράταξη σαν κάποιοι τραυματισμένοι, υπέργηροι και σκοτεινοί επίσημοι. Η θλίψη που σέρνεται πάνω στη λεωφόρο σαν πούσι βαριοκάθεται εδώ στη μεγαλύτερη πυκνότητά της. Μια φορά την εβδομάδα οι καταληψίες που έχουν βρει σ’ αυτά ένα καταφύγιο, μαζεύονται έξω από το παλιό ξύλινο οίκημα δίπλα στον δρόμο, πίνουν μπύρες και τα λένε. Κάποτε έκανα μισάωρη παύση εδώ κι είχα μια κουβέντα. Σήμερα όμως έχουν ανάψει τη ζεστή αρχέγονη καρδιά κι έχουν μουσική. Δεν είμαι άνθρωπος που θα περιφρονούσε μια υπαίθρια φωτιά και μάλιστα στο κέντρο της πόλης, ούτε μια μικρή συζήτηση γύρω απ’ αυτήν. Λοξοδρομώ, ανεβαίνω τρία σκαλάκια και βρίσκομαι εκεί. Η τρίτη μεγάλη αρχή είναι: «Παρέκκλιση! Η ουσία της διαδρομής είναι στο ξεστράτισμα!»
    Ένας κομμένος θερμοσίφωνας πλαγιαστός στο τσιμέντο, μέσα μια φωτίτσα, μπόλικος καπνός, κάποιοι κάθονται τριγύρω. Μια Γερμανιδούλα φέρνει ξερόκλαδα και με καλωσορίζει. Η φωτιά δεν λέει να πάρει απάνω της μέχρι που ένας γαλλόφωνος από το Βέλγιο φέρνει σανιδάκια τα σπάει ένα-ένα, γονατίζει, φυσά και της δίνει μπόι. Βάζει κι ένα κουτσουράκι όποτε κι εγώ αγοράζω μια μπύρα απ’ την καντίνα τους και τραβάω μια καρέκλα. Παραπέρα κάθονται άλλοι. Κάποιοι παίζουν τάβλι. Άλλοι στέκουν ή κάθονται γύρω από το υποτυπώδες μπαρ. Καμμιά εικοσαριά άτομα όλα κι όλα. Κάθομαι στην αρχαία στάση του τσομπάνη, απλώνω λίγο και τα χέρια πάνω απ’ την πυρά. Είμαι ευχαριστημένος. Δεν μου δίνουν σημασία, αλλά αυτό μ’ αρέσει. Βρήκα κάπου να πιώ μια μπύρα ανάμεσα σ’ αγνώστους και να αφοσιωθώ στις ονειροπολήσεις μου. Σπάνιο πράγμα στις εποχές που διανύουμε. Ποιο μπαρ θα με δεχότανε εμένα με τις ιδέες που έχω! Εδώ μάλιστα υπάρχει ζωντανή φωτιά. Το πράγμα είναι όντως δυσεύρετο!
    Τους κοιτώ έναν-έναν. Όλοι τους στην πρώτη νιότη. 20-25 ετών. Τα πρόσωπά τους φρέσκα, ροδαλά. Γελούν και χαίρονται την παρέα. Υπάρχει μπόλικο πήγαιν-έλα. Πολλοί απ’ αυτούς είναι ξένοι. Ο πολιτικός τους χώρος είναι το ευρύτερο φάσμα της Αναρχίας. Το ντύσιμό τους δεν είναι προσεγμένο, ο καθένας φορά ό,τι βρήκε μπροστά του, οτιδήποτε υπάρχει σε μια κοινή ντουλάπα, ένα σακκίδιο, μια βαλίτσα. Δεν έχουν ανάγκη κάτι άλλο, αυτοί φορούν τα νιάτα τους! Και είπαμε, πάνω απ’ όλα η παρέα! Ασχολούνται μόνο με την επικοινωνία. Ανοιχτή κι η ερωτική προοπτική. Πέρα απ’ αυτούς υπάρχει το σκέλεθρο του γηπέδου, μια θάλασσα διαμερισμάτων, κουρσάκια, ταλαίπωροι ντελιβεράδες. Μια πανάκριβη χιλιάρα μηχανή γκαζώνει στην μελαγχολική Αλεξάνδρας που τέτοιες νυχτερινές ώρες μετατρέπεται σε φάντασμα. Πέρα απ’ αυτούς, οι τηλεοράσεις, ο φόβος της μόλυνσης, το οικογενειακό χαμηλό βαρομετρικό, ο τρόμος του ΕΝΦΙΑ, της ΔΕΗ, του δελτίου ειδήσεων και του κατώτατου μισθού. Γριές αγωνίζονται να πεθάνουν στα χέρια ξένων γυναικών από τον Καύκασο. Τρομαγμένες φωνάζουν μέσα στο σκοτάδι.
    Δεν είναι άσχημα λοιπόν εδώ. Έχω κάτσει σε αναρίθμητες υπαίθριες φωτιές· στις παραλίες στα νησιά, απ’ τον καιρό των Χίππυς έως τώρα. Στην πόλη επίσης· με Μοναστηρακιώτες, γύφτους και μετανάστες… Είπαμε, δεν είναι άσχημα εδώ! Υπάρχει μπόλικη αθωότητα μιας και επικρατεί το ανέμελο ξόδεμα του χρόνου, σαν να λέμε της μόνης περιουσίας που έχουν όσοι πατούν πάνω στη γη. Έτσι κάθομαι… βυθισμένος στους ρεμβασμούς μου.
    Ακούω σαν από μακριά και σαν υπόκρουση τη μουσική. Δεν είναι όπως παλιά, η πρώτη κραυγή αυτού που ξεσηκώνεται ούτε η νοσταλγία για κάτι ακαθόριστο που να, όπου να ‘ναι χάνεται! Είναι το βαρύ μητροπολιτικό μπητ που χτυπιέται μάταια πια πάνω σε τοίχους. Αναγνωρίζω τις συνάφειες. Αναγνωρίζω στην κόρη τη διάσημη μάνα, αλλά και των Προφητών τη λύσσα, την μπρούτα ανήμπορη οργή. Δεν με ενοχλεί! Χαμογελώ! Είναι, λέω, η εποχή…
    Ξαφνικά έρχεται στη σκέψη μου ο πατέρας μου. Καιρό είχε να ‘ρθει. Α, ο πατέρας μου… Ακραιφνής συντηρητικός, χρόνια τώρα φευγάτος. Είχε αποφανθεί τελεσίδικά για τους Χίππυς: «Διεθνής αλητεία!» και με κοίταγε ειρωνικά. Ήταν σοκαρισμένος από τέτοια, εκ θεμελίων, απόρριψη του πολιτισμού του και η διεθνής διάστασή της του φαινόταν ιδιαίτερα σκανδαλώδης. Φυσικά εγώ είχα τις αντιρρήσεις μου, αλλά ποιος γιός δεν έχει; Και για αυτούς εδώ λοιπόν τα ίδια θα ‘λεγε. Θα τους αναγνώριζε παρευθύς με το αλάθητο συντηρητικό του ένστικτο σαν διαδόχους εκείνων των τρομερών. Και όσον αφορά τους παλαιούς είχε κάποιο δίκιο, αλλά και άδικο επίσης. Αλητεία βέβαια, αφού αναγνωρίζαν μόνο δικαιώματα και υποχρέωση καμμία. Οι περισσότεροι όμως μια χαρά τα καταφέραν! Αργά ή γρήγορα ανέλαβαν όλες τις υποχρεώσεις που τους είχαν ζητηθεί. Και ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα έγιναν ο κινητήρας του συστήματος που αντιμάχονταν και έζησαν και πέθαναν για τη δόξα του καπιταλισμού. Απ’ όσους κράτησαν εκείνο το στυλ ζωής (να πω στάση θα ήταν παρακινδυνευμένο) κάποιοι λίγοι κέρδισαν τον αβέβαιο τίτλο του «αθεράπευτα ρομαντικού». Οι υπόλοιποι πολιτογραφήθηκαν ρεμάλια.
    Η πλάκα όμως είναι, τι θα είχε ο πατέρας μου να πει σε τούτους εδώ. Τι θα ‘χε να τους καταλογίσει; Τι θα είχε να προτείνει; Στα στερνά του χρόνια καταλάβαινε αόριστα ότι ο κόσμος του παρέπαιε. Τα χτυπήματα έρχονταν απανωτά. Τα χειρότερα μάλιστα και πιο οδυνηρά ήρθαν από μέσα, απ’ τους ίδιους τους δικούς του. Ανάμεσα απ’ τις ίδιες τις γραμμές. Στάθηκε τυχερός, δεν έζησε να δει το τέλος: το υπέρτατο στραπάτσο των ιδεών του!
    Τώρα όμως έρχομαι εγώ και μπαίνω στη σκηνή. Συντηρητικός σαν τον πατέρα μου, αν όχι πιο πολύ, αλλά με τον δικό μου τρόπο! Και μάλιστα απενοχοποιημένα συντηρητικός! Χαζεύω τούτα τα παιδία. Η ίδια παλιά αφέλεια! Πέρα απ’ αυτά, πέρα από τις πολυκατοικίες και τους τρόμους των μικροαστών, κάθεται ο κύριος Κλάους Σβάμπ. Έχει γράψει ένα βιβλίο. Δεν είναι κακό βιβλίο, είναι όμως τρομακτικό. Εξαγγέλλει την αλλαγή του κόσμου. Μια ακόμα αλλαγή. Την επανάσταση εκ των άνω. Την συντριβή των από κάτω και κάθε ελπίδας. Το τέλος της υπαίθριας φωτιάς. Το οριστικό τέλος της παρέας και του αργού περάσματος του χρόνου. Για τούτα τα παιδιά και τον κόσμο τους έχει μόνο περιφρόνηση και -είναι φανερό- καμμία ή ελάχιστη ανησυχία. Πιο πολύ τον ανησυχούν οι δικοί του, κάποιοι παλαιότεροι εταίροι. Κάποιοι επαρχιώτες! Κάποιοι εθνικιστές και πατριώτες! Αυτός είναι κοσμοπολίτης! Εκείνοι εμμένουν στις παλαιομοδίτικες αρχές τους. Κατ΄ αυτόν, έχουν ξοδέψει όλο το ενεργειακό φορτίο τους. Όλη τους τη φόρτσα! Χρειάζεται επειγόντως μια φυγή προς τα εμπρός! Α, ο θαυμάσιος κύριος Σβάμπ! Είναι ένας οραματιστής! Ένα είδος ιερέα! Μιλάει ανοιχτά. Τέρμα τα αντιπαθητικά μισόλογα! Είναι κι αυτός απενοχοποιημένος. Όπως ο Μεγάλος Αδόλφος. Ό,τι είπε το ‘κανε. Πρώτα όμως το είπε. Το εξήγγειλε πλατιά και ύστερα βρήκε συνενόχους. Όπως ο κύριος Μπρεζίνσκυ. Τα ίδια και αυτός! Και τώρα τα γραφεία δουλεύουνε νυχθημερόν. Τα φώτα όλη νύχτα αναμμένα. Ακούγεται ο βαρύς βηματισμός της Προόδου. Με χάλκινο διασκελισμό διαρκώς μας ξεπερνά. Συνωστίζονται οι υποψήφιοι συνεργάτες με τα τρανταχτά βιογραφικά και την αμέριστη προθυμία. Και ο Διάβολος ο ίδιος έχει κάνει αυτοπροσώπως τα πρώτα περάσματά του απ’ τη σκηνή. Οι δυο-τρεις πρώτες πράξεις του δράματος έχουνε τελειώσει. Στα καμαρίνια τώρα αλλάζει πάλι ρούχα. Κι όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν το παγόβουνο που σηκώνεται μπροστά μας.
    Η δικιά μας η επανάσταση γύρω στο ’74 ήτανε χαμένη. Ένας πόλεμος πολεμήθηκε και χάθηκε. Χιλιάδες χιλιάδων ηττημένοι πέρασαν στις τάξεις του νικητή. Οι σκληροί συντρίφτηκαν. Όσοι κράτησαν μια κρυφή συνέπεια απομονώθηκαν. Θελήσαμε να αλλάξουμε όχι μόνο τον κόσμο, αλλά την ίδια τη ζωή. Ό,τι εξαγγείλαμε έγινε καύσιμο στις πυρές του νικητή. Η μοίρα του κόσμου να αλλάζει είναι. Κάποιοι άλλοι, στη θέση μας, ανέλαβαν να τον αλλάξουν «προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που εμείς είχαμε επιδιώξει». Θελήσαμε, σαν αυτούς εδώ, να ζήσουμε κατά την παλαιάν απλότητα. Θελήσαμε μιάν επιστροφή στις πηγές. Βουίζει ακατάπαυστα η χιλιάρα μηχανή!
    Σηκώνομαι να φύγω. Σαν να μ’ ακολουθάει κι ο πατέρας… με το γκρίζο παλτό και σηκωμένο τον γιακά. Εγώ ο παλιός… κι αυτός ο παλαιότερος. Έρχεται δίπλα μου και με ρωτά: «λοιπόν, τί είδες;». Τι κρίμα που δεν ζει! Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε δυο-τρία πραγματάκια. Έτσι κι αλλοιώς ήταν ιδεαλιστής. Χαμένοι για χαμένοι και οι δυό… καμιά φορά οι παλιοί αντίπαλοι… όταν πέφτουν στους ηττημένους της Ιστορίας… αν είναι έντιμοι… μπορούν να κοιταχτούνε με συμπάθεια. Εξαφανίστηκε όμως μες στην Αλεξάνδρας κι έμεινα να προχωράω μόνος· πολύ μακρύτερα απ’ όσο είχε χρειαστεί αυτός να βαδίσει κι απ΄ όσο είχε μπορέσει ποτέ να φανταστεί. Όχι απλά ένας συντηρητικός, αλλά ταγμένος σε μια μακρινή επιστροφή. Επιστροφή σε ένα παντοτινό πάντοτε! A Return to Forever. Δυο-τρεις στάσεις είναι η απόσταση μέχρι το σπιτικό μου, αλλά θα μου πάρει χρόνια να τη διασχίσω.

 

                                                                                                            Β.Η.