Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Post-Tourist Era





    Ξενοδοχείο Imperial. Ένας μεσήλικας Σουηδός τραβά φωτογραφίες. «Έκανα εδώ διακοπές με τους γονείς μου στη δεκαετία του ’70», λέει. «Ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Ρόδου. Αυτό και το Mediterranean στην παραλία. Το Mediterranean υπάρχει ακόμα». Η λύπη του και η νοσταλγία στη φωνή υποδηλώνουν κάποιο είδος αταξινόμητου πατριωτισμού. Συνεχίζει να φωτογραφίζει σαν να συλλέγει ξόρκια που θα τού ξαναφέρουν πίσω κάτι από τα παιδικά χρόνια.
    Κάθομαι πότε-πότε, εγώ που αγαπώ κάθε λογής ερείπια, κάτω από τις ακακίες, σ’ αυτό το υπερυψωμένο επίπεδο που κάποτε πρέπει να ήταν η βεράντα του ξενοδοχείου. Έχει πάντα δροσιά 'δώ πέρα. Μέσα απ’ τα στενά φυσά η πελαγίσια αύρα. Τα κτίρια από μπετόν και αλουμίνιο γερνάνε άσχημα, μα τούτο το χαμηλόφωνο σκιάχτρο έχει κάτι το εμβληματικό. Στέκει εδώ για χρόνια, σχεδόν δεκαετίες, όχι σαν μια εικόνα από το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον.


                                                                                                    Β.Η

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Τιμή και Δόξα στους Αναρχικούς!





 Τιμή και Δόξα στους Αναρχικούς! Επί 43 χρόνια κράτησαν ζωντανό το Πνεύμα Αντίστασης και Ελευθερίας σ’ αυτήν τη χώρα.
 Αρνήθηκαν την δυσοίωνη κοινωνική ειρήνη και σήκωσαν πόλεμο ενάντια στη σύμβαση της Μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας.
 Επί 43 χρόνια στάθηκαν, ιδίοις αναλώμασι, το μέτρο της Δικαιοσύνης. Έχουν νεκρούς, έχουν φυλακισμένους. 1500 πολιτικοί κρατούμενοι και χιλιάδες προσαγωγές από τη Μεταπολίτευση και δώθε.
«Αν δεν μπορείς να θυσιαστείς για τις ιδέες σου, τότε είτε εσύ δεν αξίζεις είτε οι ιδέες σου».
Τιμή σ’ αυτούς που, με βαρύ προσωπικό κόστος, γίνονται πολίτες και σώζουν την τιμή της χώρας.

                                                                                           Β.Η             

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Ο δρόμος για τα Σούσα


Τώρα χάνεται η παλιά η έχθρα
το παλιό αίμα θα ξεχαστεί
Ακόμα και κάποια περιφρόνηση
βαθειά ριζωμένη
ας παραμεριστεί κι αυτή

Εσύ, που αφιέρωσες τη ζωή σου
στην υπηρεσία του φιλόπονου Νου
που θαύμασες τη διαύγεια
και κάτω από το Μεγάλον Έναστρο  
σκέφτηκες για τη ζωή
βλέπεις τώρα
μέσα από τέτοιο δειλινόν Αιώνα
να ‘ρχεται η εποχή των Διαταγμάτων.

Τώρα που με τέτοιον θάνατο
χάθηκε η Υπατία
και πλήθη μαυροφορεμένων
καίνε τα συγγράμματα
και γκρεμίζουνε το κάλλος
τώρα που καινούργιος εχθρός εφάνη
αυτός που απλώνει το σκοτάδι
και διαλαλεί τη σιωπή του Νου
σαν κλείστηκε, σφραγίστηκε
η θαυμαστή Σχολή
ξυπόλητος πήρες το δρόμο
για τα Σούσα
να πας να εύρεις τον Χοσρόη!


Με ανοιχτές αγκάλες θα σε δεχτεί,
ίσως κάποιος σεβασμός παλιός,
και θα διατάξει να ετοιμαστεί
ένα ενδιαίτημα για σένα
απλό και βολικό
όπως σού ταιριάζει
μ’ ένα ανοιχτόκαρδο αίθριο
όπου, μόνη πολυτέλεια,
μιά κρήνη που στάλα-στάλα το νερό
μετράει το πέρασμα του χρόνου

Σιωπηλός θ’ ακούσει την αφήγησή σου
και με βλέμμα σκεπτικό θα σε κοιτάξει
όχι μόνο σαν τον παλιό εχθρό που δυστυχεί
αλλά ακόμα σαν προάγγελο,
πως δεν αργεί, στον δρόμο βρίσκεται,
και η δική του συμφορά.

                                                                                    Β.Η

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Πέργαμος





     Σεργιανάμε στα ερείπια της Περγάμου. Είναι ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουνίου. Η απαλή αύρα που φυσά σταθερά από τη θάλασσα είναι μια ανακούφιση- μάς επιτρέπει να περπατάμε αγόγγυστα- αλλά και πάλι είναι Ιούνης, η ώρα είναι σκληρή και κορυφαία και ο ιδρώτας κυλά στα πρόσωπά μας. Είμαστε τρεις. Εγώ και δύο φίλες. Από μακριά βλέπουμε ένα γκρουπ με τον ξεναγό του. Οι τουρίστες βαδίζουν με καπέλα, σκούρα γυαλιά, μπουκαλάκια νερό και ορειβατικά παπούτσια. Ανεβοκατεβαίνοντας τις αρχαίες πέτρες, και κάθε τόσο, υψώνοντας τις κάμερες, μοιάζουν με ευσυνείδητους πεζικάριους που με κάθε κλικ ακινητοποιούν ένα μέρος του τοπίου, που παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να αντιστέκεται και να αναπνέει.
    Κάποια στιγμή, συναντώντας το γκρουπ, χωρίς καν να το συζητήσουμε μεταξύ μας, προσκολλούμαστε σ’ αυτό. Η ξενάγηση γίνεται στα αγγλικά- οι τουρίστες είναι Αμερικανοί και Καναδοί- ο Τούρκος ξεναγός μιλά με στρωτή αμερικάνικη προφορά, ζέση για την Ιστορία και δεν τού λείπει κάποιο χιούμορ. Μού έκανε εντύπωση ότι μίλησε για τον Γαληνό, που έζησε και συνέγραψε στην Πέργαμο, με τρόπο που φανέρωνε μια προσωπική συμπάθεια η οποία έμοιαζε να γεφυρώνει τους αιώνες και την εθνική αντιπαλότητα.

                                             

   Ύστερα από είκοσι λεπτά η ξενάγηση τελειώνει στη σκιά μιας συστάδας δένδρων που δεσπόζουν πάνω από το ελληνιστικό Θέατρο και το Ασκληπιείο. Ο ξεναγός, που εδώ και ώρα έχει αντιληφθεί την παρουσία μας, μάς πλησιάζει χαμογελώντας. Καλώς ήλθατε, λέει. Από πού είστε? Είμαστε Έλληνες. Και τον ευχαριστούμε για αυτά που ακούσαμε, έστω καταχρηστικά. Ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίζεται από ένα πονηρό χαμόγελο. Ελάτε, λέει, να σάς γνωρίσω κάποιον! Μάς φέρνει στην άλλη άκρη της ομήγυρης και μάς παρουσιάζει σε κάποιον μεσήλικα που συνομιλεί με δυο Αμερικανίδες. Από δω- μάς τον συστήνει- ένας παλιός εχθρός σας! Ο άνθρωπος στρέφεται προς εμάς. Έχει ευγενική όψη και καλοσυνάτα μάτια που φανερώνουν, καμμιά αμφιβολία, μια εσωτερικότητα.
    -Από πού είστε? ρωτάμε. Από το Ιράν, απαντά. Α, Πέρσης? λέμε και οι τρεις με ένα στόμα. Ναι! Εσείς Έλληνες? Ναι, πώς το καταλάβατε? Μα ποιος άλλος λαός θα με αποκαλούσε Πέρση? απαντά γελώντας.

     Ύστερα, ολόψυχα, δινόμαστε σε μια εύθυμη κουβεντούλα όλο πειράγματα. Μιλάμε για τους Περσικούς Πολέμους σαν να γίναν χτες. Σας νικήσαμε, λέω εγώ. Κι όχι μια φορά αλλά τρείς. Κουνά το κεφάλι. Ναι, μάς νικήσατε, λέει. Και σαν να μην έφτανε αυτό -συμπληρώνει- ήρθε κι ο Αλέξανδρος και κατέλυσε το Περσικό κράτος.
    -Ξέρετε, λέω, όταν συναντώ εσάς τους Πέρσες χαίρομαι γιατί είμαστε παλιοί γνώριμοι. Έχω διαπιστώσει ότι είναι πολύ εύκολη η επικοινωνία μου μαζί σας. Υπήρξαμε γείτονες επί αιώνες, προτού μπουν άλλοι ανάμεσά μας, και νοιώθουμε οικειότητα. Έπειτα, συνεχίζω,  εύκολα η συζήτηση φτάνει σε βάθος… Ίσως επειδή είμαστε, και οι δύο, αρχαίοι λαοί. Να! Μ’ αρέσει που παίζουμε και γελάμε με την Ιστορία!
   - Α, βέβαια, βέβαια, λέει γελώντας. Για παράδειγμα… αυτά τα μέρη ήτανε δικά μας! Όχι δικά μας, λέμε εμείς. Όχι, δικά μας, ξαναλέει. Όχι, δικά μας, ξανά εμείς.
    Εν τω μεταξύ, ο Τούρκος που τόση ώρα παρακολουθούσε και πρέπει να ένοιωθε εκτός νυμφώνος, κι ακόμα ότι δυο γάιδαροι τσακώνονται σε ξένον αχερώνα, αποφασίζει να παρέμβει δυναμικά… και να τελεσιδικήσει.
    -Ναι, λέει, αλλά τώρα αυτά τα μέρη είναι ΔΙΚΑ ΜΑΣ! Για πάντα!
   Οπότε ο Πέρσης, με το κεφάλι σκυμμένο και αδιόρατο χαμόγελο, σχεδόν ντροπαλά:
    -Έτσι νομίζαμε κι εμείς...


                                                                                                          Β.Η

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

San Francisco


    Το Σαν Φρανσίσκο είναι χτισμένο στο τέλος μιας ιστορικής πορείας προς τα δυτικά. Κι όλοι οι κολασμένοι, ακολουθώντας αυτή την πορεία, έφτασαν μέχρι εδώ- ώσπου τους σταμάτησε ένα αξεπέραστο εμπόδιο: ο Ωκεανός.
    Αυτό το γεγονός σημάδεψε την πόλη, που υποφέρει από μια γλυκιά θλίψη και, γι’ αυτό, είναι στεφανωμένη με γλάρους και με την αχλή του Ωκεανού και πάνω στις ξύλινες προβλήτες, που ρίχνει βαθιά μέσα στη θάλασσα, γράφει με μεγάλα δισταχτικά γράμματα… «ΩΣ ΕΔΩ… ως εδώ και μη παρέκει.»
    Αέρινη, θαλασσινή πολιτεία, χτισμένη στις όχθες μιας μεγάλης χώρας, και γέροι Κινέζοι καπνίζουν στη λιακάδα και παίζουνε χαρτιά στην πλατεία απέναντι από του San Wo. Και σ’ αυτή την πόλη μαζεύτηκε η «λίγδα» όλης της Αμερικής και γι’ αυτό τα μπλούζ εδώ αντηχούνε πιο γλυκά γιατί όλοι αυτοί οι περιπλανώμενοι ήρθαν από τόπους άσχημους και ξέρουν καλά τι θα πει να μη σε αγαπάνε.
    Κι ένα κρύο πρωινό συνάντησα ένα γέρο μαύρο, ψηλό και ξερακιανό, που, όπως ήτανε ξυπόλυτος, μού εξήγησε ότι τη νύχτα που κοιμότανε σ’ ένα κατώφλι του κλέψανε τα παπούτσια. Του ευχήθηκα να έχει καλή τύχη γιατί αυτό είναι σίγουρα που σού λείπει όταν, ενώ κοιμάσαι, σού κλέβουνε τις μπότες.

Απόσπασμα από τις “Αναμνήσεις ενός Περιπλανώμενου”
B.H

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος

    Ήμουνα πολύ νέος όταν ήρθε ο Άγγελος ο Εξολοθρευτής μες τη ζωή μου. Γέμισε με την παρουσία του όλο το σπίτι, άκουγα το πλατάγιασμα από τις φτερούγες του μέσα στα δωμάτια. Έτρεχα να κρυφτώ στις κάμαρες, το άσχημο γέλιο του αντηχούσε στ’ αφτιά μου κι ο αέρας από το φτεροκόπημά του σήκωνε τα χαρτιά απ’ το γραφείο, τάραζε τις κουρτίνες κι έκλειναν μόνες τους οι πόρτες.
    Τα κατάφερα, κλείστηκα κάτω από τις σκάλες σ’ ένα ντουλάπι ώσπου καταλάγιασε η μανία, κουράστηκε να με παραφυλά, άκουσα την εξώπορτα ν’ ανοίγει κι ύστερα έγινε ησυχία.
    Έζησα 30 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, πότε καλά πότε κακά, ωστόσο δεν ήμουνα ποτέ τελείως μόνος. Κάτι από την αέρινη παρουσία του έμεινε να με ξυπνά τις νύχτες και στο στόμα, όταν αρρώσταινα, μού ερχότανε μια χάλκινη γεύση. Και καμιά φορά μια απόκοσμη μυρουδιά από θειάφι.
    Ώσπου ξανάρθε. Και είχε την ίδια ηλικία όπως τότε, κι ας είχα εγώ μεγαλώσει αρκετά.
 Α, δεν μπορώ να πω ότι στα ανέμελα χρόνια είχα ξεχάσει τελείως τη μορφή του. Είχε εμφανιστεί μιά- δυό φορές στους πυρετούς μου. Και σε κάποια από εκείνα τα όνειρα που είναι τα πιο ενδιαφέροντα ή τα πιο τρομακτικά, όπου θυμάσαι τα πάντα ως την παραμικρή λεπτομέρεια.
    Μ’ έπιασε ο ίδιος παλιός πανικός όμως τώρα δεν έτρεξα να φύγω. Κι επαναλάμβανα διαρκώς μια προτροπή σα μάντρα, που 'χα ξεσηκώσει από μια βαλκανική διάλεκτο: Κουμίντε! Με μυαλό!
Βόηθησε όμως και η σοφή κουκουβάγια.
Βόηθησε και η πονηρή αλεπού.  
Αλλά βασίστηκα και στην καρδιά μου τούτη τη φορά. Και είχε δυναμώσει αρκετά αυτή η παλιοκαρδιά
    Πότιζα τα λουλούδια μου, σκάλιζα τον κήπο, τού γύριζα την πλάτη και μαγείρευα μπρόκολο. Ζωγράφιζα και ανακάτευα το χρώμα σε μια παλιά μεταλλική παλέτα, κρατούσα σημειώσεις κι αυτός με κοιτούσε συλλογισμένος. Ήτανε και κάποιες μορφές που σχεδίαζα που κάπως… τού φέρνανε στην όψη. Ύστερα έβαζα ακόμα ένα πιάτο και τρώγαμε μαζί. Κάποιες νύχτες ή κάποια γλυκά απόδειπνα, παίζαμε σκάκι και κέρδιζα πότε ‘γω και πότε ‘κείνος, συνήθως όμως εκείνος. Όταν έχανε ήταν αξιολύπητος, τού σέρνονταν οι φτερούγες χάμω. Έβγαινα τότε έξω, κοιτούσα το τοπίο. Ώρες- ώρες τρομακτικό τοπίο. Κοιτούσα το φως που παίρναν τα βουνά το σούρουπο- Ωραίο άρρωστο φως! Ζητούσα βοήθεια απ’ τους νεκρούς (απ’ τον πατέρα μου και τους προγόνους) κι από φίλους χρόνια πεθαμένους. Και από άλλους φίλους με τους οποίους… χρόνια τώρα τσακωμένοι.
    Άκουγα τη φωνή του Giordano Bruno -ολόκληρες συνομιλίες από νύχτα σε νύχτα- και μια φορά άκουσα νότες, πολλές νότες, από τον Peer Gynt. Κι άλλη μια φορά τη φωνή της Amy Winehouse. Καημένη Amy! Κι ήτανε σα να ‘μαστε μαζί και να μού λέει πως «λυπάται, λυπάται πάρα πολύ!»

    Είδα τον ερχομό της Άνοιξης κι ύστερα του Καλοκαιριού και κάποιο απόγευμα άφησα το πότισμα και μπήκα ξανά στο σπίτι. Είχε καταντήσει ένα αξιοθρήνητο, αδυνατισμένο μπογαλάκι όλο σάρκες, κόκκαλα και λερωμένα φτερά. Και το κίτρινο λιονταρίσιο μάτι του ήταν γεμάτο θλίψη.
    Στάθηκα μπροστά του και τού φώναξα: Φύγε, Τρομερή Παρουσία! Φύγε! Άνοιξε και τ’ άλλο μάτι, σηκώθηκε κουρασμένα, έσιαξε κάπως τα φορέματά του και τον ξέβγαλα. Διασχίσαμε τον κήπο, τού άνοιξα την αυλόπορτα, βγήκαμε μαζί στον δρόμο κι όπως άρχισε να φεύγει στράφηκε λιγάκι: «Θα ξανάρθω», μουρμούρισε. 

                                                                           Β.Η

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Ξένοι στον Κόσμο μας



                                                              Πειραιώς προς Ιερά Οδό

    Έρχομαι απ’ το Γκάζι ανεβαίνοντας την Βουτάδων. Βγαίνοντας στην Πειραιώς βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια τεράστια τοιχογραφία η οποία εκτείνεται σε μήκος πολλών δεκάδων μέτρων σκεπάζοντας έναν τοίχο που συμπορεύεται με τον δρόμο. Το κόκκινο κυριαρχεί ζωηρεμένο από το τελευταίο φως ενός κρύου ήλιου. Μια στάση λεωφορείου, σφηνωμένη μέσα στην τοιχογραφία, είναι και αυτή βαμμένη. Μια κοπέλα, σαν να είναι μια από τις φιγούρες του έργου, κάθεται στη μοναχική στάση. Ανάμεσά μας βουίζει η κυκλοφορία. Όπως βλέπω τη σκηνή, αποφασίζω να γίνω και εγώ μέρος της ζωγραφιάς. Διασχίζω τον δρόμο και πάω και κάθομαι δίπλα στην κοπέλα παίρνοντας θέση μες την τοιχογραφία. Το πεζοδρόμιο είναι απελπιστικά στενό, τ’ αυτοκίνητα συρίζουν μπρος μας σε απόσταση αναπνοής. Ύστερα από τρία λεπτά το κορίτσι σηκώνεται, κάνει λίγα βήματα πάνω-κάτω και φεύγει. Μένω στη στάση μόνος. 
    Και τότε τον είδα. Ερχόταν από κάτω. Φόραγε ένα κοντό γκρίζο παλτό, σταχτί φθαρμένο παντελόνι, είχε τα χέρια του στις τσέπες και στο κεφάλι φορούσε ένα ξεβαμμένο ανοιχτοπράσινο μαντήλι δεμένο στο λαιμό όπως το φοράνε οι γριές.
    Ο άνθρωπος ερχότανε σαν αδριάντας. Πανύψηλος, χωρίς αμφιβολία επιβλητικός, είχε πλατύ μπρούτζινο πρόσωπο χαρακωμένο από την ηλικία και τους καιρούς. Τα δυνατά μήλα, τα σχιστά γκριζογάλανα μάτια υποδήλωναν ότι ανήκε μάλλον στην Τουρανική φυλή. ΄Η μάλλον ήταν ένας Σιού!
     Ένας Σιού? Τι γύρευε ένας Ογκάλα Σιού στην Πειραιώς? Βαδίζων προς την εκβολή της Ιεράς Οδού?
    Το ερώτημα έπεσε απάνω μου κατακλυσμιαίο. Πέρασε αργά, κοιτώντας μπροστά, σαν να πέρναγε Αιώνας. Έσερνε ανεπαίσθητα το δεξί του πόδι. Αθάνατα εντυπώθηκε στη μνήμη μου εκείνο το άθλιο παπούτσι που πέρασε τόσο κοντά στα μάτια μου καθώς ήμουν καθισμένος. Παρ’ όλο το θόρυβο της κυκλοφορίας η διάβασή του άπλωνε μια αρχαία σιωπή. Το βλέμμα μου τον ακολουθούσε. Σηκώθηκα πάραυτα. Ένας καταγραφέας πρέπει να ‘ναι πάντα εφ’ όπλου λόγχη, σκέφτηκα.
    Τον πήρα στο κατόπι, πάνω προς τα πάρκα και τις πρασιές στο παλιό αμαξοστάσιο. Ο άνθρωπος βάδιζε αργά. Ήταν φανερό ότι αν και υπήρχε κατεύθυνση δεν υπήρχε σκοπός. Το δεξί του πόδι τον δυσκόλευε. Τράβαγε προς τα ‘κει που πυκνώνανε τα κτίρια, που η πόλη ορθωνότανε αρχέγονη ξανά σαν το Δάσος.
    Σιγά-σιγά βράδυνα το βήμα. Δεν ήθελα να ακολουθήσω άλλο. Φτάνοντας στην αντιπέρα όχθη ενός δρόμου σταμάτησα. Έκανα μισή μεταβολή, χτύπησα στις πλάκες του πεζοδρομίου το δεξί τακούνι και έπαυσα την παρακολούθηση. Έμεινα να θωρώ τη γκρίζα πλάτη του, που πάνω της είχαν αποτυπωθεί τα πάνδεινα, να απομακρύνεται διστακτικά ανάμεσα στις πλάτες των αυτοκινήτων.

    Την ένοιωθα πολλή ώρα τώρα, μια θύμηση έψαχνε δρόμο για το φως. Ξαφνικά ήταν εκεί! Την βόηθησαν κι οι ανοιχτοί ορίζοντες, το μεγάλο ξέφωτο: Πάνε χρόνια. Μπορεί και 20. Είμαι καθισμένος σ’ ένα αυτοκίνητο, στη θέση του συνοδηγού. Πηγαίναμε σημειωτόν μέσα στην πυκνή κυκλοφορία. Πότε επιταχύναμε και ύστερα επιβραδύναμε. Και εγώ και ο οδηγός καθόμασταν σιωπηλοί στις θέσεις μας. Ήταν ένας κόσμος αυτοκινήτων, ένας κόσμος κίνησης!
    Πάνω από τις σκεπές είδα ένα κεφάλι. Ένας άνθρωπος βάδιζε ανάμεσα στα αυτοκίνητα αντίθετα στην κυκλοφορία. Φτάνοντας ως εμάς διαγράφηκε ολόκληρος. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο. Τα μάτια του άδεια ή μάλλον άδεια απ’ οτιδήποτε ελάμβανε χώραν και προσηλωμένα κάπου μακριά, εκεί από όπου είχαμε όλοι έλθει. Έτσι μας προσπέρασε και χάθηκε προς τα πίσω. Ποτέ πριν δεν είχα ξανασκεφτεί εκείνη τη σκηνή. Τώρα ήξερα πως εκείνος ο άνθρωπος, εκείνη η μορφή, ήτανε ο ξένος.



                                                                                                   Β.Η