Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΡΑ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

   Κατεβαίνουν τα απομεινάρια της διαδήλωσης την Πανεπιστημίου. Τα καθώς πρέπει κόμματα έχουν ήδη στείλει τον κόσμο τους σπίτι να δει τηλεόραση. Μπροστά μου οι αναρχικοί μπουμπουλωμένοι με μάσκες, κράνη και τα στυλιάρια με τα μαυροκόκκινα σημαιάκια. «Αγώνας για την Κοινωνική Επανάσταση» λέει ένα απ’ τα πανό. Φωνάζουν: «Ζήτω το Παγκόσμιο Προλεταριάτο». Περίεργο σύνθημα σκέφτομαι. Το απελευθερωτικό κίνημα δεν αγωνίζεται για το τέλος του προλεταριάτου? Για να μην είναι κανένας άνθρωπος προλετάριος?
   Οι διμοιρίες τους ακολουθούνε δεξιά και αριστερά από τα πεζοδρόμια. Τους μόνους που φοβάται στον δρόμο το κράτος είναι αυτοί. Είναι κατά κάποιον τρόπο εύφλεκτοι. Τι κρίμα για τους αναρχικούς! Έχουνε τη βούληση και την αντοχή αλλά δεν έχουνε τον τρόπο. Από κει που στέκομαι είναι φανερό: Δεν ξέρουνε από πού να το πιάσουνε το πράγμα αφού είναι Λερναίο. Μόλις πάνε να το αδράξουνε πάλι τους ξεφεύγει. Στη γωνία Εμμ. Μπενάκη οι αριστεριστές τραβάνε για την Ομόνοια και οι αντιεξουσιαστές στρέφουνε την πλάτη προς το …παγκόσμιο προλεταριάτο και επιστρέφουν στα Εξάρχεια.
    Κατηφορίζω στην Ομόνοια. Ο κόσμος διάσπαρτος γεμίζει την πλατεία. Σηκώνω το βλέμμα σε δυο απ’ τις παλιές Κυρίες, δύο μνημεία του στυλ: το ξενοδοχείο «Μπάγκειον» και το «Μέγας Αλέξανδρος» που δεκαετίες και δεκαετίες δίνουν κύρος σ’ αυτό το εμβληματικό κέντρο της λαϊκής Ελλάδας που είναι η Ομόνοια. Σιγά-σιγά τα τροχοφόρα… του καπιταλισμού διαβρώνουν τη «λαϊκή βούληση». Σε λίγο δεν θα ‘χει απομείνει εδώ παρά ο δικός της κόσμος, η μούργα της κοινωνίας. Ήδη μια οικογένεια γύφτων απ’ τα Τρίκαλα εμφανίστηκε και ρωτάει πώς θα πάει στον Πειραιά. «Πεινάμε», λέει ο πατέρας που η φάτσα του, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, μου θύμισε τον Ζορμπά. «Δεν ξέρετε τι θα πει πείνα!»
    Ανηφορίζω προς τα Εξάρχεια.  Εδώ η πλεονάζουσα και λιμνάζουσα ενέργεια των πλέον σκληροτράχηλων και των χαβαλέδων αναφλέγει κάδους και σκουπίδια. Μπύρες, κάδοι, πεζοδρομιάδα. Το τέλος μιας γιορτής που δεν άρχισε, all over again!
   Πίνω έναν χάλια καφέ στην κατάληψη του ΒΟΞ, το μόνο μέρος που είναι ανοιχτό. Κλείνουν για λίγο οι πόρτες για να μη μας πνίξουν τα ντουμάνια από τους κάδους. Είναι θλιβερό να ξεσπάς στο σπίτι σου. Δεν ξέρουν πως παρόμοια έχουν ξαναγίνει αλλού κι αλλιώς. Στη δεκαετία του ’60 οι μετανάστες στη Γερμανία άκουγαν τις Κυριακές τον Καζαντζίδη και έσπαγαν τα έπιπλά τους. Κυριολεκτικά διέλυαν τα σπίτια τους και τα νοικοκυριά τους.
   Νωρίτερα, αναρχικοί και Άκρα Αριστερά την «έπεσαν» σε αγρότες που φώναζαν συνθήματα της Χρυσής Αυγής. Κατεβαίνοντας την Ιπποκράτους οι Αυτόνομοι είχαν τοιχοκολλήσει αφίσες που έγραφαν: «Δεν διαδηλώνουμε με τα αφεντικά». Προφανώς ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και πολιτικά κόμματα. Πφφ! Εργατοπατέρες και πολιτικοί! Μα τι μοναξιά να διαδηλώνεις χωρίς τα αφεντικά!
   Ακούγοντας απόμακρα μπουμπουνητά από τις «κρότου- λάμψης» και κάτω από το ελικόπτερο της αστυνομίας αργά επιστρέφω σπίτι. Δεν είναι κι άσχημα. Έκανα ακόμα μια φορά τη βόλτα μου στην πόλη.


                                                                                               Β.Η

1 σχόλιο:

  1. Όχι άλλο προλεταριάτο10 Φεβρουαρίου 2016 στις 1:29 μ.μ.

    "Ζήτω το Παγκόσμιο Προλεταριάτο». Περίεργο σύνθημα σκέφτομαι. Το απελευθερωτικό κίνημα δεν αγωνίζεται για το τέλος του προλεταριάτου? Για να μην είναι κανένας άνθρωπος προλετάριος?"
    Πες τα χρυσόστομε!
    Πολύ καλό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή