Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016
Προς Νεοφερμένους
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
όλοι μαζί σκυμμένοι
καύκαλα με άχυρα γεμάτα, αλίμονο!
Οι στεγνωμένες μας φωνές
σαν ψιθυρίζουνε μαζί
είναι ήσυχες κι ασήμαντες
σαν τον αέρα στο ξερό χορτάρι
Μορφή χωρίς σχήμα σκιά χωρίς χρώμα
δύναμη παραλυμένη νεύμα δίχως κίνηση
Εκείνοι που ταξίδεψαν
με τη ματιά ίσια, θαρρετά
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
μας θυμούνται- α, θα μας θυμούνται!-
όχι σαν να ‘μαστε χαμένες παράφορες ψυχές
μα μονάχα
οι Κούφιοι άνθρωποι
οι με άχυρο παραγεμισμένοι άνθρωποι
οι αχυρένιοι άνθρωποι.
Και φοράμε ακόμα
ποντικού τομάρι, κόρακα πετσί.
Συγνώμη για τούτο το συναπάντημα
μέσα στη δειλινή Βασιλεία.
Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
τούτη είναι των κάκτων χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα υψώνονται
εδώ είναι που δέχονται
την ικεσία του χεριού ενός πνιγμένου
κάτω από το τρεμάμενο παίξιμο του άστρου που σβήνει
Έτσι είναι τα πράγματα
εδώ, στου θανάτου το άλλο Βασίλειο,
ξυπνάς μονάχος
την ώρα εκείνη που τρέμεις τρυφερός
χείλια που θα φιλούσαν
λένε προσευχές στη ραγισμένη πέτρα
Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν έχει μάτια
στη λαγκαδιά των άστρων που πεθαίνουν
στο κούφιο αυτό λαγκάδι.
Σε τούτο το συναπάντημα
μαζί ψηλαφούμε
κι ας αποφύγουμε τα λόγια
μαζεμένοι στην άκρη του φουσκωμένου ποταμού
δίχως βλέμμα, εκτός αν ξαναφανούν τα μάτια
σαν το άστρο το αιώνιο, το εκατόφυλλο το ρόδο
γιατί είμαστε η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.
Ανάμεσα στην ιδέα και στο γεγονός
ανάμεσα στην κίνηση και στην πράξη
η Σκιά πέφτει
Ανάμεσα στη σύλληψη και στη δημιουργία
ανάμεσα στη συγκίνηση και στην ανταπόκριση
η Σκιά πέφτει.
Ανάμεσα στον πόθο και στο σπασμό
ανάμεσα στη δύναμη και στην ύπαρξη
ανάμεσα ουσία και κάθοδο
η Σκιά πέφτει.
Κι ας αποφύγουμε τα λόγια
εκτός αν ξαναφανούν τα μάτια
σαν το άστρο και το εκατόφυλλο το ρόδο
γιατί είμαστε η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.
Β.Η: διαβάζοντας με τον δικό
μου τρόπο την Έρημη
Χώρα του Έλλιοτ. (Η Δύση
απευθύνεται σ’ αυτούς που έρχονται μεσ' απ' τα Σύνορα, αυτούς που γεννιούνται στα
Νοσοκομεία της και απαντά στους δικούς της «Ξένους»)
Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016
Αμερικανοί Άγγελοι και Απόκληροι
Πάνω σ’ ένα τραίνο που έρχεται από την
Ατλάντα και πιο πίσω, από τη Λουιζιάνα, ερχόμενος από το Κόρπους Κρίστι-Τέξας
κι από κει πιο πίσω, απ’ το παλιό Μεξικό, ταξιδεύω για τη Νέα Υόρκη.
Διασχίζοντας την Πενσυλβάνια το τραίνο περνάει στις παρυφές παλιών βιομηχανικών
πόλεων. Φαντάσματα εργοστασίων με εκατοντάδες σπασμένα παράθυρα, προαύλια και
μάντρες με σωρούς από σκουριασμένα σιδερένια εξαρτήματα και μετά συνοικίες,
απέραντες συνοικίες και προάστια, όπου αυλές με καμένα γρασίδια και
μονοκατοικίες με άδειες βεράντες, όπου στα τρία σπίτια τα δύο έχουν καρφωμένες σταυρωτά
ξύλινες τάβλες στα αμπαρωμένα παράθυρα. Στους
έρημους δρόμους νέγροι βαδίζουν σα σκιές και φτωχοί λευκοί ατενίζουν τα τραίνα
που περνούν με άδεια μάτια. Είναι φανερό, το Κεφάλαιο ευλόγησε κάποτε αυτούς
τους τόπους κι ύστερα έστρεψε αλλού την εύνοιά του αφήνοντας πίσω κακομοιριά κι
ερείπια.
Είναι αυτοί οι
τόποι όπου στρατολόγοι των πεζοναυτών σεργιανάνε σαν τους Ιεχωβάδες και χτυπάνε
πόρτες αλιεύοντας ζωές. Ντυμένοι με κόκκινες πλουμιστές στολές και λευκά
σειρήτια ξεμοναχιάζουν τους πιτσιρικάδες και μετά πιάνουνε τη μάνα. Όλο θωριά,
υπόσχονται μισθούς, ταξίδια στον κόσμο και πενταετή φοίτηση στο κολλέγιο μετά
την αποστράτευση. Οι φουκαριάρες οι μάνες- πατέρας σπάνια υπάρχει- διώχνουν τα
παιδιά τους. Οι φίλοι τους, πεθαμένοι απ' τα ναρκωτικά και ανταλλαγές πυροβολισμών.
Κι όσοι ζουν ακόμα, μπαινοβγαίνουνε στις φυλακές και, μπλεγμένοι στις συμμορίες,
με το ζόρι θυμίζουν το «πουλαράκι τους» που κάποτε υπήρξε.
Και μετά, στο Αφγανιστάν, στο δεύτερο Ιράκ, πέσαν στα χειρότερα.
Στριμωγμένοι στ’ αεροπλανοφόρα περιπολούν στον κόσμο, παρόντες σ’ όλους τους
πολέμους της αυτοκρατορίας. Εκρήξεις-παγιδευμένα αυτοκίνητα στην αγορά της Βασσόρας,
πάνοπλοι σαν αστακοί σ’ ένα σταυροδρόμι στη Φαλούτζα. Εκατοντάδες τυφλά
παράθυρα γύρω τους και το μοναχικό όπλο που βροντά. Ελεύθεροι σκοπευτές και μια
φωνή μ’ αντίλαλο στα άδεια κτίρια τούς υπόσχεται πως ποτέ δεν θα γυρίσουν πίσω.
Βάναυσοι στους ντόπιους, τρέλλα, φόβος.
Και γυρίζουν. Η μάνα κλαίγοντας αγκαλιάζει το γιό της. Που επέστρεψε
ζωντανός κι όχι μέσα σε φέρετρο σκεπασμένο με την αμερικάνικη σημαία. Δεν ξέρει
η φτωχιά πως αυτός που αγκαλιάζει δεν έχει μέσα του ζωή αλλά είναι ένα κούφιο
κέλυφος γεμάτο εφιάλτες. Στο εξής σαν ξένος θα γυρνά δω κι εκεί στην παλιά
πατρίδα. Τι να πει και με ποιόν αν δεν βρέθηκε και κείνος στη Φαλούτζα! Ναι,
έτσι είναι! Αυτοί οι γιοί δεν γύρισαν ποτέ απ’ τη Φαλούτζα. Υπάρχει πολύς πόνος
κι απελπισία στην Αμερική.
…………………….
Ένας «εραστής» της κακιάς ώρας, με μπότες και καπέλο, φτάνει με λεωφορείο από το Τέξας στη Νέα
Υόρκη με σκοπό να γνωρίσει εύπορες κυρίες. Συναντάει στους δρόμους έναν αλητάκο
που βήχει διαρκώς. Οι δυό τους προσπαθούν μάταια να πιάσουν την καλή. Η
κακοδαιμονία και ο χειμώνας της Νέας Υόρκης σιγά-σιγά τους καταβάλουν. Μια
συντροφικότητα αναπτύσσεται αργά κι επίπονα ανάμεσα στους δύο άντρες. Ο
κάου-μπόυ παίρνει τον άρρωστο φίλο του με το λεωφορείο στη Φλόριντα. Φτάνοντας 'κει κάτω, στον ζεστό καιρό και τους φοίνικες, αγοράζει λουλουδάτα πουκάμισα και για τους δυό. Πολύ αργά! Ο φίλος του τού «φεύγει»
μέσα απ’ την αγκαλιά. Υπάρχει πολύς πόνος κι απελπισία στην Αμερική.
Midnight Cowboy. Η ματιά του Βρετανού Τζων Σλέσσιγκερ στην Αμερική του
‘70. Ίσως έπρεπε να ‘σαι Ευρωπαίος για να δεις την Νέα Υόρκη με τέτοια μάτια το
1970. Δεν χρειάζεται πια να 'ξετάζεις 'διαίτερα αυτή τη χώρα. Σήμερα όλος ο κόσμος ξαναγίνεται
τραγικός.
……………………………
Ο Murli πέρασε έναν χρόνο στην Ιθάκη. Έκανε tai chi, έπαιζε σαξόφωνο, μελετούσε ζεν και υπαρξιστική ιατρική και πέρναγε τον χρόνο του με τους ψαράδες.
Αυτό που θα έπεφτε απάνω του μπορούσε να περιμένει ακόμα λίγο. Γυρίζοντας στην Αμερική
αρρώστησε από θυρεοειδή, έχασε τη δουλειά του και φυσικά πολύ σύντομα το σπίτι
του. Δεν αντέχουν οι Άγγελοι στην Αμερική. Κι αν ξέρει ένας θεός πόσο τους χρειάζεται αυτή η χώρα!
«Έτσι βρέθηκα στον δρόμο. Επειδή
όμως δεν ήμουνα πρεζάκιας, ούτε αλκοολικός, ούτε είχα ψυχολογικά προβλήματα, πολύ
γρήγορα - σε έξη μήνες - συνήλθα απ’ το χτύπημα και έπιασα δουλειά στις soup
kitchen». Εκεί δηλαδή που δίναν συσσίτια στους αστέγους. Πρέπει να τον είχε
τραυματίσει η ξαφνική έκπτωση και καταστροφή της ζωής του γιατί μου τα
διηγήθηκε όλα αυτά με ένα ελαφρύ χαμόγελο σαν να είχαν συμβεί σε άλλον. Ήταν
όμως άνθρωπος στοχαστικός ο Μurli και σε καμιά περίπτωση κάποιος που θα μετακινείτο γρήγορα απ’ την πηγή του
πόνου - που θα ‘φευγε μακριά απ’ αυτό που είχε γίνει, αυτό που τού ’χε συμβεί. Έτσι λούφαζε δίπλα στην «πληγή» όσο
αυτή έκλεινε και δούλευε στις κουζίνες. Κι εξοικειωνόταν με αυτό που είχε
ζήσει βοηθώντας τώρα εκείνους που είχανε σταθεί σύντροφοί του στην αγριότητα.
Συνάντησα τον Murli, φέρνοντάς του χαιρετίσματα από κοινό φίλο, νωρίς
ένα μεσημέρι στο Muddy Waters café, ένα φτωχό συνοικιακό cafe, στο Mission, στο Σαν Φρανσίσκο.
Κάναμε αρκετή παρέα, γυρίσαμε δω κι εκεί στο Bay Area κι ένα απόγευμα πήγαμε στο Berkeley - στα πεδία των παλιών μαχών. Ήταν ένα ψηλός, ευτραφής, πρόσχαρος άνθρωπος με ένα χιούμορ όμως που, καμιά αμφιβολία, είχε
συνείδηση του λάκκου μπρος στον οποίο στέκεται ο Άνθρωπος. Ένα βράδυ μάς πήρε
να δούμε το «σπίτι του». Τού πληρώνανε ένα δωμάτιο σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο.
Ήτανε κάτι σαν ξενώνας για απόκληρους - κανονική προέκταση των δρόμων. Είχε μια κοπέλα,
την Annete, που είχε έρθει κι αυτή μαζί μας. Η φωλιά του ήταν πολύ λιτή.
Ένα μονό κρεβάτι, μια καρέκλα, ένα
τραπέζι, ελάχιστες αποσκευές. Κι ένα από τα πρώτα λαπ-τοπ. Ήταν 1994. Στους
διαδρόμους γινότανε χαμός. Φτωχοδιάβολοι πήγαιναν πάνω κάτω και τον χαιρέταγαν
με τελετουργικές στακάτες χειραψίες όλο συμβολισμούς που υποδήλωναν συνάφεια. Συνέχεια
έρχονταν και φεύγαν, κι ένας ηλικιωμένος ψηλός και μελαγχολικός μαύρος με ιερατική
όψη και φωνή βαρύτονου τού πέταξε από έναν καναπέ: Hi Murli it’s good you are back! Δίχως άλλο ήταν
αγαπητός ο φίλος μας κι όλοι τον αναγνωρίζανε σαν homeboy. Η Annete ήταν κάπως σφιγμένη
δίπλα του, ο Murli την άγγιξε στοργικά στην πλάτη και γέλασε: Η Annete προσπαθεί να με πείσει να μετακομίσω σπίτι της, είπε, αλλά
εμένα μ’ αρέσει εδώ. Here is the real America!
Καθώς φεύγαμε κοίταξα πέρα, τους μακρείς διαδρόμους με το αδιάκοπο
πήγαινε-έλα και μου φάνηκαν σαν οι ανοιχτές αρτηρίες μιας αχανούς χώρας. Μιας από τις λίγες πραγματικές
και γι αυτό τραγικής.
Β.Η.
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016
Δουβλίνο – Τεχεράνη
κι έχω περπατήσει σε πολλές
έχω κάποιες φορές ν’ αντιμετωπίσω
αρκετά μεγάλες αποστάσεις.
Στις αρχές της πορείας αυτό που
προβάλλει πιο αποθαρρυντικό
είναι η πλήξη.
Διαλέγω τότε ένα θέμα κι ασχολούμαι με αυτό.
Τις περισσότερες φορές βέβαια ούτε καν χρειάζεται
να διαλέξω. Απλά έρχεται από μόνο του.
Αν στο δρόμο το θέμα εξαντληθεί τότε συχνά
δίνει τη θέση του σε ένα άλλο.
Όταν πια έχω φτάσει σπίτι έχω συμπληρώσει
έναν πλήρη κύκλο φαντασίας.
Ως επί το πλείστον η ροή των σκέψεων
κυλάει απρόσκοπτη γιατί συνήθως τίποτα
δεν συμβαίνει γύρω μου
μόνο ο ήχος από τα βήματά μου
κάποιος άλλος νυχτοπερπατητής ή το πολύ- πολύ
ένα ζώο διασχίζει λοξά τον έρημο δρόμο.
Ο ήχος των αυτοκινήτων δεν με ενοχλεί
Κυλάνε προσπερνώντας με ή με διασταυρώνουν
αποτελώντας ένα μέρος του τοπίου σαν τα κτίρια
και τις γέφυρες που σημαδεύουνε τη διαδρομή μου.
Άλλες φορές οι σκέψεις μου δεν έχουν συγκεκριμένο άξονα
αλλά έλκονται από κάθε τι που θα συμβεί ή απ’ αυτά
που προσπερνώ. Κτίρια, παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
μια ψόφια γάτα, μια γέφυρα, αποτελούν ορόσημα
αυτής της επιστροφής μου σπίτι.
Μια παρκαρισμένη νταλίκα, ο οδηγός της που χουζουρεύει
στην κουκέτα του πίσω από κλεισμένα κουρτινάκια
το ποτάμι που φουσκώνει, είναι μικρογεγονότα
που με στέλνουν το ένα στο άλλο και δεν κρατούν
για πολύ την προσοχή μου.
Μοιάζω τότε μ’ έναν άνθρωπο που κοιμάται
ελαφρά και βλέπει πολλά και σύντομα όνειρα που
αμέσως τα ξεχνά.
Πολλές φορές λυπάμαι που οι πόλεις είναι τόσο έρημες
τις νύχτες, τόσο άδειες από ζωή.
Σκέφτομαι όλους αυτούς που κοιμούνται
στα σπίτια και στα διαμερίσματα.
Τους βλέπω πίσω από σκοτεινά παράθυρα
να κείτονται στα κρεβάτια τους χαμένοι μες τον ύπνο.
Βέβαια ένα φωτισμένο παράθυρο πότε-πότε
είναι μια παρηγοριά
αλλά δεν αποτελεί δα και καμμιά σπουδαία συντροφιά.
Άλλες φορές σκέφτομαι τους φίλους μου
που τώρα πιά κι αυτοί κάπου κοιμούνται
κάποτε πολύ μακριά
σε άλλες πόλεις
ή ακόμα και σε άλλες χώρες…
Τότε νοιώθω λίγη μοναξιά.
Το πιο λυπηρό όμως είναι
ότι τόσα χρόνια που βαδίζω δεν συνάντησα ακόμα
έναν άνθρωπο να διαβάζει
κάτω από τη λάμπα του δρόμου
όπως συνέβη κάποτε σε κάποιον
στα προάστεια της Τεχεράνης.
Β.Η, Δουβλίνο ‘97
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016
Φροντίδα
Η άρνηση
Το έργο του Αρνητικού
Τα blouson noir
ο Λωτρεαμόν, οι Ντανταϊστές
οι αποδιωγμένοι, οι Καταραμένοι,
η αχλή του μύθου που τους περιβάλλει
το Sympathy
for the devil
oι Velvet
Underground
Τo punk
ο Μηδενισμός
ο Νετσάγιεφ
οι Δαιμονισμένοι
ο Ντεμπόρ, Διδάκτωρ του Τίποτα
ο ζόφος
η Μεγάλη Νύχτα
La Terreur
υπήρξαν απαραίτητα δεκανίκια
σε μία εποχή
που είμασταν μία ασήμαντη μειοψηφία
σε μία αυτάρεσκη κοινωνία
που διαπραγματεύτηκε την άδολη
διάθεσή μας για προσφορά
με την υποταγή μας,
σε μια εποχή
που η κοινωνία πείσθηκε να ζήσει
κάτω απ’ τις
δυνατότητές της
και μεις που βλέπαμε το χαμένο πλούτο
και θορυβούσαμε στη γαλαρία
σπρωχτήκαμε στο περιθώριο
και ντυθήκαμε τα μαύρα ρούχα
Τούτη την ύστατη στιγμή
που η κοινωνία τρομαγμένη
από τις προδοσίες τις πολλές
ξεκουνιέται από ύπνο ανήσυχο
και αρχίζει να μας ακούει
και,
θέλει προσοχή αυτό,
είναι έτοιμη να φορέσει ό,τι
πιο μαύρο υπάρχει στην γκαρνταρόμπα
μας
νεοφερμένη στην απόγνωση και το
σκοτάδι,
πρέπει, να προσέξουμε λέω,
να βγάλουμε ένα ζεστό ρουχαλάκι
να ‘χει και λίγο χρώμα
απ’ αυτά πόχουμε, κάτω απ’ τη λεβάντα
φυλαγμένα
βαθιά μες στα
συρτάρια
για τις καλές τις μέρες
τις γιορτινές μέρες
εξιλέωση γυρεύουν οι άνθρωποι
για την παλιά
αλαζονεία και
τη χοντροκεφαλιά τους
και μια δύο αλήθειες που πρέπει να
ειπωθούν
ας ειπωθούν γλυκά και
με κατανόηση
μη τους δώσουμε απ’ την τρέλλα που
προσπάθησαν να μας
φορτώσουν
δεν θα τ’ αντέξουν,
θ’ ανοίξει το σκαρί
Κι όπου σφάλλαμε και μεις ας το πούμε
ανοιχτά
είναι η ώρα της
αλήθειας
Άγριο ζώο είναι ο άνθρωπος
και σ’ αυτό δεν έχουμε
διαφορά
γι’ αυτό όσοι ζήσανε την αγριότητα
ας είναι μετρημένοι
και κάπως
γενναιόδωροι.
Β.Η
(Τραγούδια από τ' αμπάρια)
(Τραγούδια από τ' αμπάρια)
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016
Ισχύς και Απόφαση
Τι ωραίο πράγμα να είσαι ισχυρός! Να σχεδιάζεις πάνω στον
χάρτη! Να ‘ναι ο κόσμος όλος ένα πεδίο! Να υλοποιείς! Να εφαρμόζεις! Να κρατάς
μολύβι και χαρτί! Να δίνεις διαταγές και οδηγίες! Να πραγματοποιείς τις
φιλοδοξίες σου! Να είσαι σε διαρκή επαφή! Να συγκαλείς! Να αξιολογείς! Να
εντάσσεις! Να ενσωματώνεις! Να μελετάς τις αποτυχίες, να επεξεργάζεσαι
διορθωτικές κινήσεις! Να βάζεις σε πράξη μια νέα ιδέα! Να επανέρχεσαι σε μια
παλαιότερη! Να φέρνεις σε πέρας! Και πάνω απ’ όλα, να αποφασίζεις!
Τι ωραίο πράγμα να μοχθείς για το δίκαιο, το γενικό Καλό, το
γενικό συμφέρον! Κακά στερνά να ‘χεις παλιομαλάκα! Εσύ αποφασίζοντας σωριάζεις ερείπια και άλλοι μαζεύουν κορμιά και μπάζα. Όμως δεν χρειάζεται να φτάνεις πάντα ως εκεί: συνήθως σκορπάς απλά τη δυστυχία.
Ένα πράγμα μόνο -δυστυχώς αναπόφευκτο και αυτό- μισείς και
σιχαίνεσαι: Να δικαιολογείς! Στον εαυτό σου και στους άλλους. Να αποκρύπτεις!
Να αποσιωπάς!
Κι ένα μόνο πράγμα σε ξυπνάει τις νύχτες: Τα τραγούδια της
καρμανιόλας.
Ένα αδιάκοπο ποδοβολητό και τα τραγούδια της καρμανιόλας!
Β.Η
Υ.Γ Χάλια ζωή έζησες χαμένε! Αφού αυτό που μετράει, όταν σε πηγαίνουν μέσα στο κιβούρι, είναι ένα πιάτο φαΐ που κάποιος έφαγε από σένα, ένας καλός λόγος, μια σωστή κουβέντα. Και η στάση που κράτησες στους ανέμους του καιρού σου. Δεν το ήξερες?
Υ.Γ Χάλια ζωή έζησες χαμένε! Αφού αυτό που μετράει, όταν σε πηγαίνουν μέσα στο κιβούρι, είναι ένα πιάτο φαΐ που κάποιος έφαγε από σένα, ένας καλός λόγος, μια σωστή κουβέντα. Και η στάση που κράτησες στους ανέμους του καιρού σου. Δεν το ήξερες?
Σάββατο 27 Αυγούστου 2016
Ας μη πεθάνουμε Αύγουστο!
Η ώρα των Μυστικών, των παιδιών, των αλαφροΐσκιωτων και
των τζιτζικιών. Η πιο μοναχική. Η
ώρα των ψιθύρων. Της ερημιάς η ώρα.
Ο Αύγουστος είναι ο
αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του Καλοκαιριού. Ο Ιούλιος είν’ ο πρίγκηπας που
βαδίζει προς την στέψη.
Ο Διαβάτης Χρόνος βαδίζοντας μες τις μέρες πλησιάζει προς
τον Αύγουστο ή απομακρύνεται απ’ αυτόν. Σαν τον άνθρωπο που διασχίζοντας μία
πόλη, κάποια στιγμή φτάνει στο κέντρο της και πέφτει μέσα στη Γιορτή- ο Ήλιος
στέφεται Βασιλιάς της ζωής. Ας τον αποκαλέσουμε λοιπόν: ο Εορταστικός μήνας
Αύγουστος. Ας μη πεθάνουμε στη διάρκεια της βασιλείας του. Κι ας μη ζήσουμε... χωρίς τον Αύγουστο της ζωής μας!
Στην Αβάνα, στα 1987, βρήκα ένα ρώσσικο βιβλίο με έργα του
Αρμένη Σαριάν. Αξίζει μια απόδοση τιμής η παλιά Σοβιετική Ένωση! Μια χώρα
σχεδόν Μυθική! Ας είναι καλά και η Κούβα η ταπεινή!
Το παλιό Γιερεβάν. Σκυλιά που λουφάζουν στη σκιά, μες τη
ζέστη του μεσημεριού στην Κωνσταντινούπολη. To χιονισμένο Αραράτ...

Οι φοίνικες και οι ασβεστωμένοι τοίχοι
μες τη γαλάζια νύχτα. Τα ζώα...

Οι φοίνικες και οι ασβεστωμένοι τοίχοι
μες τη γαλάζια νύχτα. Τα ζώα...
Η Ανατολή του 1905. Η Κεντρική Ασία της δεκαετίας του ’30. Έμοιαζαν
τόσο οικείες, μέσα απ' τα παιδικά μου χρόνια. Τυχερός που γεννήθηκα σ’ ένα
σταυροδρόμι κόσμων. Κι έζησα στη σύμπτωση κάποιων στιγμών.
Β.Η
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





