Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Μα τι γίνεται στη Μόρια;


--Ναι, ναι! Καταλαβαίνουμε απόλυτα: απαράδεκτες συνθήκες! Αλλά έχουμε κουραστεί απ’ αυτές τις εικόνες. Δεν έχει τέλος αυτό το πράγμα. Τελικά, έχουμε πάρει την απόφασή μας! Δεν σας θέλουμε! Μυρίζετε φτώχεια! Φτώχεια και κακομοιριά! Δεν σας θέλουμε! Φέρνετε μέσα από τα σύνορα το πρόσωπο της δυστυχίας δίπλα μας. Τι είναι όμως αυτό που θέλουμε; Θα είμαστε για μια φορά ειλικρινείς γιατί κουράζει την ψυχή να ψάχνει κανείς συνεχώς δικαιολογίες. Ας κάνουμε λοιπόν έναν μικρό κατάλογο.

Να κατεβάσουμε καμιά καλή ταινία για το βράδυ
να παραγγείλουμε delivery
πιστωτική
μισθό
σύνταξη
να πάμε στο σούπερ-μάρκετ
διαμέρισμα διαμπερές
χαμηλά κοινόχρηστα
θέση για πάρκινγκ
επιδοτήσεις
το διδακτορικό μας
την αγαπημένη μας εκπομπή
δίκτυα
πολλά δίκτυα
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
κράτος
κράτος αρωγό στον πολίτη
γιόγκα και γυμναστήριο
σεμινάρια αυτοβελτίωσης
διακοπές
τατουάζ στον ώμο
εκπτώσεις
την Ευρώπη
εθνική ανεξαρτησία
μια βόλτα στο ZARA 
άλλη μια βόλτα στο ZARA
γρήγορο internet
δικαίωμα στη διαφορά
ελεύθερο εμπόριο
φτηνές αγορές μέσω διαδικτύου
έξυπνα και όμορφα παιδιά
να τσεκάρουμε τα email μας
να ανησυχούμε δια τα πάντα διαρκώς
να σερφάρουμε στο internet
τεχνικές χαλάρωσης
φτηνό πετρέλαιο
σχέσεις ισοτιμίας
διαφάνεια
μια σχέση
μια σχέση ενσυναίσθησης
smartphone με μεγαλύτερη μνήμη
κομμωτήριο και περιποίηση νυχιών
εφαρμογές
Πάσχα στο χωριό μας
τηλεφωνικά πακέτα
μεγαλύτερη σαιζόν
Air B’n’ B
τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου
την Ημέρα του Πατέρα
ένα δάνειο
αύξηση του κατώτατου μισθού
να δούμε τον σημερινό αγώνα της Super League σε μια γεμάτη καφετέρια
επιστροφή φόρων
ενυδατικές κρέμες
fredo esspresso
fredo capuccino
τη σωτηρία της careta careta
παράθυρα αλουμινίου με διπλά τζάμια
συναγερμό
μια δημιουργική σχέση με την Παράδοση
θωρακισμένη πόρτα
κλειδαριές ασφαλείας
να βγάζουμε τον σκύλο μας βόλτα στο παρκάκι
να σχολιάζουμε και να κοινοποιούμε
Τεστ Δυσανεξίας σε τροφές
εκδημοκρατισμό της αστυνομίας
Σαββατοκύριακο στο εξοχικό
πιο έξυπνες διαφημίσεις - ασταμάτητη ροή πληροφορίας
να δούμε απόψε την απονομή των Oscar
ειρήνη μεταξύ των λαών
ανακύκλωση
χαμηλούς ρύπους
φωταγωγημένη την Ακρόπολη
λωρίδες ταχείας κυκλοφορίας
φάσμα επιλογών
μια εκδρομή με τον Ορειβατικό Σύλλογο
ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά μας
να γλυτώσουμε από την χρεωκοπία
μια βόλτα στη θάλασσα
Χριστούγεννα στο Ντουμπάι
ανακαίνιση κουζίνας
αντιπυρικές ζώνες
εξωσωματική γονιμοποίηση
εξάλειψη του bullying στα σχολεία
να ζούμε στα προάστια
εκδηλώσεις στο Ίδρυμα Νιάρχος
ένα ακόμα piercing
Παιδεία προσανατολισμένη στο Μέλλον
Νομοσχέδιο για τις έμφυλες ταυτότητες
διασφάλιση της πολυφωνίας στον δημοσιογραφικό λόγο
βιολογικό λάδι
πολυτροπικότητα στις τηλεοπτικές ειδήσεις
εναλλακτικές θεραπείες
οικολογία, καινοτομίες και καταγραφή των ρεμπέτικων
οδοντόκρεμα χωρίς φθόριο
μια διαφορετική εννοιοδότηση της υποκειμενικότητας
μια διαφορετική εννοιοδότηση της αντικειμενικότητας
φιλικές σχέσεις με τα παιδιά μας
Ενώσεις προστασίας Καταναλωτών
Κέντρα Πολιτισμού
ν’ ανάψουμε το τζάκι
ν΄ανεβούμε για το Φεστιβάλ
ντοκυμαντέρ για την άγρια ζωή στην τηλεόραση
ολιστική αντίληψη στην αντιμετώπιση των αλλεργιών μας
Βιβλιοθήκες προσανατολισμένες στην εμπέδωση ενός κοινού γνωστικού υποστρώματος
ειλικρίνεια στις προσωπικές σχέσεις
να συναντιόμαστε για ψώνια και καφέ σε ένα Εμπορικό Κέντρο
Μαθήματα on Line μέσω Skype
Συμπόρευση με τα Ευρωπαϊκά Δεδομένα
βελτίωση προσβασιμότητας στη σχετική Πύλη
σωστή λειτουργία του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου
Διακειμενικότητα στη Λογοτεχνική Κριτική
ψωμί χωρίς γλουτένη
βουτήματα ολικής
Μαντηλάκια Καθαρισμού Προσώπου.

200 χρόνια αγωνιζόμαστε για αυτά τα ιδανικά! Αναγνωρίζουμε βέβαια, αγαπητοί μας πρόσφυγες, ότι, λίγο-πολύ, συμμερίζεστε τις ίδιες αξίες με εμάς, αλλά οι παγκόσμιοι πόροι μάλλον δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν σε όλους «ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Λυπούμεθα για την περιπέτεια στην οποία έχετε μπλεχτεί, λυπούμεθα για το καθεστώς το οποίο σας έχει επιβληθεί, αλλά δυστυχώς, δυστυχώς, δυστυχώς… Μια άλλη Ελλάδα, όχι ασθενική, που θα γλύτωνε εμάς απ’ την ντροπή και θα ήταν για εσάς η σωτηρία πιθανώς και να υπάρχει, το να ανέβει όμως στη σκηνή αποτελεί εγχείρημα που μας ξεπερνά.

                                                                                                                           Β.Η.

                                                                                                                      


Υ.Γ. 13 Αφγανοί, νεκροί στα σύνορα Ιράν- Τουρκίας. Πάνω από 70% των καθηλωμένων στη Μόρια είναι Αφγανοί.

                                                                                                                                                                          

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Περί Ανησυχίας


           

Ελπίζουν πως ενισχύοντας
την αστυνομία
θα αντιμετωπίσουν τη δυσαρέσκεια
και την κοινωνική αναταραχή.
Ελπίζουν πως θα βρουν έναν τρόπο
να αναστείλουν τα
κύματα της προσφυγιάς.

Είναι σα να φτιάχνουν φράγματα
για να σταματήσουν
τα παλιρροιακά κύματα που
            γεννά η θάλασσα.

Και η οικονομική κρίση…
συνεχώς παρούσα.
Θέλει κι αυτή το δικό της
φάρμακο.
Σαν τα εμβόλια που φτιάχνουν
για να ασφαλιστούν από
την επέλαση των ιών.

Μοιάζουν με τον γιατρό που
ελπίζει
πως με μια αύξηση της δόσης
θ’ αντιμετωπιστεί
το ανέκκλητο.

                      Διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές
κάποιος θα μπορούσε να πει ότι
δεν τους ενοχλεί η δυσαρέσκεια
ούτε ένοιωσαν απειλή από την κοινωνική αναταραχή
                                                            ακόμη.
Αλλά τους αρέσει να ενισχύουν
                        την αστυνομία.

Ούτε η προσφυγιά είναι πρόβλημα,
ίσα-ίσα τους βολεύει.

                      Και η θάλασσα;
Αυτήν, προτιμούν να μη την σκέφτονται.

                     Μιλώντας δε για οικονομική κρίση…
Να, ένας τρόπος να βγάλεις κι άλλα λεφτά!

Ούτε και οι ιοί και η περίφημη
   επέλασή τους είναι
λόγος για ανησυχία.
Αντίθετα, ν’ απλώνεται ο φόβος, είναι κάτι
                        που συμφέρει.

Όσον όμως αφορά τον γιατρό,
αυτός ξέρει,
πως δεν υπάρχει σωτηρία
γιατί ο ασθενής βρίσκεται σε σύγχυση
και δεν πιστεύει πια στον εαυτό του.

                                     Β.Η.
                      (Τραγούδια απ’ τα Αμπάρια)

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Ψηλά στον φράκτη


                                                                              Η Υπαίθρια φωτιά

    Ένα χειμωνιάτικο βράδυ πήγα σε μια εκδήλωση ποίησης σ’ ένα θεατράκι στον Κεραμεικό. Άκουσα μερικά καλά ποιήματα και ένα απ’ αυτά έτυχε μιας σωστής απαγγελίας. Αφού ζεστάθηκα αρκετά, σηκώθηκα απ’ τη θέση μου στον εξώστη, έγειρα σα Νέμεση πάνω απ’ το ακροατήριο, πρώτα κραδαίνοντας τη γροθιά και ύστερα σείοντας το χέρι απάνω-κάτω, με τον δείκτη προτεταμένο (όπως συνηθούνε ρήτορες και ποιητές όταν δείχνουν στο κοινό μια διαρκώς υποχωρούσα και διαφεύγουσα αλήθεια) και απήγγειλα με στεντόρεια φωνή:

Αυτή την εποχή που τα πράγματα 
απαιτούν καλπασμό αδιάκοπο
εμείς θα πηγαίνουμε αργά!

Στον τρίτο μάλιστα στίχο «έκοψα» και τον εξέφερα σαν εκμυστήρευση. Άπαντες γύρισαν τα κεφάλια προς τα πάνω για να αντιμετωπίσουν τη φωνή που ερχόταν από τα ουράνια. Πρόλαβα και είδα στην πλατεία τις φάτσες των φίλων μου έκπληκτες! Τον εισηγητή επίσης, που πήρε το μικρόφωνο ανήσυχος. Δεν του έδωσα καιρό. Τέλειωσα μάνι-μάνι. Aραιό, αμήχανο χειροκρότημα ακολούθησε την παρέμβαση. Έκατσα στη θέση μου και ο εξώστης ξαναβυθίστηκε στη σιωπή.
    Μετά το πέρας της βραδιάς, αποχαιρετισθήκαμε έξω με τους φίλους και τράβηξα μονάχος μες την πλατεία Αυδή. Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα και η πλατεία, που την ήξερα συνήθως έρημη, ήταν γεμάτη ζωή. Περνώντας μέσα από τον κόσμο - νεαρούς άνδρες που παραδόξως κάθονταν πάνω σε χαρτόνια - άκουσα αραβικά.
    Μεμιάς, σαν να δόθηκε ένα σύνθημα, όλοι σηκωθήκαν. Δεν είμαι μάλιστα σίγουρος αν ακούστηκε ένα αδιόρατο σφύριγμα ή κάποιοι απλώς κάναν την αρχή. Κουβαλώντας τα χαρτόνια υπό μάλης έσπρωξαν τις πόρτες δύο νεοκλασσικών σπιτιών και χώθηκαν μες το σκοτάδι των εισόδων. Ήταν λοιπόν ένα σύνθημα για μπούκα! Για δες, αναλογίστηκα, κάτι συμβαίνει εδώ! Όμορφα παλιά, δίπατα σπίτια παρατημένα απ’ τους ιδιοκτήτες τους στο σκοτάδι και το πένθος, καταφύγιο τώρα περιπλανώμενων ψυχών! Κάθισα σ’ ένα παγκάκι και περιεργαζόμουν την πλατεία. Μπροστά μου ένας φραγμός από κυματιστή λαμαρίνα ενάμιση μπόι ύψος, σα να λέμε δυόμιση περίπου μέτρα, εκτεινόταν σε μέγα μήκος κι έκλεινε μια σειρά ερειπωμένων σπιτιών που τα ‘ξερα από παλιά. Προφανώς, έργα είχαν αρχίσει εκεί μέσα, έργα ανακαίνισης. Σε απόσταση περίπου 10 μέτρων, η μια από την άλλη, λάμπες του Δήμου πάνω σε όμορφα κολονάκια υψώνονταν αρκετά πάνω απ’ τον φραγμό και φώτιζαν την πλατεία που έμοιαζε με καλοστημένο σκηνικό. Πίσω μου, σ’ ένα κεντράκι παίζανε ρεμπέτικα. Η μουσική ερχόταν κατά κύματα άλλοτε καθαρά κι άλλοτε μπουκωμένα, ανάλογα με την πόρτα που ανοιγόκλεινε, γιατί κόσμος μπαινόβγαινε· αγόρια, κορίτσια, παρέες, ζευγαράκια. Σκεφτόμουν τα ποιήματα κι ό,τι είχε συμβεί σ’ εκείνο το νεόκοπο πολιτιστικό κέντρο λίγο πριν. Σε μια στιγμή, κάτι μ’ έβγαλε απ’ τις σκέψεις μου. Συνέβαινε αρκετή ώρα τώρα, αλλά το συνειδητοποίησα ξαφνικά. Ομίχλη ταξίδευε πάνω από τις λάμπες. Μπα σε καλό μου, είπα! Ομίχλη στο κέντρο της Αθήνας; Η ώρα όμως περνούσε και το πράγμα πύκνωνε πολύ, τω όντι μυστηριώδες! Να, τώρα, κάποιος διασχίζει τρέχοντας την πλατεία, αρπάζεται απ’ την κολόνα και σαν να πήδαγε επί κοντώ, πατώντας πάνω στις κούρμπες του μετάλλου, ανέβηκε σαν αίλουρος ως το αυχένα του φραγμού και πήδηξε απ’ την άλλη. Τρομερός ήχος από παλλόμενες λαμαρίνες! Ένας δεύτερος ακολούθησε, μα αυτός, μόνο έφτασε ως απάνω – ο ίδιος πάταγος από λαμαρίνες - κι απόμεινε εκεί. Κι έτσι σκαρφαλωμένος έπιασε το λακριντί μ’ αυτόν που ήτανε από μέσα. Τι συμβαίνει γαμώτο μου! Τι λέγανε; Δεν άκουγα. Έπρεπε να διαπιστώσω.
    Περίμενα να κατέβει και να φύγει αυτός που ήταν απάνω και πήγα, πιάστηκα κι εγώ απ’ τη κολόνα και πατώντας πάνω στην κυματιστή λαμαρίνα αναρριχήθηκα με χέρια και με πόδια. Από εκεί ψηλά, είδα μια πλατιά εσωτερική έκταση και πέρα στο βάθος μια παρέα από νεαρά παιδιά κάθονταν γύρω από μια υπαίθρια φωτιά. Ένας λεπτός καπνός ανέβαινε στον κρύο νυχτερινό ουρανό. Να λοιπόν, τι ήταν η «ομίχλη» που με είχε προβληματίσει! Και σκυμμένες φιγούρες πάνω απ’ τη ζεστή αναλαμπή κάτι έκαναν, κάτι είχαν περασμένα σε λεπτές βέργες και τα ψήναν στη φωτιά!
    Ένας που ήταν όρθιος, στράφηκε προς τη μεριά μου και κούνησε ερωτηματικά το χέρι. Ήταν έτοιμος να ‘ρθει. Έβλεπα τα πρόσωπα όλων που ασπρίζαν στο μισοσκόταδο, όπως είχαν στραφεί και με κοιτούσαν. Λευτέρωσα ένα χέρι κι ανέμισα έναν χαιρετισμό. Έσφιξα κατόπιν την μπουνιά σαν να επικροτούσα. Ο όρθιος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και όλοι ξαναγύρισαν μπροστά ησυχασμένοι.
    Έμεινα να τους κοιτώ! Εκεί εκάθονταν παρέα! Ψήνανε και τρώγαν! Ποιοι ήτανε αυτοί οι βασιλιάδες που άναβαν φωτιά στο κέντρο της πόλης; Ποιοι ήταν αυτοί οι αριστοκράτες που επέμεναν να ‘χουν πάρε-δώσε με την περιπέτεια;
    Τοτενές, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα εκειά πάνου, σκέφτηκα τα ταξίδια μέσα στον χειμώνα, με τους Έλληνες και τους Λατινοαμερικάνους σε αναζήτηση του Ουμπέρτο στην Ολλανδία, τις περιπλανήσεις μου στο Μεξικό, την καβαλαρία πάνω στις οροφές σε ατελείωτα τραίνα και την αγγελική μου Μοίρα.
    Αμέσως μετά, σκέφτηκα τους τέσσερεις τοίχους που με περίμεναν σ’ ένα μοναχικό διαμέρισμα. Και σαν να με έλουσε κρουνός, ψηλά σε ‘κείνη την έρμη την κολόνα, μέσα στα ντουμάνια που με περιτυλίγαν, συνειδητοποίησα πως η ποίηση δεν ήταν στη βραδιά που είχα παραστεί. Εκεί όξω ήτανε η ποίηση! Οι ρεμπέτες δεν ήταν στο μικρό κεντράκι απ’ όπου ερχότανε η μουσική. Εκεί όξω ήταν οι ρεμπέτες! Κι εκείνη τη μοναδική κι απόλυτη στιγμή κατάλαβα πως ήμουν απ’ τη λάθος μεριά του φράχτη.

                                                                           Β.Η.


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Πόλεμος


    Μερικές φορές θα ‘βγαινες από το καταφύγιο, έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, και θα ‘βρισκες σκοτάδι. Ήταν όμορφα τα τροχιοδεικτικά όπως υψώνονταν με χάρη στον νυκτερινό ουρανό! Η πίσω πλευρά των λόφων που μας τριγύριζαν, έφεγγε σαν πόλη που την έβλεπες από μεγάλη απόσταση αλλά δεν έβλεπες από πού ερχότανε το φως. Μόνο τη φωταύγεια. Σαν ένας κρυφός φωτισμός να τρεμοπαίζει πίσω απ’ τον ορίζοντα. Φωτοβολίδες έπεφταν παντού γύρω από τις παρυφές της περιμέτρου ρίχνοντας ένα πεθαμένο άσπρο φως στο έδαφος. Μερικές φορές υπήρχαν ντουζίνες απ’ αυτές αφήνοντας πίσω τους μια ουρά καπνού, σκορπώντας λευκές σπίθες και νόμιζες πως σ’ οτιδήποτε έπεφτε το φως τους, κοκκάλωνε σαν φιγούρα σε παιχνίδι ζωντανών αγαλμάτων. Οβίδες διέσχιζαν βουβά τον ουρανό, ριγμένες από όλμους των 60mm, σκορπώντας λάμψη μαγνησίου για λίγα δευτερόλεπτα, σκιαγραφώντας μια μελαγχολική επίπεδη έκταση. Μπορούσες να δεις τις εκρήξεις των όλμων, πορτοκαλής και γκρι καπνός πάνω από τις κορυφές των δένδρων, δύο ή τρία χιλιόμετρα μακριά. Μια στις τόσες φορές έβλεπες στις πλαγιές των λόφων μια δεύτερη έκρηξη, πετυχημένη βολή- αποθήκη πυρομαχικών. Και ήταν όμορφα τη νύχτα. Ακόμα και οι οβίδες που έρχονταν κατά πάνω μας για να μας σκοτώσουν ήταν όμορφες τη νύχτα.
    Τέτοιες στιγμές μπορούσες να ξεχάσεις τις συνεχείς κακουχίες, τον ακραίο τρόμο από τα τραύματα που είχες δει, τη μυρουδιά του αντισηπτικού κι ότι για μεγάλα διαστήματα θα μπορούσες ίσως να κάνεις και χωρίς φαΐ, μιας και σου ’φτανε η αδρεναλίνη που το σώμα σου παρήγαγε σαν τον πιο πιστό υπηρέτη. Μπορούσες να ξεχάσεις ότι τόσο μεγάλο διάστημα συνομιλούσες με νεκρούς, μ’ αυτούς που είχανε πεθάνει και μ’ αυτούς που επρόκειτο να πεθάνουν από στιγμή σε στιγμή. Ότι ακόμα και τα όνειρα που έβλεπες ήταν όνειρα κάποιου που είχε πεθάνει από καιρό.

    Ο Τάνα, ένας από τους παλιούς, κάπνιζε πίσω απ’ τους αμμόσακους. Στράφηκε και, κάνοντας ένα πλήρες ημικύκλιο, πήρε το κράνος του. Πάμε! είπε. Έπειτα γλίστρησε κάτω με κινήσεις που είχαν την αρμονία χορευτή. Μου θύμισε κάτι γέρους μαστόρους που σοβάτιζαν διαγράφοντας αέναα τόξα μπροστά σε έναν τοίχο, με τέτοια φυσικότητα, όπως κανείς αναπνέει. Λογικό, θα πεις, αφού το κάνανε όλη τους τη ζωή…. Όμως, πόσο όμορφα είναι τα τροχιοδεικτικά που διαγράφουν την καμπύλη τους στο νυχτερινό ουρανό! Πόσο αργά και γεμάτα χάρη, ένα όνειρο, τόσο απόμακρο απ’ οτιδήποτε επικίνδυνο. Μπορούσαν να σε κάνουν να αισθανθείς μια απόλυτη γαλήνη. Μια μεταρσίωση που σ’ έβαζε πάνω απ’ τον θάνατο, αλλά δεν κρατούσε πολύ. Ένα κτύπημα κοντά, μια στήλη καπνού ανακατεμένη με χώμα που ‘ρχοτανε πάνω σου κατά ριπάς σε ξανάφερνε πίσω. Δαγκωμένα χείλια, σφιγμένες γροθιές. Δεν κατάφερνες συχνά να δεις τις οβίδες. Ήξερες πως αφού είχες ακούσει την πρώτη είχες σωθεί για την ώρα. Αν εξακολουθούσες να στέκεις εκεί έξω για να δεις το θέαμα, σου άξιζε ό,τι και να πάθεις.
    Στο τέλος του καλοκαιριού ζήτησα μετάταξη στους Ανιχνευτές. Κανά δεκαριά σταλθήκαμε στο 6ο Σώμα Κυνηγών.
                                    …………………....          
                  
    Βαδίζαμε στον άνυδρο κάμπο σε αραιή διάταξη σαν τα χαϊβάνια με το όπλο χαμηλωμένο και ψάχναμε για ίχνη. Μπαίναμε στα χωριά, κάτι άθλια χωριά, βαρείς και πένθιμοι. Μόλις τελειώναμε την έρευνα στα σπίτια μαζεύαμε τους χωρικούς στην πλατεία και τους κατηχούσαμε. Βουβοί μας κοίταζαν κι ανέκφραστοι. Μερικές φορές είδα το μίσος μέσα από μισόκλειστα μάτια. Ένα μίσος καθαρό σαν αίμα, αλλά ήταν κάτι φευγαλέο. Τα σπίτια ήταν γεμάτα από γεννήματα, ζώα και βαγένια με κρασί αλλά είχαμε αυστηρές διαταγές να μην αγγιχτεί τίποτα. Ούτε σπίτι, ούτε γυναίκα. Έπρεπε να προσέχουμε τα χωριά, είχαν πει. Μάλιστα, μας ήρθανε μια μέρα τρεις, ένας αντισυνταγματάρχης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης με έναν επιλοχία και έναν λιμοκοντόρο με πολιτικά. Κάναν ανακρίσεις για να βρουν ποιοί πείραξαν μια γυναίκα. Ήμουν μπροστά στο περιστατικό αλλά δεν είπα κουβέντα. Μια ομάδα στρατιωτών είχε βάλει μια γυναίκα στη μέση και την έσπρωχναν σα μπάλα από τον έναν στον άλλο. Της τράβαγαν τα ρούχα μέχρι που πετάχτηκαν έξω τα τροφαντά βυζιά της τρεμάμενα και λαχταριστά. Η γυναίκα είχε πάθει υστερία αλλά δεν την άρπαξαν. Μόνο γελούσαν. Την άφησαν κι έφυγε με σταυρωμένα χέρια. Μου έμεινε καρφωμένο στο μυαλό το πάλλευκο της σάρκας. Τέτοια λάμψη δεν είχαμε ξαναδεί μες τη σκοτεινιά που ζούσαμε. Ακατανόητες μου είχαν φανεί οι διαταγές Να μην αγγιχτεί σπίτι ούτε γυναίκα… Πώς δηλαδή να πολεμήσουνε οι άντρες; Τι θέλει ο στρατιώτης για να πολεμήσει μες σ’ αυτό το ζόφο; Να φάει ένα καλό φαΐ πέρα από το άθλιο σιτηρέσιο του στρατού, να πιεί κρασί και να ξεδιψάσει τη δίψα του ήσυχος μέσα σ’ ένα γυναικείο κορμί.
Μετά, σώθηκε ο κάμπος και φτάσαμε στη θάλασσα. Μια έρημη θάλασσα όλο πέτρες, φύκια και ρηχή. Το κύμα δεν σταμάταγε να έρχεται ποτέ. Ψυχή στις ακτές! Μόνο χωματόλοφοι, κοντοί θάμνοι και κατσίκια. Καταραμένος τόπος κι άνεμος. Ένα βράδυ εμφανίστηκαν μπροστά μας, όπως λουφάζαμε γύρω απ’ τη χαμηλή φωτιά, σα Βελζεβούληδες και μας έριξαν στα ίσα. Τρείς άντρες έμειναν στον τόπο κι ένας ακόμα ξεψύχησε το πρωί. Τους δυο σκοπούς τους βρήκαμε με κομμένο τον λαιμό από αυτί σε αυτί. Ο τρίτος δεν ξαναφάνηκε ποτέ.
    Είχαν τα πρόσωπα καλυμμένα με μαύρα μαντήλια, μόνο τα μάτια γυάλιζαν σαν καντηλέρια. Πώς να πολεμήσεις ανθρώπους που το ‘χαν πάρει απόφαση να γίνουνε φαντάσματα?
    Εμείς ραντίζαμε τον τόπο, οι γεμιστήρες άδειαζαν στο πι και φι, αυτοί ρίχναν μια μόνο σφαίρα – κατευθείαν στην καρδιά του πράγματος.

                                            ………………………

    Με τη συνθήκη της Α… έπρεπε να καταπαύσουν οι εχθροπραξίες, να παραδώσουμε τα όπλα στον στρατό και να αποστρατευτούμε. Όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Οι περισσότεροι δεν νοιάζονταν καν να γυρίσουν πίσω. Τράβηξαν ίσια μέσα στην Κ. και ρεμπέλευαν ανοιχτά. Κανά-δυο φορές έφτασαν στο σημείο και πολιόρκησαν το Κυβερνείο. Δεν τους αδικώ. Αυτό που αποκαλούν «σπίτι», έμοιαζε ένα βαρετό, τρισάθλιο μέρος. Η ειρήνη που διατυμπανίζανε μύριζε κοινωνικά επιδόματα και φιλανθρωπία, κατουρλίλα και πρόωρα γερατειά. Τούτη ‘δώ η υπόθεση που ‘χαμε μπλέξει θα μπορούσε να ‘ναι μια καλή περίπτωση. Υπό προϋποθέσεις βέβαια! Κι αφού στα πράγματα είχε έρθει ο Ντ. απλώς αλλάξαμε στολή και παραλάβαμε καινούργιο οπλισμό. Πολλοί από τους αξιωματικούς παρέμειναν, μόνο που τώρα δεν φορούσαν διακριτικά. Από ‘κείνη τη στιγμή και ύστερα άρχισε το πανηγύρι. Μπαίναμε στα χωριά και τα καίγαμε. Μετά πυροβολούσαμε ό,τι κινείτο. Δεν αφήναμε ούτε τα ζωντανά. No rules! λέγαμε και ρίχναμε στο ψαχνό. Τώρα που τα χέρια μας δεν ήτανε δεμένα, δείχναμε τι μπορούμε να κάνουμε. Ο εχθρός άρχισε να μας υπολογίζει. Στην αρχή έπαθε σοκ βλέποντας ότι είχε να κάνει με ανθρώπους που δεν είχαν κρατημό μπροστά σε τίποτα. Μετά σκλήρυνε κι άλλο. Τώρα ήταν ή εμείς ή αυτοί.
    Φέρναμε μαζί μας την κόλαση κι αν η κόλαση είναι ένας τόπος εδώ ή κάπου αλλού, σίγουρα έχει σκοτάδι και φωτιά. Α, είναι ωραίο να μπαίνεις οπλισμένος σ’ ένα χωριό και να φωτίζεις τη νύχτα κι αν είναι μέρα, να σκοτεινιάζεις τον ήλιο. Ήμασταν οι Κύριοι του φωτός και των σκοταδιών. Οι θρήνοι συνόδευαν το φευγιό μας κι είχε γούστο που άρχιζαν κιόλας μόλις εμφανιζόμασταν. Κοίταγα τα ξαναμμένα πρόσωπα των συντρόφων μου καθώς φεύγαμε σα βουρκωμένο σύννεφο. Και η λάμψη στα μάτια τους δεν ήταν το αντιφέγγισμα μόνο από τις πυρκαγιές. Αυτή κι αν ήταν απόκοσμη ομορφιά!  Εύχομαι να μπορούσατε να δείτε πώς έμοιαζαν οι άντρες. Πώς άλλαζε μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, η εμφάνισή τους. Φορούσαν ό,τι φορέθηκε ποτέ στο παρελθόν σε ανάλογες περιστάσεις κι ό,τι ίσως φορεθεί κάποτε στο μέλλον. Περιποιούνταν τον εαυτούς τους και στολίζονταν σαν να πηγαίναν σε αποτρόπαιη τελετή. Ώρες-ώρες μοιάζαμε με θίασο μεταμφιεσμένων όπου ο καθένας ξεπήδησε από διαφορετικά μεσοδιαστήματα της Ιστορίας και με ευσυνειδησία και φροντίδα επιδίδετο σε σφαγές… πρόσωπα βουτηγμένα στον ιδρώτα πασαλείβονταν με στάχτη που απλωνότανε ωστόσο με μεγάλη τρυφερότητα. Μερικοί είχαν πραγματικό ταλέντο… μια φαντασία που ξάφνιαζε… που συνέθετε τα πιο ετερόκλητα πράγματα: αίφνης, ένα αγγελικό πρόσωπο σημαδεμένο με χαράξεις από μαχαίρι που ήταν «επ’ ανδραγαθία» και δυο άδεια μάτια πίσω από λευκό τούλι. Και είναι κρίμα που ποτέ δεν τους είδε κάποιος από τους μεγάλους Μαίτρ να περνούν σαν οπτασία σ’ αυτή την πασαρέλα του χαμού.
    Τώρα, εδώ που τα λέμε, θα ΄ταν ξεκαρδιστικό να παρελάσουν σ’ αυτό τον διάδρομο, μπρος στον καλό κόσμο και τις κυρίες, οι δικοί μας, «αλευρωμένοι» με στάχτη και όλα τους τα συμπράγκαλα. Δεν θα ξέραν από πού να φύγουνε οι καλοταϊσμένοι.
                                                   
                                     ………………………

    Αυτοί οι άνθρωποι, οι άνθρωποί μου, θεωρούσαν πως τούτη η Μοίρα, τούτη η πορεία ίσκιων σ’ ένα αδιάκοπο ημίφως ήτανε γλυκύτερη από οποιαδήποτε επιστροφή σε μια αδιάφορη πατρώα γη. Το πλιάτσικο ήτανε πάντοτε χοντρό και κάποιοι γύρναγαν ‘δω κι εκεί στολισμένοι με ό,τι είχανε σηκώσει απ’ τα βρώμικα χωριά και τις μισητές πόλεις που ρήμαζε η ορδή μας. Άλλοι επιδείκνυαν αξιοσημείωτη εγκράτεια. Ήταν μάλιστα οι πιο ανηλεείς. «Είσαι αυτοί που έχεις σκοτώσει», πίστευαν. Έτσι, σιγά-σιγά έφτιαχναν το πρόσωπό τους. Όσον αφορά τον οίκτο… αχά, τί λύπηση να δείξεις πάνω σ’ αυτή τη γη, μια σφαίρα που γυρνά σέρνοντας πίσω της ένα πένθιμο πλήθος που μισιέται κι ασωτεύει. Όλοι τους όμως είχαν την πεποίθηση – αν μπορώ να το πω έτσι – ότι η μάχη μπορεί να είναι γιορτή. Και λαχταρούσαν να απολαύσουν τις χαρές της.
    Υπήρχε κάποιος – που δεν έζησε πολύ – που πήγαινε τρέχοντας στη μάχη σαν άτι με τη χαίτη ορθωμένη που ψάχνει για φοράδες. Αυτός κάηκε από τη δαιμονική του νιότη. Και κάποιος άλλος, όταν μας στρίμωξαν γερά μες τη χαράδρα της Γκ. - και το ΄χαμε αποφασίσει, πως όλοι θα χαθούμε – που όρθιος μέσα στον όλεθρο και στον καταιγισμό έμοιαζε να προσεύχεται σε έναν άγνωστο θεό. Αλλά αυτός έζησε λίγο παραπάνω.
    Αν υπήρχε κάτι που όλοι εκτιμούσαν βαθειά  ήταν το θάρρος. Το αληθινό θάρρος! Αυτό που πηγάζει από την περιφρόνηση προς τον θάνατο. Αν πάλι κάτι μισούσαν ως το τελευταίο κύτταρο, ήταν να δειλιάσουν. Μισούσαν αυτό τον καταραμένο φόβο που διαλύει τα σωθικά – και τον είδα μια φορά, σαν απλώθηκε στους άνδρες, πώς έκανε τον στάσιμο αέρα να μυρίζει σα βρωμερό κουνάβι. Αντίθετα, είδα, ξανά και ξανά, ανθρώπους κάτωχρους να τρέμουν στο πλησίασμά του Επισκέπτη, αλλά η ζωή τούς έφευγε μέσα από σφιγμένα δόντια. Οπότε, φυσικά, αποκλειόταν κάθε έλεος για τον αντίπαλο. Σαν να υπήρχε κάτι ανάερο και διάχυτο παντού, κάτι σχεδόν πνευματικό, που έβλεπε· κι αν καταλάβαινε πως μαλάκωσες, τότε ήσουνα χαμένος. Αυτή, νομίζω, ήταν η διαφορά μας με τον εχθρό. Αυτός ξεκίναγε από κάτι απτό και υλικό· τη γη, τα παιδιά, τις γυναίκες. Εμείς είχαμε γίνει οι εαυτοί μας.
    Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν μόνο μια ή δυο φορές που νοιώσαμε θαυμασμό για έναν αντίπαλο που είχε σκοτώσει πολλούς απ’ τους δικούς μας αναγνωρίζοντας την προσωπική του δύναμη. Ίσως για αυτό επιδιώκαμε – αχρείαστα συχνά – τη συμπλοκή σώμα με σώμα που μετράει την ανδρική δεινότητα.
    Βρέθηκα μπρος σε απίστευτες χορογραφίες που η ποικιλία τους εκτεινόταν από τη γελοιότητα ως ένα φρικτό μεγαλείο. Κι ένοιωσα πολλές φορές ότι για τους άνδρες των αποσπασμάτων η μάχη ήταν έκσταση και όργιο.

    Ούτως ή άλλως, η παλιά πειθαρχία είχε σπάσει και είχε αντικατασταθεί από κάτι πιο αποτελεσματικό, την αρχαία προσήλωση στην αγέλη. Και θα ΄πρεπε να ακούσετε τα ονόματα και τα παρατσούκλια που δίναμε ο ένας στον άλλον ή δίναμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένας είχε κοτσάρει το «Ντον» μπροστά απ’ τ’ όνομά του, έναν άλλο τον φωνάζαμε «Γιατρό» κι έναν άλλον «Τσάρλυ» και κανά δύο είχαν υιοθετήσει γυναικεία ονόματα κι αυτοί ήταν από τους πιο απρόβλεπτους. Κι ακόμα… να ακούσετε πώς είχαμε φτάσει να μιλάμε! Πού να βγάλει κανείς συμπέρασμα, τι σήμαινε «Λοχίας Hotel ή ποιος ήτανε ο «Sunny»; Ή ακόμα τι σημαίνει το ρήμα «απλοποιώ»; Ένας άσχετος δεν θα καταλάβαινε γρυ απ’ αυτά τα κορακίστικα αλλά εμείς μια χαρά συνεννογιόμασταν. Βέβαια θα καταλάβαινε ότι πρόκειται για μια αργκό φονιάδων αλλά ποιο το πρόβλημα; Και οι φονιάδες ένα επάγγελμα κάνουν και μάλιστα απ’ τα πιο παλιά. Τουλάχιστον εμείς είχαμε αναλάβει ένα εγχείρημα ή μάλλον ασκούσαμε μια Τέχνη. Την Τέχνη της Ερήμωσης.
    Μα την πίστη μου, δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από την έρημο! Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε το παν στην ακίνητη σιωπή των πετρωμάτων...

    Να! εδώ είμαστε αφού μπήκαμε στη Μπαλάτα. Η πόλη καιγόταν επί μέρες. Ένα νέφος από καπνό τη σκέπαζε σα θόλος. Είχαμε πιάσει τους λόφους περιμετρικά της πόλης για να εμποδίσουμε τα συνεργεία διάσωσης ενώ κάποιοι δικοί μας ήταν ακόμα μέσα και αποτελείωναν όσους είχαν επιζήσει. Είχαμε στήσει τεράστια ηχεία και παίζαμε το «Bridge over troubled water». Εδώ είναι φωτογραφίες δικών μας με πτώματα αντιπάλων. Δεν ξέρω να το εξηγήσω, ποτέ δεν φωτογραφίζαμε τους δικούς μας νεκρούς.

    Πάντως, αν δεν με γελάει η διαίσθησή μου, σε κάποιες μύχιες στιγμές των συντρόφων μου είχα υποψιαστεί μια αδιόρατη νοσταλγία για την ήττα. Ένα βράδυ, σε ένα κενό μιας συζήτησης, κάποιος ξεστόμισε κουρασμένα: «τα τέρατα ούτε κατοικούν πουθενά, ούτε κοιμούνται ποτέ, ούτε ζουν πολύ. Μόνο κατατρέχουνε τους τόπους». Τα λόγια είχαν ειπωθεί χαμηλόφωνα αλλά είμαι σίγουρος πως ακούστηκαν απ’ όλους. Ούτε ο υπόγειος σαρκασμός τους πέρασε απαρατήρητος, μηδέ η λύπη. Μολαταύτα δεν έγινε κανένα σχόλιο. Σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ. Σα να ρίχτηκε ασβέστης σε ‘κείνα τα φοβερά λόγια. Το χειρότερο όμως ήταν ένα τραγούδι που επαναλαμβανόταν αργά και μεγαλόπρεπα όταν ερχότανε η ώρα της μέθης γύρω απ’ τις φωτιές. Μίλαγε για ένα άσχημο κουφάρι σε ένα χαντάκι ενόσω βρέχει
               Ποτέ δεν θα γυρίσω σπίτι
               Δεν θα ξαναδώ την πλατεία Β.
         ούτε τους όμορφούς Μποέμ…

    Προφανώς ήταν μια εκδήλωση του αθάνατου Μαύρου Χιούμορ. Και ένας Επιτάφιος για ένα στρατό τυχοδιωκτών· σαν εξορκισμός. Τότε, μερικοί σκάλιζαν χαραγματιές στο κοντάκι του όπλου τους για τον καθένα από τους «καλούς» που είχαν στείλει να γίνει τροφή κοράκων… Ένας τους θα 'παιρνε ήσυχα στην αγκαλιά ένα βαμμένο κράνος που ήταν ακουμπισμένο δίπλα του. Στο πλάι κάτι είναι ξυσμένο: 20 Απρίλη - ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑ! Αλλά αυτές οι στιγμές μελαγχολίας, τόσο χαρακτηριστικές σ’ όλους τους στρατούς της Ιστορίας, γρήγορα δίναν τη θέση τους σε σκέψεις πιο αισιόδοξες και ξαναβρίσκανε το θαρρετό εαυτό τους.
    Άλλωστε, εμείς είχαμε μια αποστολή που ήταν μοναδική: Ν’ ανάψουμε φωτιά που θα πυρπολήσει ολόκληρο τον πολιτισμό και τις μηδαμινές αξίες του.

    Γιατί αν υπάρχει κάτι πολύτιμο σ’ αυτόν τον κόσμο, πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι, αν υπάρχει κάτι πραγματικά αγνό, αυτό βέβαια είναι το αίμα. Κι αυτό το αίμα το σκορπούσαμε εμείς παντού σε μια μαινόμενη σπατάλη. Το ποδοπατούσαμε γλεντώντας… κι αν σκοτωνόταν ένας σύντροφός μας, πάλι τότε τον τιμούσαμε γλεντώντας γιατί πέθανε την υψηλότερη στιγμή. Κι αν υπάρχει ένας θεός, καλός και σπλαχνικός όπως λένε, που νοιάζεται για αυτό το αίμα και το εξοικονομεί, εμείς το σπαταλούσαμε με μιαν άγρια χαρά. Ζώντας για την εκμηδένιση σηκώσαμε τα όπλα ενάντιά του. Γίναμε έτσι οι Στασιαστές κι ενός Σκοτεινού Πρίγκηπα πραματευτάδες… Κάποιοι μας είχαν πει πως ο πόλεμος τελείωσε!  Αυτό μας έκανε να γελάμε. Εμείς είμαστε ο πόλεμος!

                                                                                                       Β.Η.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Σύμπνοια και διχαστικότητα



Ο ΒΙΑΣΤΗΣ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ! (με το δάχτυλο τεντωμένο προς το «αρσενικό πλήθος») Ποιος; Εγώ; Ποιοι; Εμείς; Οι «καθημερινοί άντρες»; Τι έχουμε εδώ; Μια ακόμα απόπειρα ενοχοποίησης του “αντίπαλου φύλου”; Και διεκδικείτε, λέει, το δικαίωμα να πηγαίνετε ακόμα και μισόγδυτες οπουδήποτε; (Δεν δείξατε τον ίδιο σεβασμό, που απαιτείτε για τον εαυτό σας, στις μικρές "οπισθοδρομικές κοινωνίες" των νησιωτικών χωριών, όταν τα βγάζατε όλα στις παραλίες μπρος σε έκπληκτα μάτια - μήπως δεν ήταν ένας βιασμός κι εκείνος;) «Ό,τι κι αν φορούσα, όπου κι αν βρισκόμουν» τραγουδάτε. Δηλαδή αν χωθείτε στην κάσμπα του Μαρακέςς φορώντας μισό σορτσάκι και σας «την πέσουν» ή ακούσετε τίποτα χοντρό, "σεξιστικό", τότε τι; Θα ζητήσετε να στείλουμε τα βομβαρδιστικά; Ή μήπως θα περάσετε μέσα από τη Γερανίου ντυμένες… έτσι, κάπως χαλαρά; Αναγνωρίζετε κάποιους κινδύνους στη ζωή; Ζηλεύετε την άπειρη ελευθερία κινήσεων που νομίζετε ότι έχει ο άνδρας; Και την άπειρη «ανεμελιά»; Τότε οι μανάδες σας δεν σας ενέπνευσαν την αγάπη και την υπερηφάνεια για το φύλο σας.
 Έπειτα ξυρίζετε τις μασχάλες σας. Ξυρίζεστε κι «απ’ κάτ’!» (όπως στα χαρέμια). Δεν αφήνετε τίποτα απείραχτο απάνω σας. Ξεσκεπάζετε τη σάρκα, σαν εμπόρευμα στους πάγκους της αγοράς. Ταυτόχρονα φθονείτε τους άνδρες στα κρυφά. Όποτε παίρνετε στα χέρια εξουσία γίνεστε σκληρότεροι απ’ αυτούς. Καμμιά φορά τρομακτικές. Τελικά παραμένετε δυστυχισμένες.

Ίσως ενδιαφέρει να ακούσουμε τι λένε κάποιοι νεαροί: «η μόνη στιγμή που γίνονται τρυφερές είναι πάνω στο γαμήσι»… «Αν καταφέρουν να συγκεντρωθούν» συμπληρώνουν άλλοι πιο άτυχοι. Τελικά, μάλλον φταίει η Μαμά! (ή μήπως κι ο Μπαμπάς που έλειπε συνέχεια για δουλειές;)

Λοιπόν μετά τον Ομπάμα, τον μικρό νέγρο στον Λευκό Οίκο, δεν θα υποστηρίξουμε το δικαίωμα κανενός Μαύρου να γίνει μεσαία τάξη. Μετά τη Θάτσερ δεν θα υποστηρίξουμε καμία γυναίκα να αποκτήσει αυτό που η ίδια ονομάζει ισότητα, αλλά εννοεί πρόσβαση στην εξουσία. Θα ρωτάμε μόνο, ισότητα σε τι; Από τη στιγμή που διάφορες «αδελφές», σε πόστα κυβερνητικά, έγιναν δήμιοι, δεν μας αφορά κανένα «κίνημα ομοφυλοφίλων» και κανένα «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Θα ρωτάμε λοιπόν σε τι συνίσταται η διαφορά. Μας φτάνει που στην τηλεόραση βασιλεύουν ντιντήδες και ξέκωλα!
Από τη στιγμή που τα παιδιά αυτών που βγήκαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατασκεύασαν τη Γάζα, κουμπωνόμαστε όταν ακούμε «Εβραίος»! Ούτε οι αγώνες των μεταναστών για ισοτιμία και ένταξη μάς λένε κάτι. Είδαμε τους Αλβανούς να πλένουν το αυτοκίνητό τους το Σαββατοκύριακο και να δέρνουν τους Πακιστανούς στη Μανωλάδα! Θα ρωτάμε λοιπόν: ισοτιμία με ποιους; Και ένταξη σε τι;

Οι μύθοι των αγώνων των μειονοτήτων έκλεισαν τον κύκλο τους κι απομείναν κούφιοι και με μπόλικη ηχώ. Ας αλιεύει η Αριστερά εκεί όπου το ζητούμενο είναι η ισοτιμία στο υπάρχον. (Άλλοι παλιοί κυνηγημένοι αυτοί, που τελικά μας έκατσαν στο κεφάλι!)  Όμως, οι γυναίκες δεν αποτελούν μειονότητα. Είναι το μισό του πληθυσμού της γης. Και αντί για απλοϊκότητα περιμένουμε από αυτές, (γιατί την χρειαζόμαστε) την πραγματικά θηλυκή πρόταση. Και θα ‘πρεπε ν’ αρχίσει μια συζήτηση που να ρίχνει λίγο φως στον βούρκο που λιμνάζει στο βάθος των περιβόητων «σχέσεων των δύο φύλων».
Τελικά, φαίνεται πως η περίφημη σεξουαλική επανάσταση μάς έκανε όλους αναφροδίσιους και αναρωτιέται κανείς, αν η παρακμή του έρωτα είναι αίτιο ή αποτέλεσμα της ανημπόριας που έγινε ενδημική. Αλλά χάθηκαν κι οι λιγοστοί που έψαχναν τον τρελλό έρωτα, L' amour fou των σουρρεαλιστών. Τώρα όλοι αρκούνται σε μια σχέση.
Ακόμα χειρότερα, πρόκειται για σχέσεις ανηλίκων. Δεν εκπλήσσει: ψυχικά ανήλικος δηλώνει ο σύγχρονος άνθρωπος απέναντι στον κόσμο. Μόνο που οι υποχρεώσεις προηγούνται των δικαιωμάτων.
Όσον αφορά εσάς και τις «κινηματικές» σας φιλοδοξίες, το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι τα πράγματα είναι σοβαρά και χρειαζόμαστε αληθινές γυναίκες. Γυναίκες που γίνονται αδελφές μας. Και ερωμένες υγιείς ώστε να μπορούν να γίνουν σύντροφοι. Κι όταν φτάσει η στιγμή που αυτές οι γυναίκες γίνονται μανάδες τότε να παραμένουν σύμμαχες.

                                                                                                                                 Β.Η


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Μη Τόποι


     Διεθνή Αεροδρόμια, Εμπορικά Κέντρα, Super-Market, Πολυκαταστήματα, Εύπορα Προάστια, Τουριστικοί Παράδεισοι, Μέγα-χώροι της Οργανωμένης Διασκέδασης.

    Όλα, μη τόποι· προκατασκευασμένες ατμόσφαιρες όπου οι συναντήσεις έχουν τεθεί υπό έλεγχον, οι σκέψεις είναι καθ’ υπαγόρευσιν, τα συναισθήματα υποβάλλονται, οι συμπεριφορές είναι προκαθορισμένες.
    Μη τόποι, όπου η ζωή και οι αλήθειες της δεν τίθενται και αν, κατά παράβασιν, κάτι τέτοιο συμβεί αποτελεί μια ανωμαλία και σκάνδαλο που πρέπει ευθύς να διορθωθεί. Τόποι όπου ο άνθρωπος είναι απών έχοντας υπαχθεί σε ένα μηχανικό σχέδιο.
    Θα μπορούσα να ακριβολογήσω ακόμα περισσότερο, αν έλεγα ότι εκεί ο άνθρωπος γίνεται μονοδιάστατος. 
    Αν οι παραπάνω τόποι είναι κραυγαλέα παραδείγματα ενός φαινομένου που συνεχώς εξαπλούται, ένα στριπτηζάδικο είναι επίσης ένας μη τόπος, όπως και ένα living room, όταν μια τηλεόραση είναι ανοικτή, αποκτά κάποια χαρακτηριστικά του.
   
    Μέσα σ’ ένα οποιοδήποτε απ’ αυτά τα μέρη μια συζήτηση για το Μέλλον του Κόσμου ή για τα μυστήρια της ζωής θα έμοιαζε παράταιρη.
   
    Μεγάλο εμπορικό κέντρο βόρεια του κέντρου της Αθήνας, μιας πόλης που βρίσκεται υπό μετάλλαξιν. Ολόγυρα, νοσοκομειακές «μονάδες» ξενοδοχειακού τύπου, κατάφωτα πάρκινγκ μες την ψιλή βροχή και πέρα, τα τόξα που στεφανώνουν το μνήμα της πάλαι ποτέ Ολυμπιακής Ιδέας.
    Παιδιά καθαρά, καλά θρεμμένα, πάνε κι έρχονται «ξοδεύοντας» χρόνο και χαρτζιλίκι· προστατευμένα από τους παιδόφιλους, τους εμπόρους ναρκωτικών, τη σκληρότητα των συνομηλίκων τους, την αποπλάνηση από ιδέες που γοητεύουν και το κακό συναπάντημα.
    Μαμάδες, διακριτικά, αλλά επιμελώς μακιγιαρισμένες μπαινοβγαίνουν σε καταστήματα, διαβαίνοντας φωτοκύτταρα, ενώ ηλεκτρονικά καμπανάκια ηχούν και ξοδεύουν μισθούς και μηνιαίες αποδοχές.
    Πατεράδες βηματίζουν αργά με τα χέρια απιθωμένα στη λαβή του καροτσιού. Αφήνουν το βλέμμα να πλανηθεί πάνω σε μια θάλασσα από βιτρίνες, φώτα και κυλιόμενες σκάλες.
    Φτωχοδιάβολοι μάταια προσπαθούν να ξοδέψουν χρόνο, χρόνο που κουράζει, χρόνο βασανιστικό, χρόνο ανεξάντλητο - αδύνατον να ξοδευτεί. Παντού το πλήθος στροβιλίζεται. Μέσα σε φώτα χιλιάδων βατ και μια μουσική που σκοπό έχει όχι να ακούγεται, αλλά να  «ενσταλάζει» και να «υποστηρίζει», κινείται μια ζωντάνια σχεδόν πένθιμη. Παντού υπάλληλοι που καλωσορίζουν, που εξυπηρετούν, που ευχαριστούν, που ξεπροβοδίζουν, που αποχαιρετούν, άγρυπνα εποπτευόμενοι από κάμερες και διαρκώς αξιολογούμενοι.
     Με κάθε καλωσόρισμα, με κάθε «παρακαλώ πως μπορώ να εξυπηρετήσω;» με κάθε «ευχαριστώ» και κάθε «να’ στε καλά», με κάθε αναγγελία της τιμής, με κάθε τρόπο, σου λένε πόσο λίγο σε εκτιμούν!  
     Συναντήσεις διευθυντών πωλήσεων, υπευθύνων ασφαλείας, διευθυντών προσωπικού, σεκιουριτάδων, δημοσιοσχεσιτών, διαφημιστών, συμβούλων επιχειρήσεων, ειδικών «τεχνικής υποστήριξης», ψυχολόγων, ειδικών της διασκέδασης, ειδικών «επικοινωνίας», όπου κανείς δεν αγγίζει κανέναν, παρά με μια φευγαλέα χειραψία που δεν αφήνει κανένα ψυχικό ίχνος στην παλάμη.
    Συσκέψεις και συναντήσεις κάτω από την αδιάκοπη πίεση ενός τυραννικού χρόνου που όμως συνεχίζονται μέσα από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και e-mail. Η «επιστήμη» του μάρκετινγκ σε πλήρη εφαρμογή.
    Κλιματιστικά, μοκέτες, γυαλιστερά δάπεδα, ψευδοροφές, καλυμμένα καλώδια, τουαλέτες που καθαρίζονται ανελλιπώς· ένας κόσμος που εξόρισε τη φτώχεια που δεν παύει να γρατζουνάει τα τζάμια.
    Χώροι διαρκώς φυλασσόμενοι, βιντεοσκοπούμενοι και σε συνεχή μετάπλαση. Και υπάλληλοι που τρέχουν, που σκύβουν, που σπρώχνουν, που τραβούν, που ανασύρουν, που χαμογελούν κι ο ιδρώτας τους είναι πάντα κρύος.
    Ένας κόσμος υψηλά στρατιωτικοποιημένος όπου πίσω από την ανεμελιά κρύβεται το κέρδος, ο έλεγχος και η πιο σκληρή δουλειά.
   Η γλώσσα δεν κρύβει το γεγονός: έρευνα αγοράς, διαφυγόντα κέρδη, πλάνο επιχειρήσεων, μονάδες, target group, στόχευση, δείκτης ασφαλείας, στρατηγική, τακτική, πεδίο δραστηριοτήτων κ.ο.κ.
    Όμως όλα κυλούν σε μια ατμόσφαιρα επίπλαστης ευγένειας, η οποία είναι ακριβώς, το «μοντέρνο στυλ», που για να εμπεδωθεί χρειάστηκε μια εκπαίδευση υπαλλήλων η οποία περιελάμβανε «smiling course» - αφού το να λες τα ψέματα με χάρη αποδείχτηκε το πλέον προσοδοφόρο.

    Και πρέπει να είσαι πλήρως ενσωματωμένος και περιχαρακωμένος για να μπορείς να παραβλέπεις όλα αυτά και να καμώνεσαι τον ικανοποιημένο.
    Όντως, αυτό που προκαλεί ερωτήματα είναι, πώς ο άνθρωπος του καιρού μας γίνεται αυτόβουλα επισκέπτης τέτοιων σκηνικών ομαδικής πειθαρχίας και θήραμα τέτοιων πρακτικών και συνεργάζεται στη διατήρηση μιας κάλπικης ευδαιμονίας. Και δεν είναι μόνο ότι η σύγχρονη κολακεία έκανε, με την βοήθεια των ψυχολόγων, αξιόλογα βήματα, αλλά πρέπει να είναι βαθιά η δίψα τού σύγχρονου πληβείου να του φερθούν σαν να ήταν άρχοντας. Γιατί ο ψυχικός πυρήνας των μη τόπων είναι η επίφαση και η πλαστότητα. Καθόλου παράξενο λοιπόν που κυριαρχεί ένας φόβος λεπτός και αδιόρατος σαν τον Υπερίτη.

    Και παντού, το απλανές βλέμμα και ένα χαμόγελο σχεδόν μορφασμός.

    Κανείς δεν μοιάζει να πηγαίνει πουθενά, όλοι μοιάζουν να φεύγουν. Σαν κάτι να έχει συντελεστεί: η κυριαρχία του νεκρού πάνω στο ζωντανό, το οποίο, κάθε φορά που προσπαθεί να ανασυσταθεί σαν ζωντανό, υπόκειται στη διάλυση. Ένας κόσμος διαίρεσης. Μια σύγχρονη εκδοχή του Άδη.
   
    Οι μη τόποι είναι τόποι στοιχειωμένοι. Μόνον και μόνον η Ύβρις της σύλληψης και κατασκευής τους γνέφει προς την καταστροφή να πλησιάσει.
     Η τρομοκρατία στοιχειώνει τα αεροδρόμια. Ο μασκοφορεμένος ληστής, ο ξένος, ο εισβολέας και το φάσμα του όχλου στοιχειώνουν τα προάστια και τα «σύγχρονα σπίτια». Η πυρκαγιά και ο παρανοϊκός  δολοφόνος – που στη φαντασία του δεν βλέπει και δεν σκοτώνει ανθρώπους, αλλά καταστρέφει ανθρώπινες κούκλες – στοιχειώνουν τους αχανείς χώρους της οργανωμένης διασκέδασης.

    Οι σύγχρονες αγορές, όπως και οι υπόλοιποι μη τόποι, διαρκώς αποκεντρώνονται - για την ακρίβεια εκρήγνυνται προς αέναα διαστελλόμενες περιφέρειες πόλεων - πόλεων που πρέπει διαρκώς να απονεκρώνονται - και συνδέονται μεταξύ τους με νέες αρτηρίες ταχείας κυκλοφορίας. Είναι η δόξα της πολεοδομίας.
    Χώροι τεχνολογικής αυταρέσκειας υποβάλλουν ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό και γίνονται ναοί όσο η τεχνολογία και το εμπόρευμα έγιναν θεοί.
    Μια εικόνα καθαρότητας, μια ονειροφαντασία του άσπιλου και του αμόλυντου που ενδόμυχα ποθεί την βεβήλωση.
    Μέσα στις ομοιόμορφες, ευδιάθετες μουσικές και τις υπνωτικές αναγγελίες μεγαφώνων κυοφορείται ο εμπρησμός και η λεηλασία.

    Ένας κόσμος που τρέμει και φοβάται την εξαγγελθείσα και διαρκώς αναβαλλόμενη καταστροφή και ταυτόχρονα ονειρεύεται και εύχεται κρυφά το χαμό και το τέλος του.

                                                                                                
                                                                                                        Β.Η

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Οχτώ Δεκέμβρη του Οχτώ


Σαν τυλίχτηκε στις φλόγες
το Δένδρο στην πλατεία Συντάγματος
κι άρχισε να φουντώνει για τα καλά
όλοι κατάλαβαν πως ένα γεγονός
είχε συντελεστεί
Ο θάνατος των Χριστουγέννων
ήτοι: της μεγάλης αθεϊστικής
γιορτής του καπιταλισμού
Δεν ήταν το τέλος μιας
αυταπάτης
ήταν ο θάνατος της
προσποίησης
Εξ ου και το
Πένθος

*