Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

San Francisco


    Το Σαν Φρανσίσκο είναι χτισμένο στο τέλος μιας ιστορικής πορείας προς τα δυτικά. Κι όλοι οι κολασμένοι, ακολουθώντας αυτή την πορεία, έφτασαν μέχρι εδώ- ώσπου τους σταμάτησε ένα αξεπέραστο εμπόδιο: ο Ωκεανός.
    Αυτό το γεγονός σημάδεψε την πόλη, που υποφέρει από μια γλυκιά θλίψη και, γι’ αυτό, είναι στεφανωμένη με γλάρους και με την αχλή του Ωκεανού και πάνω στις ξύλινες προβλήτες, που ρίχνει βαθιά μέσα στη θάλασσα, γράφει με μεγάλα δισταχτικά γράμματα… «ΩΣ ΕΔΩ… ως εδώ και μη παρέκει.»
    Αέρινη, θαλασσινή πολιτεία, χτισμένη στις όχθες μιας μεγάλης χώρας, και γέροι Κινέζοι καπνίζουν στη λιακάδα και παίζουνε χαρτιά στην πλατεία απέναντι από του San Wo. Και σ’ αυτή την πόλη μαζεύτηκε η «λίγδα» όλης της Αμερικής και γι’ αυτό τα μπλούζ εδώ αντηχούνε πιο γλυκά γιατί όλοι αυτοί οι περιπλανώμενοι ήρθαν από τόπους άσχημους και ξέρουν καλά τι θα πει να μη σε αγαπάνε.
    Κι ένα κρύο πρωινό συνάντησα ένα γέρο μαύρο, ψηλό και ξερακιανό, που, όπως ήτανε ξυπόλυτος, μού εξήγησε ότι τη νύχτα που κοιμότανε σ’ ένα κατώφλι του κλέψανε τα παπούτσια. Του ευχήθηκα να έχει καλή τύχη γιατί αυτό είναι σίγουρα που σού λείπει όταν, ενώ κοιμάσαι, σού κλέβουνε τις μπότες.

Απόσπασμα από τις “Αναμνήσεις ενός Περιπλανώμενου”
B.H

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος

    Ήμουνα πολύ νέος όταν ήρθε ο Άγγελος ο Εξολοθρευτής μες τη ζωή μου. Γέμισε με την παρουσία του όλο το σπίτι, άκουγα το πλατάγιασμα από τις φτερούγες του μέσα στα δωμάτια. Έτρεχα να κρυφτώ στις κάμαρες, το άσχημο γέλιο του αντηχούσε στ’ αφτιά μου κι ο αέρας από το φτεροκόπημά του σήκωνε τα χαρτιά απ’ το γραφείο, τάραζε τις κουρτίνες κι έκλειναν μόνες τους οι πόρτες.
    Τα κατάφερα, κλείστηκα κάτω από τις σκάλες σ’ ένα ντουλάπι ώσπου καταλάγιασε η μανία, κουράστηκε να με παραφυλά, άκουσα την εξώπορτα ν’ ανοίγει κι ύστερα έγινε ησυχία.
    Έζησα 30 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, πότε καλά πότε κακά, ωστόσο δεν ήμουνα ποτέ τελείως μόνος. Κάτι από την αέρινη παρουσία του έμεινε να με ξυπνά τις νύχτες και στο στόμα, όταν αρρώσταινα, μού ερχότανε μια χάλκινη γεύση. Και καμιά φορά μια απόκοσμη μυρουδιά από θειάφι.
    Ώσπου ξανάρθε. Και είχε την ίδια ηλικία όπως τότε, κι ας είχα εγώ μεγαλώσει αρκετά.
 Α, δεν μπορώ να πω ότι στα ανέμελα χρόνια είχα ξεχάσει τελείως τη μορφή του. Είχε εμφανιστεί μιά- δυό φορές στους πυρετούς μου. Και σε κάποια από εκείνα τα όνειρα που είναι τα πιο ενδιαφέροντα ή τα πιο τρομακτικά, όπου θυμάσαι τα πάντα ως την παραμικρή λεπτομέρεια.
    Μ’ έπιασε ο ίδιος παλιός πανικός όμως τώρα δεν έτρεξα να φύγω. Κι επαναλάμβανα διαρκώς μια προτροπή σα μάντρα, που 'χα ξεσηκώσει από μια βαλκανική διάλεκτο: Κουμίντε! Με μυαλό!
Βόηθησε όμως και η σοφή κουκουβάγια.
Βόηθησε και η πονηρή αλεπού.  
Αλλά βασίστηκα και στην καρδιά μου τούτη τη φορά. Και είχε δυναμώσει αρκετά αυτή η παλιοκαρδιά
    Πότιζα τα λουλούδια μου, σκάλιζα τον κήπο, τού γύριζα την πλάτη και μαγείρευα μπρόκολο. Ζωγράφιζα και ανακάτευα το χρώμα σε μια παλιά μεταλλική παλέτα, κρατούσα σημειώσεις κι αυτός με κοιτούσε συλλογισμένος. Ήτανε και κάποιες μορφές που σχεδίαζα που κάπως… τού φέρνανε στην όψη. Ύστερα έβαζα ακόμα ένα πιάτο και τρώγαμε μαζί. Κάποιες νύχτες ή κάποια γλυκά απόδειπνα, παίζαμε σκάκι και κέρδιζα πότε ‘γω και πότε ‘κείνος, συνήθως όμως εκείνος. Όταν έχανε ήταν αξιολύπητος, τού σέρνονταν οι φτερούγες χάμω. Έβγαινα τότε έξω, κοιτούσα το τοπίο. Ώρες- ώρες τρομακτικό τοπίο. Κοιτούσα το φως που παίρναν τα βουνά το σούρουπο- Ωραίο άρρωστο φως! Ζητούσα βοήθεια απ’ τους νεκρούς (απ’ τον πατέρα μου και τους προγόνους) κι από φίλους χρόνια πεθαμένους. Και από άλλους φίλους με τους οποίους… χρόνια τώρα τσακωμένοι.
    Άκουγα τη φωνή του Giordano Bruno -ολόκληρες συνομιλίες από νύχτα σε νύχτα- και μια φορά άκουσα νότες, πολλές νότες, από τον Peer Gynt. Κι άλλη μια φορά τη φωνή της Amy Winehouse. Καημένη Amy! Κι ήτανε σα να ‘μαστε μαζί και να μού λέει πως «λυπάται, λυπάται πάρα πολύ!»

    Είδα τον ερχομό της Άνοιξης κι ύστερα του Καλοκαιριού και κάποιο απόγευμα άφησα το πότισμα και μπήκα ξανά στο σπίτι. Είχε καταντήσει ένα αξιοθρήνητο, αδυνατισμένο μπογαλάκι όλο σάρκες, κόκκαλα και λερωμένα φτερά. Και το κίτρινο λιονταρίσιο μάτι του ήταν γεμάτο θλίψη.
    Στάθηκα μπροστά του και τού φώναξα: Φύγε, Τρομερή Παρουσία! Φύγε! Άνοιξε και τ’ άλλο μάτι, σηκώθηκε κουρασμένα, έσιαξε κάπως τα φορέματά του και τον ξέβγαλα. Διασχίσαμε τον κήπο, τού άνοιξα την αυλόπορτα, βγήκαμε μαζί στον δρόμο κι όπως άρχισε να φεύγει στράφηκε λιγάκι: «Θα ξανάρθω», μουρμούρισε. 

                                                                           Β.Η