Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Στα βράχια!




Σημ: Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε φέτος στις 22 Απριλίου στον Πύραυλο των Υπογείων κατόπιν ναυαγίου στη Ρόδο. Δυστυχώς, μου φαίνεται όλο και πιο επίκαιρο για αυτό το αναδημοσιεύω εδώ . 


Από τις 9 μέχρι τις 10 το πρωί γύρναγε το καράβι έξω από την παραλία του Ζέφυρου. Πολλοί το είδανε πηγαίνοντας στη δουλειά τους κι αυτοί που ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες της Εφορίας κι αυτοί που έμπαιναν στη Ρόδο. Το κατάστρωμα ήταν γεμάτο κόσμο που κοίταζε προς την ακτή. Τελικά στις 10 πήγε και έπεσε πάνω στον ύφαλο κι έγινε κομμάτια. Η θάλασσα γέμισε συντρίμμια και ανθρώπους που πνίγονταν. Κάποιοι που ψάρευαν εκεί κοντά και οι περίοικοι από τις εργατικές πολυκατοικίες έτρεχαν πάνω στην ξέρα κι έβγαζαν καμπόσους έξω ενώ έφτανε το περιπολικό του λιμενικού ένα φουσκωτό ταχύπλοο και δύο ρυμουλκά. Τους περισσότερους τους περισυνέλλεξαν τα σκάφη και οι ψαρόβαρκες που είχαν μαζευτεί, και τα κατάφερναν καλά αυτές γιατί ευκολότερα μπορούσαν να προσεγγίσουν το σημείο, αλλά μερικοί είχαν αρπαχτεί από τα βράχια και κει πάνω τους χτύπαγε το κύμα. Αυτούς τους έβγαλαν με τα χίλια ζόρια, και κάποιες στιγμές με δικό τους κίνδυνο, οι πυροσβέστες, οι λιμενικοί και οι κάτοικοι. Τους έπαιρναν έναν-έναν τα ασθενοφόρα που είχαν μαζευτεί πάνω στον δρόμο.

Τις επόμενες 3-4 ώρες η θάλασσα διέλυε τα απομεινάρια του ναυαγίου, η ακτή γέμισε παλιόξυλα και μελαμίνες. Εν τω μεταξύ φαινόταν καθαρά, όπως  το σκάφος είχε έρθει τούμπα, το κάτω μέρος του κύτους που βαμμένο σκουρόχρωμο πορτοκαλί ξεπρόβαλε στην επιφάνεια σαν ράχη φάλαινας. Η ξέρα ήταν γεμάτη άντρες που έκαναν πλιάτσικο. Ή μάλλον επιδίδονταν στο αρχαίο επάγγελμα των φτωχών των παράκτιων περιοχών, που πλιατσικολογούσαν ό,τι ξεβράζει η θάλασσα. Άλλος κουβάλαγε μια πόρτα, δυο-τρεις είχαν στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση για να αδειάσουν μια πλαστική δεξαμενή πετρελαίου και να την σύρουν πάνω από τον ύφαλο και άλλοι τους συνέτρεχαν με παραγγέλματα και συμβουλές.

Όλοι έβριζαν τους Αμερικάνους, τους Τούρκους δουλέμπορους, το Τούρκικο κράτος, τους Ευρωπαίους και τη συνθήκη Δουβλίνο 2. Για τους ναυαγούς είχαν μόνο λόγια συμπάθειας. Τους πνίξανε τους ανθρώπους!

Ακούγονταν φήμες ότι στο καράβι επέβαιναν 120 άνθρωποι κι ότι υπήρχαν 3 πνιγμένοι. Μια γυναίκα με το παιδί της κι ένας ακόμα. Τα περιπολικά του Λιμενικού έκοβαν βόλτες στ’ ανοιχτά ενώ σε μια στιγμή εμφανίστηκε ένα ελικόπτερο Super Puma. Πρέπει να έψαχναν για αγνοούμενους. Στην παραλία του Ζέφυρου είχε λίγους τουρίστες που έβαζαν αντιηλιακά. Δεν φαίνονταν να έχουν πάρει είδηση τι είχε συμβεί. Θα το καταλάβαιναν μια και καλή αν βρίσκονταν να κολυμπάνε δίπλα σε κανένα πνιγμένο. Κάποιος είπε: Η ζωή κι ο θάνατος μαζί!  Ήταν κι αυτή μια άποψη απ’ όσες ακούστηκαν εκείνη την ημέρα.

Αργά το απόγευμα σηκώθηκα και πήγα στο Λιμεναρχείο. Τους περισσότερους τους είχαν συγκεντρώσει εκεί. Λιγοστοί ήταν στην Αστυνομία και μερικοί στο νοσοκομείο. Οι πιο πολλοί από τους ναυαγούς ήταν από τη Συρία. Υπήρχαν μερικοί Ερυθραίοι και μερικοί  Ιρακινοί και Παλαιστίνιοι. Όλα  ήταν συγκεχυμένα και ήταν δύσκολο να καταλάβεις τι είχε συμβεί. Ακούστηκε ότι ανάμεσα στους πρόσφυγες βρίσκονταν και δύο διακινητές τους οποίους και είχαν συλλάβει. Ο καπετάνιος μάλλον είχε κατεβάσει τη βάρκα και είχε φύγει. Πού ακούστηκε καπετάνιος να εγκαταλείπει το καράβι του και τους επιβάτες στη μοίρα τους! Μαύροι καπεταναίοι!

Πριν λίγο είχαν εμφανιστεί και οι άνθρωποι των ΜΜΕ. Ήταν τρεις −δύο τεχνικοί και ο κουμανταδόρος τους, ένας κουστουμαρισμένος λιμοκοντόρος. Άδειασαν από ένα βαν ένα σωρό μηχανήματα −μικρόφωνα, κάμερες και προβολείς− και τα αράδιασαν στο δάπεδο. Έστηναν τα τριπόδια και ετοιμαζόντουσαν όλο φούρια ρίχνοντας γρήγορες και κοφτές ματιές δεξιά κι αριστερά. Μπαινόβγαιναν παντού και συμπεριφέρονταν σαν κυρίαρχοι της κατάστασης. Μου θύμιζαν ό,τι πλησιέστερο υπάρχει στις ύαινες, ανάμεσα στο ανθρώπινο είδος.

Δύο αστυνομικοί έφεραν έναν πρόσφυγα από την Αστυνομία. Τούτοι δω ήταν δύο αγριωπά γομάρια αλλά φορούσαν πλαστικά γαντάκια πράγμα που τους έκανε να μοιάζουν με ευυπόληπτες και ευάλωτες παρθένες. Μια δύο κοπέλες του Λιμενικού και των υγειονομικών υπηρεσιών φόραγαν μικρές άσπρες μάσκες αλλά πουθενά αυτό το κακό που γίνεται σε παρόμοιες καταστάσεις στην Ευρώπη, όπως προχθές στην Ιταλία, που είναι ντυμένοι με άσπρες στολές και φορούν όλοι μάσκες λες και έχουν να κάνουν με πυρηνικά απόβλητα.

Γενικά, τους φέρονταν καλά και με μεγάλη προθυμία και φροντίδα αν και το ένοιωθες ότι η στολή και ο επαγγελματισμός στέκονταν εμπόδιο σε μια στενότερη επαφή. Ο άνθρωπος που είχαν φέρει από την αστυνομία έψαχνε να βρει μες τα λιγοστά πράγματα που είχαν περισωθεί ένα τσαντάκι με ενέσεις ινσουλίνης και επειδή δεν το έβρισκε κάλεσαν ασθενοφόρο να τον πάρει στο νοσοκομείο.

Υπήρχε και μια ψηλή νεαρή κυρία από την Αρμοστεία του Ο.Η.Ε για τους πρόσφυγες που σημείωνε τις εθνικότητες των ναυαγών μαζί με τον έναν από τους δυο Σύριους διερμηνείς που ζούσε χρόνια στην Ελλάδα και μιλούσε καλά ελληνικά. Έκανε τη δουλειά της με την αυτοπεποίθηση που δίνει η ρουτίνα και απέπνεε κύρος. Όταν την πλησίασα και την ρώτησα με ευγένεια, γιατί έριξαν το καράβι στην ξέρα αντί να το “καθίσουν” στη διπλανή αμμουδερή παραλία, κι αν κάποιοι διεθνείς νόμοι ευνοούν αυτούς που θαλασσοπνίγονται σε σχέση με αυτούς που απλά εισέρχονται παράνομα σε μια χώρα, με ρώτησε κουμπωμένη αν είμαι δημοσιογράφος. Την καθησύχασα και φάνηκε έτοιμη να μου απαντήσει αλλά αμέσως ανέκτησε κάποιου είδους αυτοκυριαρχία και μου είπε: Δεν μπορώ να σας δώσω καμιά απάντηση. Θα μάθετε από τους ίδιους όταν απελευθερωθούν. 

Αυτοί που έδειχναν ένα πραγματικό αίσθημα ήταν οι Ροδίτες που έρχονταν συνεχώς φέρνοντας ρούχα και τρόφιμα. Οι πιο πολλές ήταν γυναίκες. Ανέβαιναν τις σκάλες, έλεγαν τον λόγο της επίσκεψής τους και ρώταγαν που να αφήσουν αυτά που έφεραν. Τα άφηναν μαζί με τα όλα άλλα, κοντοστέκονταν για λίγο κοιτώντας προς τους πρόσφυγες που ήταν συγκεντρωμένοι στο αίθριο, έλεγαν δυό λόγια συμπάθειας και αποχωρούσαν. Ήταν λίγο σαν να πήγαιναν στην εκκλησιά και να άναβαν κερί. Αλλά πάλι δεν είναι καθόλου σίγουρο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ένοιωθαν αλληλέγγυοι με τους θαλασσοδαρμένους θα είχαν την διάθεση να αναλάβουν καθ’ ολοκληρίαν τη φροντίδα τους και επί μακρόν.

Την ώρα που σουρούπωνε πήγα και έκατσα σ’ ένα ξύλινο πάγκο δίπλα στον διερμηνέα που είχα δει με την αντιπρόσωπο του Ο.Η.Ε. Ήταν μεσήλικας, αρκετά παχύς και άρθρωνε σιγανά και με δυσκολία, σαν να υπέφερε από άσθμα. Μίλησε αργά και με πόνο για την πατρίδα του. Είπε ότι 4 εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν έξω από τη χώρα. 5 εκατομμύρια ήταν εκτοπισμένοι εντός Συρίας και γύρω στις 400 χιλιάδες ήταν οι νεκροί. Άλλες 50 ή 100 χιλιάδες ήταν αγνοούμενοι οι οποίοι έπρεπε να θεωρούνται πρακτικά νεκροί. Όλα αυτά επί συνόλου 22 εκατομμυρίων. Είπε ότι οι λογικοί άνθρωποι δεν έχουν πια φωνή στη Συρία. Είχε μιλήσει με εκπροσώπους της Συριακής αντιπολίτευσης και του είχαν πει ότι δεν έχουνε τη χώρα αλλά προτίθενται να την κάψουν για να την πάρουν. Είχε μιλήσει και με κυβερνητικούς και αυτοί ήταν διατεθειμένοι να την κάψουν για να κρατήσουν ό,τι θα απέμενε. Είπε ότι ανάμεσα στους αντιπάλους του Άσαντ, αλλά και μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όσοι ήταν ψύχραιμοι και μετριοπαθείς, όλοι τους, ήταν νεκροί ή στη φυλακή. Κι ότι στο αντικυβερνητικό στρατόπεδο έχουν επικρατήσει οι άνθρωποι της Αλ Κάιντα και πρόσφατα του ISIS.

Παρατήρησα ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες ανήκαν στη μεσαία τάξη. Α ναι! είπε, ο καθένας τους χρειάζεται 5 με 10 χιλιάδες δολλάρια για να ταξιδέψει. Πουλάνε ένα χωράφι ή ένα σπίτι και φεύγουν για να σωθούν. Οι φτωχοί? ρώτησα. Α! αυτοί πάνε στα στρατόπεδα είπε. Στον Λίβανο, στην Τουρκία και στην Ιορδανία.

Ήταν σαν νεκρολογία για μια χαμένη χώρα. Οπότε υπέθεσα ότι στο λαχάνιασμα του, το άσθμα ήταν αυτό που μπορούσαν να διαγνώσουν οι γιατροί. Η πραγματική του πάθηση ήταν τα στοιχεία που μου είχε αναφέρει αργά και βασανιστικά.

Όσο μιλάγαμε, πίσω μας είχε αρχίσει να εκτυλίσσεται μια κωμωδία. Κάτι πολύ γκροτέσκο. Ούτε γύρισα να κοιτάξω γιατί ήξερα τι θα συμβεί. Οι άνθρωποι των ΜΜΕ είχαν αρπάξει έναν μηχανικό των ρυμουλκών ο οποίος είχε βουτήξει στη θάλασσα και είχε σώσει ένα μωρό που πνιγότανε άφωνο. Είχε διηγηθεί την ιστορία του, πιο πριν σε κάποιους, ξεχειλίζοντας απ’ αυτό που είχε ζήσει και τώρα που τον είχαν εντοπίσει τον κολάκευαν, τον «ζέσταιναν», τον αποθέωναν. Άναψαν τους προβολείς, τον έστησαν με φόντο τη θάλασσα, κι αφού με όλα αυτά τον είχαν μετατρέψει σε ένα κομμάτι κρέας τον κατασπάραξαν μπρος στους τηλεθεατές.

Κατόπιν εμφανίστηκε μια γυναίκα, τυλιγμένη σε κουβέρτα που την υποβάσταζαν δύο οδηγοί του ΕΚΑΒ με προορισμό το νοσοκομείο. Οι τεχνικοί κινήθηκαν προς τη μεριά της. «Αφήστε την αυτή!» είπε ο κουμανταδόρος «έχει τα χάλια της!» Από κάπου ακούστηκε ότι είναι έγκυος. Μεμιάς άναψαν οι προβολείς και πήγαιναν και οι τρεις με την όπισθεν ενώ έπεφταν βροχή οι ερωτήσεις, «Είναι έγκυος?» Ναι, είπε ο οδηγός. «Πόσων μηνών?»  «Δεν ξέρω». Η γυναίκα μπήκε στο ασθενοφόρο, οι πόρτες βρόντηξαν! «Λοιπόν τελειώσαμε!» είπε ο ένας. «Φεύγουμε!» είπε ο άλλος. «Πάμε για φαΐ!» είπε ο κουμανταδόρος.

Η κίνηση είχε κοπάσει. Μια γυναίκα καθόταν εκεί μέσα ακίνητη και σιωπηλή με μια μαντήλα ριγμένη πάνω στο κεφάλι. Έκατσα για λίγο μόνος στον πάγκο και σκέφτηκα όλους αυτούς τους ανθρώπους που κούρνιαζαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Η νύχτα ήταν ειρηνική, μια γλυκειά ανοιξιάτικη νύχτα. Μόλις σήμερα το πρωί είχαν γλυτώσει από τη θάλασσα.
        

                                                             Β.Η                           




Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Μάικ

    Το καλοκαίρι του 2013 δούλεψα σε ένα ξενοδοχείο στο Φαληράκι της Ρόδου. Εκπαιδεύτηκα  στη ζωγραφική και για αμέτρητα καλοκαίρια κερδίζω τα χρειώδη κάθε χρονιάς σαν πορτραιτίστας, δουλεύοντας στην Πιάτσα των Ζωγράφων της Ρόδου. Άρα μπορώ να πω ότι, κατά κάποιο τρόπο, κάθε σαιζόν χάνω άλλο ένα καλοκαίρι της ζωής μου. Όπως κάθε Έλληνας ή ξένος που δουλεύει στην τουριστική βιομηχανία.
     Τη χρονιά εκείνη λοιπόν μια απρόσμενη τροπή των πραγμάτων «στο δρόμο» μ’ έστειλε άρον-άρον σ’ ένα ξενοδοχείο. Με μια, όχι και τόσο κακή, συμφωνία, νοίκιασα πόστο μέσα στο lounge του ξενοδοχείου όπου έναντι μιας λογικής αμοιβής έκανα τα πορτραίτα των πελατών. Το ξενοδοχείο ήταν all inclusive, που σημαίνει ότι ο πελάτης αγοράζει ένα πακέτο διακοπών στο οποίο περιλαμβάνεται η πτήση, το δωμάτιο, το φαΐ, τα ποτά στο μπαρ, η οργανωμένη διασκέδαση και η πρόσβαση σ’ όλες τις εγκαταστάσεις και «ευκολίες» του ξενοδοχείου που έχουν προβλεφθεί για αυτόν και τα παιδιά του. Φυσικό είναι λοιπόν, με τόση πρόβλεψη, σπάνια να βγαίνει κανείς από εκεί μέσα και πρακτικά πρόκειται για ένα στρατόπεδο διακοπών.
    Φυσικό ήταν επίσης, οι πελάτες βαριεστημένοι από ένα άψογο υπερτεχνολογικό και αποστειρωμένο περιβάλλον να έλκονται από έναν χειρώνακτα που δουλεύοντας, μέσα στη μουτζούρα – κύριος… μιάς αρχαίας μαγείας, τους… έκανε την τιμή να ασχοληθεί με το πρόσωπό τους και την «εικόνα» του εαυτού τους. Φυσικό ήταν επίσης σαν «ανεξάρτητος συνεργάτης» ήτοι: κύριος του χρόνου μου αλλά και σαν «καλλιτέχνης», ήτοι: περιβεβλημένος  με το κύρος του μύθου της ζωγραφικής, να απολαμβάνω μέσα στο ξενοδοχείο, το προνομιακό καθεστώς ενός μικρού σταρ, αν και από τους εργαζόμενους δεν διέφευγε το γεγονός ότι και πάνω από μένα, επίσης, πέρναγε ο οδοστρωτήρας του μεροκάματου. Αυτό ήταν ένα σημείο ταύτισης κι έτσι έρχονταν να δουν τι κάνω, να με γνωρίσουν και να μιλήσουν μαζί μου, άρα το πόστο ήταν ιδανικό και για την άλλη δουλειά μου, την κύρια δραστηριότητά μου, η οποία είναι παρατηρητής και καταγραφέας. Είχα λοιπόν τα αυτιά μου ανοιχτά και τα λόγια μου λίγα.
   Άκουσα τις καθαρίστριες, τις σερβιτόρες, τις λατζέρισες,  τις καμαριέρες, μεγάλες ταλαιπωρημένες γυναίκες πολλές από αυτές, να βογκάνε μέσα στα νυχτερινά λεωφορεία της επιστροφής ότι έχουν «ανοίξει» τα πόδια τους από την ορθοστασία.  Άκουσα σε διαλόγους νεαρών σερβιτόρων ότι «δεν την παλεύουν» δουλεύοντας 12ωρα επί βδομάδες χωρίς ρεπό. Διαπίστωσα τον συνεχή έλεγχο, την απίστευτη ρουφιανιά που επικρατούσε, το ακοίμητο μάτι και το μακρύ χέρι της Διεύθυνσης. Τον φόβο της απόλυσης, την ανήμπορη οργή για τους απλήρωτους μισθούς, τον εργασιακό τρόμο και την εξουθενωτική δουλειά που κρύβεται επιμελώς πίσω από την επιβεβλημένη ευγένεια και την «ανεμελιά». Με δυό λόγια αυτό που για τους μεν, ήταν στρατόπεδο διακοπών για τους δε, ήταν στρατόπεδο εργασίας. Ποιος είπε ότι η ελληνική νοοτροπία δεν είναι συμβατή με την βαριά βιομηχανία?

  Ταυτόχρονα είχα όλο τον χρόνο να δω τις θερμοκρασίες, την αθλιότητα και την τρέλλα που επικρατούσε μέσα στην κόλαση της κουζίνας, να δοκιμάσω τα φτηνά λάδια, τα ψεύτικα φρούτα και τα πεθαμένα φαγητά τους. Σ’ ένα κόσμο κέρδους δεν θα μπορούσε να’ ναι αλλοιώς: οι τουριστικοί πράκτορες του εξωτερικού που έχουν στα χέρια τους τους πελάτες ρίχνουν διαρκώς την τιμή ανά κεφάλι, οι ξενοδόχοι απαντούν ρίχνοντας την ποιότητα και οι πελάτες ανταπαντούν σπαταλώντας αφειδώς ποτά και φαγητά. Χιλιάδες οι σχεδόν ανέγγιχτες μερίδες που πετάγονται στους κάδους, στις ζέχνουσες αυλές πίσω από τις κουζίνες των ξενοδοχείων, σε όλο το νησί, όπου κανένας τουρίστας δεν έχει πρόσβαση. Κι ένας πελάτης, περιμένοντας το λεωφορείο για το αεροδρόμιο χάιδευε την κοιλιά του ικανοποιημένος αναφωνώντας: Four kilos!- 4 κιλά λίπους και χοληστερίνης, ο άθλιος!
  Ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων. Να λοιπόν που κατέληξε η περιλάλητη ελληνική φιλοξενία!

    Οι Καλυθιές τώρα, είναι ένα από τα μεσόγεια χωριά της Ρόδου και το επίνειό τους είναι το Φαληράκι. Τούτο δω, ως τη δεκαετία του ’60 ήταν μια παραλία με μερικές καλύβες που οι Καλυθινοί έβαζαν τις βάρκες τους. Τα κτήματα στην παραλία, που τα’ πιανε η αρμύρα, τα έδιναν στους δεύτερους και τρίτους γιούς και γαμπρούς  ενώ τα μέσα, τα καλά, με τις ελιές και τους πορτοκαλεώνες, στους πρώτους. Μετά ήρθε ο τουρισμός. Κι έφερε τα πάνω, κάτω και τους έσχατους πρώτους. Οι καλύβες έγιναν ταβερνάκια, μετά χτιστήκανε δωμάτια και μετα- με τα δάνεια τα καλά- τα  μεγάλα, τα κραταιά ξενοδοχεία. Κατά μήκος του δρόμου που οδηγούσε στην παραλία χτίστηκαν κάτι προχειροκατασκευές που έγιναν μπαρ και τουριστικά μαγαζιά. Τον χειμώνα βροντοκοπούν οι λαμαρίνες και το μέρος το σαρώνει η άμμος αλλά το καλοκαίρι παράγει χρήμα. Είναι μια από τις δημιουργίες της σύγχρονης Ελλάδας. Σ’ αυτήν ανήκει η «σύλληψη» και το «στήσιμο» και ή εγγλέζικη τρέλλα και φαντασία το έκαναν διάσημο.
    Και εμφανίστηκε ο σύγχρονος «ντόπιος» της τουριστικής Ελλάδας, ο τυχάρπαστος! Με τα μπράτσα τα χτισμένα στα γυμναστήρια γεμάτα τατουάζ και απλωμένα ψηλά στο τιμόνι της Harley, να τον προαναγγέλλει ο βρυχηθμός της. Έδερνε και κανένα ατίθασο Εγγλέζο και διέσχιζε ένδοξα τη δεκαετία του ’80.
    Δεν ήταν όμως μόνο οι Καλυθινοί, ήταν όλη η Ρόδος, κι αυτοί που είχαν κατέβει «από πάνω», και οι γουναράδες, και οι χρυσοχόοι… κι είχανε πολλοί παρελθόν σαν Λευκοί της Αφρικής, με βίλες εξοχικές τώρα και με αλέες, στα μέρη τα δροσερά. Που είχαν πρόσβαση άλλοι στα «δάνεια της Χούντας» κι άλλοι στα «δάνεια του ΠΑΣΟΚ». Γεροί επιχειρηματίες, σαν να λέμε, οι «στυλοβάτες».
    Άλλαζαν όμως οι καιροί, σιγανά και ανεπαισθήτως, κάποια “κρίση” ακουγόταν μακριά, ένα-ένα τα ξενοδοχεία γίνονταν all inclusive κι έκλειναν τον κόσμο μέσα, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό κι άρχισε μια παρακμή ξεγυρισμένη για τους φτωχοδιάβολους που κάποτε νόμισαν τους εαυτούς τους πρίγκηπες…
    Αλλά και για τους άλλους που αντέχανε ακόμα, ζορίσανε τα πράγματα. Για μια στιγμή, στην πρώτη επαφή μου με τα ξενοδοχεία, θεώρησα ότι σύντομα επέκειτο πιά, οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες να περάσουν στα χέρια των τουριστικών πρακτορείων του εξωτερικού. Της Thomas Cook και της TUI. Σύντομα έμελλε να καταλάβω ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Αφού οι διεθνείς πράκτορες είχαν στα χέρια τους την πρώτη ύλη της τουριστικής βιομηχανίας, την τουριστική μάζα, και στην διάθεσή τους ένα πλήθος συνωθούμενων «τουριστικών προορισμών» μπορούσαν να ορίζουν και την τιμή. Οι Έλληνες ιδιοκτήτες μεταβάλλονταν σε πειθήνιους υπαλλήλους.
    Χάθηκε λοιπόν παντού το αετίσιο βλέμμα, έγινε συντρίμμια η αλαζονεία, χαμήλωσε η βροντώδης φωνή, άλλαξε ο τόνος της- γέμισε δισταγμό και συρτό παράπονο. Πολλά ήτανε τα αγκάθια: το σύστημα του all inclusive, το άσχημο παιχνίδι που τους παίξανε στο Χρηματιστήριο, η (αδιανόητη) πτώση της «ευρωπαϊκής αγοραστικής δύναμης»… Aσπρίζανε και τα μαλλιά…ύπουλα τους είχε φερθεί ο χρόνος.
    O Mάικ ήταν από τις Καλυθιές. Έκανε ό,τι έκανε κάθε παιδί της πληβειακής Ρόδου την εποχή που έφτασε το πρώτο μεγάλο κύμα του τουρισμού: δούλευε εδώ κι εκεί, αλήτευε, έκανε ακροβατικές βουτιές από το τραμπολίνο, την εξέδρα στο Έλλη beach, μοστράριζε μπράτσα και κοιλιακούς στην παραλία προς χάριν της μικρής Σκανδιναβής και ανέβαινε για προσκύνημα τα βράδια προς την Αquarius, την Babylon, την Embassy, ή τους κήπους της Sfinx όπου μέσα στον καταιγισμό μιάς χορευτικής ποπ, σηκωνότανε μια μυρουδιά από κοριτσίστικο ιδρώτα και σαπουνάκι Lux.
    Εκεί ήταν που γύρω στις 1.30 κάθε νύχτα, “τα παιδιά της ντισκοτέκ”, χορεύοντας, έσπρωχναν ανεπαίσθητα με τις πλάτες τον κόσμο και μόλις άνοιγαν ένα πέταλο, τα φώτα χαμήλωναν κι έπεφταν οι πρώτες νότες από το Sex Machine του James Brown κι άρχιζε κάτι αυστηρά «φυλετικό», πράγμα που σήμαινε ότι οι «απέξω» στριμώχνονταν πάνω στο πέταλο για να «δούν» χωρίς να διανοούνται καν να μπούν «μέσα» κι όπου «μέσα» λάμβανε χώραν μια τελετή: αγόρια χόρευαν κατά ζεύγη αντικριστά και πήδαγαν χιαστί ο ένας μες τα σκέλια του άλλου διαλαλώντας την αρσενική τους δύναμη και μετά, προτού ο καθένας αποσυρθεί για τον επόμενο, έκανε κάθε ακροβατική φιγούρα που είχε κερδίσει μέσα από ώρες εξάσκησης για να φανεί το τάλαντο και η φαντασία του. Και βάσταγε όλο το «συμβάν» για κανά δεκάλεπτο υπό τη χωσιά της πιο βαριάς αράπικης soul μέσα σε λευκή σάρκα! Τούτος ο άγριος πολεμικοσεξουαλικός χορός ήταν το «μπαμ»! Ο Ροδίτικος Πυρίχειος!  Όλα μετρημένα πάνω στην κόψη με σκοπό την πειθάρχηση σε κάποιους άγνωστους και σκοτεινούς θεούς του ρυθμού, τον θαυμασμό του πλήθους, την εκτίμηση των κολλητών και τις γκόμενες.
    The eighties was a great decade! Ναι, η δεκαετία του 80 υπήρξε μια μεγάλη δεκαετία. Ο λαός έζησε την ευμάρεια. Ο Καπιταλισμός έχοντας αφομοιώσει την αμφισβήτηση, όπως μόνο αυτός ξέρει, ανανεωμένος και λαμπερός, μοίραζε παντού τα δώρα του. Ταυτόχρονα το παλιρροιακό κύμα που ξεσήκωσε η δεκαετία του 60, αυτή η μητέρα όλων των δεκαετιών,  έφτανε, αν και συνεχώς φθίνον, ως το τέλος της. Ο μαζικός τουρισμός, που μόλις άρχιζε, είχε κάτι από την αθωότητα κάθε αρχής. Και κάτι, που ακόμα απέμενε από την ξενοιασιά και ελευθερία ενός χίππικου καλοκαιριού, συναντούσε ένα αίσθημα φιλοξενίας και μια απλότητα που συνέχιζε να έρχεται από τους νεολιθικούς χρόνους. Αμφότερες οι πλευρές ήθελαν ειλικρινά να γνωρίσουν αλλήλους. Οι Έλληνες αυτό τον «λαό» που κατέβαινε απ’ τον Βορρά και οι Βόρειοι μια χώρα στον ήλιο που έβγαινε από… την κλασική εποχή και γνώριζε ακόμα τον χρόνο. Με ένα γνήσιο πνεύμα τυχοδιωκτισμού, ολοζώντανο ακόμα εκείνες τις δεκαετίες, υπήρξαν άντρες που βάλθηκαν να γνωρίσουν «όλες τις χώρες κι όλους τους λαούς του κόσμου». Και, ως γνωστόν, για να γνωρίσεις καλά ένα λαό πρέπει να γνωρίσεις τις γυναίκες του. Αυτές θα σου μάθουν ό,τι δεν βρίσκεται γραμμένο πουθενά. Και οι βόρειες γυναίκες, σ’ ένα αδιάκοπο κυνήγι του ήλιου, κουρασμένες από τον άντρα –σύντροφο έψαχναν νοσταλγικά τον “άντρα” για να ξανανοιώσουν  “γυναίκες”. Και ήταν ντόμπρες, να κάτι ξεχασμένο, ντόμπρες και γενναιόδωρες! Και οι ντόπιοι που είχαν μεγαλώσει στα μποστάνια και έκαναν βουτιές και τσαλαβουτούσαν στις χωμάτινες στέρνες, τις «χαβούζες», μες τις καλαμιές και τους ανεμόμυλους, πλαισιώνονταν  από τους άλλους που άφηναν την καμπίσια σκόνη του Έβρου και τους άλλους απ’ τα Τρίκαλα, και τους ορεσείβιους, που βάδιζαν ξανά «Μέχρι το Πλοίο», και κατέβαιναν όλοι αυτοί εδώ κάτω, στην Ευρώπη! Και οι άλλοι, οι ροκάδες με τα μαύρα t-shirt, που, σαν μαγνήτης τους τράβαγε ο Νότος και άφηναν πίσω τους την Νύχτα και την έρημο μιάς ισοπεδωμένης Αθήνας. Και δεν ήταν μόνο η ευκαιρία για δουλειά αλλά, από πιο βαθιά, η παλιά πείνα.
    Για να συναντηθούν όλοι τους με τις κοπέλλες που είχαν μεγαλώσει στη αγκαλιά του Κράτους- μαμά και τη φροντίδα και την πλήξη του Κράτους -νυχτοφύλακα ”. Που έψαχναν τον «αλήτη» γιατί ο «αλήτης» έχει γερό κύτταρο και κάποιες απ’ αυτές, την παντελή αποστασία από τα ανθρώπινα φυτώρια.
    Και παίχτηκε ξανά και ξανά το «Κορίτσια στον ήλιο» με χιλιάδες Ανν Λόμπεργκ και κάποιες φορές το «Καλοκαίρι με την Μόνικα» και κάποιοι λίγοι τυχεροί, ευνοημένοι από τον έρωτα, αποπειράθηκαν μια περιπλάνηση και μια  δεύτερη Φυγή προς την Αθανασία σε κάθε γωνιά της γης.
                                                                                                                         (συνεχίζεται)

                                                                                                                     Β.Η


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Το φεγγάρι του Αυγούστου

Χθες βράδυ έμεινα ως αργά στην παραλία του Ενυδρείου στη Ρόδο περιμένοντας την ανατολή της μεγάλης Πανσελήνου. Ξαφνικά μέσα από την λεπτή υγρασία, λίγες μοίρες πάνω απ’ τον ορίζοντα, άρχισε να σχηματίζεται ο λευκός δίσκος σαν να ήταν πράγματι από λεπτό χαρτί. Ύστερα κοκκίνισε ελαφρά και παίρνοντας ύψος άρχισε να δίνει φως.
    Σήμερα βγήκα στην παραλία μετά τη δύση του ηλίου και μπήκα στη θάλασσα. Σε μια στιγμή μου φάνηκε ότι το φεγγάρι άργησε πολύ. Μόνος μέσα στο νερό, απολαμβάνοντας το μέγα δώρο της αναπνοής, ένοιωσα σαν νεαρός Πολυνήσιος. Ανεβαίνοντας απάνω ύστερα από βαθύ μακροβούτι ξαφνικά ήταν εκεί. Σαν μια ζεστή λάμπα που κοκκινίζει ένα δωμάτιο. Ένα δωμάτιο που είναι το σπίτι μας ο πλανήτης Γη. Το φαινόμενο συνεχίζεται αδιάλειπτα  από την αρχή του χρόνου.
    
    Xθες η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο που τον είχαν στείλει οι δημοσιογράφοι να θαυμάσει την πανσέληνο. Σήμερα ήταν άδεια παρόλο που το φεγγάρι ήταν εξ ίσου λαμπρό. Μόνο δυό ζευγάρια ήταν εκεί κοντά με ένα παιδί, Ο ένας άντρας μιλούσε διαρκώς σε γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Δεν σταμάτησε στιγμή. Οι υπόλοιποι κατά διαστήματα γελούσαν. Η ανατολή της σελήνης δεν φάνηκε να τους απασχόλησε καθόλου. Κι όμως η θερμή είσοδός της και κατόπιν η ψυχρή σιωπή της ήταν απαράμιλλες σε ευγλωττία. Τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που είχε να πει? Αφού γύρω μας τα πάντα ήταν ειπωμένα.

                                                                                              Β.Η