Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anselm Kiefer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anselm Kiefer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Arnold Layne

  

    Αν τύχει και κατηφορίσετε κατά δώ, ψάξτε να με βρείτε σε ‘κείνο το φριχτό δωμάτιο, πάνω απ’ το παλιό «Τοπάζ»… ναι, σε ‘κείνο το σπίτι με τα παραισθησιακά μωσαϊκά…
    Πόσες φορές δεν σκέφτηκα, τις ώρες της μεγάλης δόξας μου, ένα μωσαϊκό που χάνει τις ψηφίδες του! Και πόσες φορές δεν ρώτησα: «πόσες ψηφίδες μπορούν να χαθούν προτού πάψει να είναι πιά ένα μωσαϊκό;» Και πάντα απαντούσα, και κάπως με ησύχαζε η απάντηση εκείνη: «ένα αληθινά ρομαντικό μωσαϊκό είναι εκείνο που του λείπουν όσο το δυνατόν περισσότερες ψηφίδες». Και πόσες φορές δεν ξανασχεδίασα στην φαντασία μου τα δάπεδα. Αφαιρώντας συνεχώς ψηφίδες. Κι ας ήξερα τον κίνδυνο που παραμόνευε στη διαρκή αφαίρεση: να βρεθείς ένα βήμα απ’ το κενό, εκεί όπου επικρατεί η μέγιστη συμπύκνωση. Πόσες φορές δεν τριγύρισα μέσα στα άδεια του δωμάτια με την αδάμαστη πεποίθηση πως το κενό στηρίζεται πάνω σ’ έναν άπειρο υδροφόρο ορίζοντα. Σ’ αυτή την άκρη του Αρχιπελάγους κουβάλησα τους εφιάλτες του Ωκεανού.
    Είμαι καλύτερα όμως τώρα, ή σχεδόν καλά. Αλλά δεν μένω και πολύ στο σπίτι. Και στους λόφους, στους λόφους πιά δεν τριγυρνάω σαν αερικό. Και δεν διατρέχω τη μεγάλη άμμο μέσα στο λιοπύρι οικτείροντας τους παραθεριστές. Όμως θα με βρείτε κάποιες νύχτες στην Ορφανίδου να χαζεύω τις γκόμενες, τους μπράβους και τους κράχτες κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    Δεν υπάρχει πια ποίηση, δεν υπάρχει λογοτεχνία… στις μέρες μας δύσκολο να βρεθεί καλή ζωγραφική. Αν θέλει κανείς σήμερα να κάνει τέχνη πρέπει να πάρει τα όπλα: Να είναι η πράξη πρωτόγονη. Αρχέγονη… Ας είναι μόνο η πρόβλεψη στρατηγική. Όσοι θέλουν να είναι καλλιτέχνες πρέπει να γίνουν guerilleros! Αυτό!

Καμιά φορά μες τα πλήθη των μεθυσμένων της Ορφανίδου μού φαίνεται πως διακρίνω φευγαλέα τον Arnold Layne. Απεδείχθη πιο τρελλός απ’ όλους μας. Ά, ήταν πάντα υπερβολικά παράτολμος, ένας τολμηματίας ήταν ο φίλος μας ο AL.    


 Ο Arnold Layne υπήρξε φίλος μου. Λένε πολλά, αλλά τίποτα τίποτα! Ο Arnold είναι παλληκάρι! Πέρασε μόνος του το Tazenrouf, το φοβερό "τηγάνι", από την πλευρά της Μαυριτανίας. Τον βρήκανε οι Τουαρέγκ μισοπεθαμένο, με τα μάτια γεμάτα ήλιο, έξω απ’ την Temera, όχι μακριά απ’ το Γκάο. Ήταν μες τις οπτασίες ο φίλος μας ο ΑL. Στο παραλήρημά του είπε πράγματα που δεν έπρεπε να ακουστούν. Απαίσια τώρα η φήμη που τον συνοδεύει… αλλά ποτέ κανείς δεν υπαινίχθηκε ότι τού έλειψε το θάρρος… του φίλου μας του AL …αν υποτεθεί ότι είχε ποτέ φίλους. …Κάποιες φορές νομίζω πως τον βλέπω στην Ορφανίδου, μες τα πλήθη που γλεντοκοπούν κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    …Πάντα λίγο θλιμμένος. Πάντα σκεφτικός…

    …έτσι είναι, “σε τέτοιες εποχές μεγάλης σιγουριάς οι γόνιμες ψυχές θα αναχωρούν για «άλλα μέρη», είτε για τις εξωτικές χώρες, είτε για το μεθύσι ή για τον θάνατο”.

                                                                                                      
                                                                                       Β.Η

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Το αεράκι




Α! Ένα είναι βέβαιο, 
ότι κάθε προσπάθεια της ανθρωπότητας
να καλυτερέψει τα πράγματα,
τα έκανε χειρότερα.

Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος
να μην δοκιμάσουμε κι εμείς
                            την τύχη μας.
Στο κάτω-κάτω δεν έχουμε
                           μια ριξιά?
Δεν έχουμε κι εμείς μια μπίλια?

Να ληφθεί επίσης παρακαλώ υπ’ όψιν
ότι παρ’ όλες τις συζητήσεις που κατέληξαν
                             σε κάποιο συμπέρασμα,
παρ΄ όλα τα γεγονότα τα μεγάλα
τους θριάμβους και τις απώλειες
ποτέ δεν έπαψε η βροχή να έρχεται
              το γρασίδι να επανέρχεται
πουλιά να σηκώνονται ξαφνικά και ανεξήγητα
και το αεράκι, α! το αεράκι…

                                               
                                              
                                          Β.Η 

                      (Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Της Αποπλάνησης




Μην ακούτε τους ποιητές
που είναι υπερασπιστές ανυπόστατων πραγμάτων:
Κήρυξα πόλεμο στην ανθρωπότητα
ορκίστηκα αιώνια έχθρα
λέει ο Λασενέρ ο λόγιος ληστής.
Δεν θα χύσω ούτε μιά στάλα αίμα μόνο μελάνι.

Κι ο άλλος λέει: Θα φτιάξουμε εδώ ένα Στρατό
γιατί θα χύσουμε αίμα.
Πρώτα – πρώτα το δικό μας
Το αίμα νικάει το σπαθί.
Χα, χα! Αίμα, Σπαθί, Θεός, Χοάνη!
Θα ματώσουμε γερά!
Εννοεί σα τον Λασενέρ: εσείς αίμα, εγώ μόνο μελάνι!

Στέκει ο άλλος, ο παράλλος, μπροστά σε μιά κοπέλα στο μετρό
μιά λεπτήν κοπέλα, χωρίς να το ξέρει αυτή, απόψε
θα διαβεί το μαύρο κατάμαυρο ποτάμι
ούτε τα φωτισμένα βαγόνια θα βοηθήσουν
ούτε το των συνανθρώπων πλήθος
όρθια στέκει και σφίγγει στο στήθος
της την τσάντα με χέρια σταυρωμένα
γυμνός ξεπροβάλλει ο ψηλός λευκός λαιμός
στηρίζει δυό μάτια αέρινα
σα λουλουδιού στημόνι
και κοιτάει τούτο το λαιμό
όπως λιοντάρι το ελάφι στη σαβάννα
κι είναι πράγματι λαφίνα.

Στρέφει το κεφάλι αλλού 
ν’ αποφύγει το στυλωμένο βλέμμα
αλλά μάταια, είναι σα να του δίνει
τον τρυφερό λαιμό, υψώνει προς τα πίσω το μουσούδι
σα λάφι που οσμίζεται κίνδυνο και κοιτάει πέρα
ίσως είναι μόνο ο πρώτος αέρας της άνοιξης
που φτάνει σε τρεμάμενα ρουθούνια.
Κι αρχίζει η φωνή ν’ ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά,
τόσο όσο χρειάζεται για ν’ ακούγεται μόνο απ’ αυτήν
πάνω απ’ τον θόρυβο που κάνουνε οι ρόδες
πάνω στις σιδερένιες βέργες-ράγες και
οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν
και το πλήθος που μπαινοβγαίνει
και μετράει η φωνή,
πόσα φιλιά χωρούν στο μακρύ λαιμό της
από την κλείδα, λοξά, απάνω, ως τ’ αυτί
ένα, δύο, τρία,
εφτά μετράει η φωνή

κοιτάει αυτός έξω, τις σκοτεινές γαλαρίες
αλλά η φωνή δεν παύει
μιλάει για το πάνω χείλος της
που κυρτώνει προς τα κάτω, σα σαμπρέλα φουσκωτό
όλο κρυφήν αναίδεια, τού αξίζει να τιμωρηθεί
ίσως με απανωτές δαγκωματιές, ίσως με κάτι άλλο
πρέπει επειγόντως, τέτοιο καμπύλο σκάνδαλο
να γυρέψει εξιλέωση, να εκλιπαρήσει έλεος.
Κι αυτή, θεόβουλη, της είναι απίστευτο,
πού βρέθηκε αναπάντεχα τέτοια αδυναμία?

Τής περιγράφει τον εαυτό της, τής ξανασχεδιάζει το πρόσωπό της
ξαναγράφει το κορμί της ίσαμε κάτω τ’ ακροδάχτυλα
τα πόδια της γυμνά, ξεκάλτσωτα μέσα στις γόβες
-χειμώνα καιρό- τα ονομάζει φυλακισμένα καλοκαίρια
Τής βγάζει με τα λόγια το γοβάκι
παίρνει στα χέρια του το πέλμα
αυτή πνιχτά φωνάζει, μη
αλλά δεν τραβά το πόδι.
Και της φιλεί γονατιστός τα δάχτυλα
αυτή κοιτά με δέος
διότι ξέρει πως κρυφά μέσα της
  ήδη
λογαριάζει να του παραδοθεί
σε τούτον δω τον ασουλούπωτο, τούτον δω τον αγριεμένο γύφτο.

Κάνει ξανά το τραίνο στάση, με πάταγο ανοίγουνε οι πόρτες
κόσμος βγαίνει-κόσμος μπαίνει
και προτού κλείσουνε ξανά, ορμάει αυτή όξω
μες το απρόσωπο το πλήθος.
Αλλά το νοιώθει, δεν είναι μόνη, ακολουθιέται.
Από τη στιγμή που βγήκε η φωνή
ξοπίσω της-
δεν τη γλυτώσανε οι πόρτες-
το ξέρει: είναι χαμένη η φτωχή κοπέλα.

Γι αυτό σας λέω: μην ακούτε τους ποιητές
Μην ακούτε αυτή την φάρα!
Καλύτερα οι αριθμοί, καλύτερα η λογική
μόνο η Στέρεη Σκέψη σώζει.
Σταθείτε ως την ύστατη στιγμή στους κινδύνους!
Είναι επικίνδυνη η καρδιά σας λέω.
Μην ακούτε κανένα, γέμισε ο τόπος σκοτεινούς εκμαυλιστές!

Ή τουλάχιστον ακούστε μόνο εμένα.
Έζησα για την ποίηση και έζησα μ’ αυτήν.
Χωρίσαμε σαν φάνηκε ο ατμώδης θόλος
σα στέμμα πάνω απ’ το ποτάμι.
Τις όχθες του και τους βαρκάρηδες
δεν αντίκρισα ποτές, έστρεψα τη ράχη
στους ψίθυρους και τους προφητικούς βατράχους
έχασα τους καλαμώνες και τους παιδικούς φόβους.
Τράπηκα στου κάμπου τη σιωπή.

Δεν έχουμε ψωμί, είπατε, μόνο λίγο κρασί
και μερικές γλυκοπατάτες
και τρέμει η καρδιά μας
ούτε ξέρουμε, θα γυρίσουμε στα σπίτια μας
και τούτο το χειμώνα?

Ήτανε βαριόμοιρο το καλοκαίρι
χάσαμε πολλούς ανθρώπους
έπηξε ο λαιμός μας σκόνη.

Γι αυτό σας λέω: ακούστε μόνο εμένα
είμαι ο γιος σας της χαράς
είναι η ζωή μου γάμος.
Δεν ανήκω εγώ μάτια μου στους ποιητές
αλλά στην αλητεία, που τίποτα σ’ αυτή τη γη δεν εξιλεώνει.

Γι αυτό, φέρτε τις κούπες για κρασί
ανοίξτε τις πόρτες να μπουν οι μουσικοί
για λίγο είμαστε εδώ
κι απέ, στους πέντε ανέμους για πάντοτε χαμένοι.


                                                                       Β.Η