Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα James Brown. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα James Brown. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Δικός μου Προσωπικός Ρατσισμός



    Εγώ που περιπλανήθηκα για μια εποχή στα λιμάνια της Κεντρικής Αμερικής μπορούσα να ξεχωρίσω τους Έλληνες ναυτικούς από τόσο μακριά όσο έβλεπε το μάτι, από την κοψιά τους και τα σουσούμια τους. Από τον τρόπο που συναλλάσσονταν με τους ντόπιους και τον τρόπο που οι ντόπιοι τους αντιμετώπιζαν. Κανείς από τους ναυτικούς άλλων χωρών δεν ήξερε τα μυστήρια της ανθρώπινης συναλλαγής όσο αυτοί. Βυθισμένος μέσα στη ζέστη και την υγρασία των τροπικών, σε μέρη όπου αναμειγνύονταν μαύροι, πουτάνες, λιμανίσιοι και ναυτικοί, είχα την ευκαιρία να κάνω κάποιες μοναδικές παρατηρήσεις.

    Γνώριζαν που οδηγούσαν τα νυχτερινά λαγούμια. Τις απίθανες τρώγλες, το ντόπιο σύστημα εξουσίας και τους κώδικες συμπεριφοράς. Στο Puerto Barrios της Γουατεμάλας γλεντούσαν στο Cafesama, ένα γωνιακό μπαρ με ανοιχτές όλες τις πόρτες για να μπαίνει η νυχτερινή αύρα που αναδευόταν από ανεμιστήρες που κρέμονταν από ψηλές οροφές. Γυναίκες από όλες τις άκρες του Γαλαξία έφταναν ως αυτούς κι ενώ έγερναν μαζί τους ονειρεύονταν άλλες στη Βέρα Κρουζ και τη Μπραζίλια.
     Περιστοιχίζονταν διαρκώς από λούστρους, παιδάκια των Τροπικών που τους πλησίαζαν για το δίφραγκο και το παιχνίδι, που τους αγόραζαν ρούχα που τα ’παιρναν οι πατεράδες τους για να τα πουλήσουν κι έψαχναν να βρουν κασσέτες με ντόπια salsa για να γνωρίσουν τη μουσική ενός λαού για τον οποίο ένιωθαν συμπάθεια. Πλανόδιοι που μια φτηνή πραμάτεια ήταν η έξοδός τους στον κόσμο και  μοναδικός τους πόρος για να θρέψουν μια πολυπληθή φαμίλια, έβρισκαν σ’ αυτούς έναν συνεπή πελάτη. Μικροαπατεώνες, λαθρέμποροι συναλλάγματος και άγγελοι πεπτωκότες ήταν οι φιγούρες που συμπλήρωναν ένα αδιάκοπο θέατρο που αυτοί ήταν το κέντρο του.
    Πέρα σε μια έρημη γωνιά, Ολλανδοί ναύτες κάθονταν με τον καπετάνιο τους γύρω από ένα δάσος από άδεια μπουκάλια μπύρας μέσα σε μια βλοσυρότητα και φιλυποψία που απωθούσε κάθε ανθρώπινο πλησίασμα.
    Όταν ανέβαινες καλεσμένος στα καράβια έμενες έκπληκτος από την πειθαρχία, την καθαριότητα και την τάξη, που είχαν μια αύρα παλαιότητας που πήγαινε πολύ πίσω από το Υδραίικο Ναυτικό και έφτανε ίσως ως την ναυτική κυριαρχία της Ρόδου. Ένα σύστημα κανόνων που μετριαζόταν από μια αίσθηση φιλοξενίας κλασσική και ένα ενδιαφέρον αδιάπτωτο για το τι συμβαίνει στα ενδότερα της ηπείρου.
    Στο  Santo Tomas de Castillia, σκάλα του Barrios, είχαν τους δικούς τους ταξιτζήδες που μιλούσαν ελληνικά, μιας κι είχαν κάνει τα χρόνια τους στα ελληνικά καράβια. Και στο Puerto Cortes, το έρημο Cortes, της Ονδούρας πέρναγαν από το Café Vienna κάποιου Σπύρου από την Ικαρία που ήταν παντρεμένος με Ονδουρένια. Γνώριζαν πώς να ποικίλουν μια σκληρή ζωή στη θάλασσα με τις χαρές της ανθρώπινης επικοινωνίας και το ξεφάντωμα. Έτσι σιγουρεύτηκα για την ύπαρξη εθνικού χαρακτήρα.
    Και δεν μπορώ συνομιλώντας με έναν Εγγλέζο να ξεχάσω ότι είναι Εγγλέζος. Μου το υπενθυμίζει διαρκώς η αλαζονεία της προφοράς του και η κρυφή ροπή του προς την φαντασία -αυτό δηλαδή που έκανε τη Βρετανία μεγάλη… Ούτε μιλώντας με ένα Γερμανό μπορώ να αγνοήσω ότι είναι αθεράπευτα Γερμανός. Ούτε μιλώντας με ένα Μαύρο μπορώ να προσποιούμαι πως δεν βλέπω ότι είναι Αράπης. Μου το υπενθυμίζουν διαρκώς οι τρόποι του, οι κινήσεις του και το νεύρο του. Και χαίρομαι γι’ αυτό ενώ θα με απογοήτευε βαθιά το να βρεθώ μπροστά σε ένα Λευκό Νέγρο. Ένα κακομοίρη δηλαδή που μάταια προσπαθεί να ξεβάψει και να χωρέσει σε ένα κουστούμι. Και ενθουσιάζομαι νιώθοντας και δική μου την περηφάνια όταν ο James Brown διαλαλεί προς όλους ότι είναι αράπης. Το ίδιο και με ένα γύφτο, χαίρομαι την ξυπολησιά του και τον καημό του. Χαίρομαι που βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα ζωντανό εχθρό του πολιτισμού μου. Κι αν παρ’ ελπίδα βρεθώ μπροστά σ’ έναν ενταγμένο και καλοβαλμένο εκπρόσωπο αυτού του είδους χαίρομαι όταν λάμψει από ένα πονηρό χαμόγελο το μάτι και αστράψει η γυφτιά! Να μιά ράτσα σκέφτομαι που δεν αφέθηκε να καταστραφεί από το σχολείο!

    Κατά μίαν έννοια λοιπόν, και για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, είμαι ρατσιστής: διακρίνω δηλαδή τις ράτσες κι εξετάζω τη γη, το χώμα που τις φτιάχνει. Όχι όμως με τον τρόπο που είναι οι Ναζήδες που σχετικά μ’ αυτά έχασαν το μέτρο και έφτιαξαν μιά φυλετική ιεραρχία βάζοντας τη δικιά τους ράτσα στην κορφή και τους εαυτούς τους στην κορφή της ράτσας τους. Γιατί αυτό ήταν μιά άπελπις προσπάθεια να ανταπεξέλθουν σε μια ανικανότητα και ένα αίσθημα κατωτερότητας που ήταν σχεδόν αναπηρία: την ανικανότητα της ανθρώπινης επαφής. Δηλαδή τον βαθύ τρόμο μπρος στην ισοτιμία! Kαι εν τέλει, τον φόβο για τη ζωή και το μίσος για αυτό που είναι οι άνθρωποι. Χρειάζονταν λοιπόν, για αυτή τους την ανικανότητα, μιαν αναπλήρωση· μια πατερίτσα και ένα εργαλείο.
    Ούτε όμως με τον τρόπο που είναι ρατσιστές οι Κινέζοι, γιατί, μη φανεί παράξενο, είναι ρατσιστές και οι Κινέζοι. Και όχι μόνο από τραύμα και σαν άμυνα από τον Πόλεμο του Οπίου και την εξέγερση των Boxers αλλά από μιά υπερβολική αιδώ, σχεδόν αίσθημα μειονεξίας, και ταυτόχρονα μιά θέληση για δύναμη.
    Ούτε με τον τρόπο που υπήρξαν ρατσιστές κάποιοι Μαύροι ρατσιστές στη δεκαετία του ’60, που ήταν αντανάκλαση και ανόητη αντεπίθεση στον κυρίαρχο λευκό ρατσισμό που πολεμούσαν.

    Εγώ είμαι άνθρωπος του παζαριού· που σημαίνει ότι, πίσω από κάθε μονολιθικό μηχανισμό, και εις πείσμα του, ξεχωρίζω πρόσωπα και ζυγίζω καταστάσεις. Ονειρεύομαι το τουρμπάνι να βαδίζει μαζί με το σκουφάκι. Μπορώ να είμαι και με τη μαντήλα, που αποκαλύπτει μόνο ό,τι πρέπει τούτη τη στιγμή να ειπωθεί, αφήνοντας τα υπόλοιπα σημαντικά για τη στιγμή που πρέπει. Είμαι άνθρωπος της αρχαίας Πόλης και της Αγοράς και ονειρεύτηκα το τεράστιο σκλαβοπάζαρο της Δήλου όταν σε μια στιγμή γίνονται όλοι λεύτεροι. Είμαι γέννημα της Πόλης, δηλαδή εμβριθής παρατηρητής της ανθρώπινης δεινότητας και τραγικότητας. Ό,τι μας χωρίζει είναι αυτό που μας ενώνει. Όπως ο άνθρωπος νοσταλγεί το οικείο έτσι νοσταλγεί και το ξένο.
    Ονειρεύομαι ότι όλοι οι λαοί προσέρχονται με τα στίγματα του πολιτισμού και της ράτσας τους στο δέρμα τους και ανταλλάσσουν ό,τι ανθρώπινο έχουν να ανταλλάξουν. Και μισώ τον πολιτισμικό χυλό που θέλει η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση να επιβάλλει με τη συνέργια της φιλάνθρωπης Αριστεράς. Αυτή την απίστευτη κατάτμηση- απονεύρωση-ουδετεροποίηση-μείξη-συσκευασία-πώληση.
    Ας είναι ο άντρας, άντρας και η γυναίκα, γυναίκα. Κλίνω το γόνυ μπρος στην πουτάνα και τον φονιά. Την πουτάνα και τον έρημο φονιά. Αναγνωρίζω την επαιτεία σαν αρχαίο επάγγελμα και σέβομαι τον κλέφτη που γνωρίζει μέτρο. Ας αφεθεί η απάτη ήσυχη στο ζωτικό της χώρο και η ασχήμια στον δικό της. 
    Ζητώ ο μαύρος να ’ναι μαύρος και ο άσπρος, άσπρος. Και ο κακός ας αφεθεί επιτέλους στην κακία του. Και το κακό να μπορεί να υπάρξει.
   
    ....κι ας είν’ καλά οι σκιές του μεγάλου σκονισμένου δρόμου.

                                                                                                                      Β.Η

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Μάικ

    Το καλοκαίρι του 2013 δούλεψα σε ένα ξενοδοχείο στο Φαληράκι της Ρόδου. Εκπαιδεύτηκα  στη ζωγραφική και για αμέτρητα καλοκαίρια κερδίζω τα χρειώδη κάθε χρονιάς σαν πορτραιτίστας, δουλεύοντας στην Πιάτσα των Ζωγράφων της Ρόδου. Άρα μπορώ να πω ότι, κατά κάποιο τρόπο, κάθε σαιζόν χάνω άλλο ένα καλοκαίρι της ζωής μου. Όπως κάθε Έλληνας ή ξένος που δουλεύει στην τουριστική βιομηχανία.
     Τη χρονιά εκείνη λοιπόν μια απρόσμενη τροπή των πραγμάτων «στο δρόμο» μ’ έστειλε άρον-άρον σ’ ένα ξενοδοχείο. Με μια, όχι και τόσο κακή, συμφωνία, νοίκιασα πόστο μέσα στο lounge του ξενοδοχείου όπου έναντι μιας λογικής αμοιβής έκανα τα πορτραίτα των πελατών. Το ξενοδοχείο ήταν all inclusive, που σημαίνει ότι ο πελάτης αγοράζει ένα πακέτο διακοπών στο οποίο περιλαμβάνεται η πτήση, το δωμάτιο, το φαΐ, τα ποτά στο μπαρ, η οργανωμένη διασκέδαση και η πρόσβαση σ’ όλες τις εγκαταστάσεις και «ευκολίες» του ξενοδοχείου που έχουν προβλεφθεί για αυτόν και τα παιδιά του. Φυσικό είναι λοιπόν, με τόση πρόβλεψη, σπάνια να βγαίνει κανείς από εκεί μέσα και πρακτικά πρόκειται για ένα στρατόπεδο διακοπών.
    Φυσικό ήταν επίσης, οι πελάτες βαριεστημένοι από ένα άψογο υπερτεχνολογικό και αποστειρωμένο περιβάλλον να έλκονται από έναν χειρώνακτα που δουλεύοντας, μέσα στη μουτζούρα – κύριος… μιάς αρχαίας μαγείας, τους… έκανε την τιμή να ασχοληθεί με το πρόσωπό τους και την «εικόνα» του εαυτού τους. Φυσικό ήταν επίσης σαν «ανεξάρτητος συνεργάτης» ήτοι: κύριος του χρόνου μου αλλά και σαν «καλλιτέχνης», ήτοι: περιβεβλημένος  με το κύρος του μύθου της ζωγραφικής, να απολαμβάνω μέσα στο ξενοδοχείο, το προνομιακό καθεστώς ενός μικρού σταρ, αν και από τους εργαζόμενους δεν διέφευγε το γεγονός ότι και πάνω από μένα, επίσης, πέρναγε ο οδοστρωτήρας του μεροκάματου. Αυτό ήταν ένα σημείο ταύτισης κι έτσι έρχονταν να δουν τι κάνω, να με γνωρίσουν και να μιλήσουν μαζί μου, άρα το πόστο ήταν ιδανικό και για την άλλη δουλειά μου, την κύρια δραστηριότητά μου, η οποία είναι παρατηρητής και καταγραφέας. Είχα λοιπόν τα αυτιά μου ανοιχτά και τα λόγια μου λίγα.
   Άκουσα τις καθαρίστριες, τις σερβιτόρες, τις λατζέρισες,  τις καμαριέρες, μεγάλες ταλαιπωρημένες γυναίκες πολλές από αυτές, να βογκάνε μέσα στα νυχτερινά λεωφορεία της επιστροφής ότι έχουν «ανοίξει» τα πόδια τους από την ορθοστασία.  Άκουσα σε διαλόγους νεαρών σερβιτόρων ότι «δεν την παλεύουν» δουλεύοντας 12ωρα επί βδομάδες χωρίς ρεπό. Διαπίστωσα τον συνεχή έλεγχο, την απίστευτη ρουφιανιά που επικρατούσε, το ακοίμητο μάτι και το μακρύ χέρι της Διεύθυνσης. Τον φόβο της απόλυσης, την ανήμπορη οργή για τους απλήρωτους μισθούς, τον εργασιακό τρόμο και την εξουθενωτική δουλειά που κρύβεται επιμελώς πίσω από την επιβεβλημένη ευγένεια και την «ανεμελιά». Με δυό λόγια αυτό που για τους μεν, ήταν στρατόπεδο διακοπών για τους δε, ήταν στρατόπεδο εργασίας. Ποιος είπε ότι η ελληνική νοοτροπία δεν είναι συμβατή με την βαριά βιομηχανία?

  Ταυτόχρονα είχα όλο τον χρόνο να δω τις θερμοκρασίες, την αθλιότητα και την τρέλλα που επικρατούσε μέσα στην κόλαση της κουζίνας, να δοκιμάσω τα φτηνά λάδια, τα ψεύτικα φρούτα και τα πεθαμένα φαγητά τους. Σ’ ένα κόσμο κέρδους δεν θα μπορούσε να’ ναι αλλοιώς: οι τουριστικοί πράκτορες του εξωτερικού που έχουν στα χέρια τους τους πελάτες ρίχνουν διαρκώς την τιμή ανά κεφάλι, οι ξενοδόχοι απαντούν ρίχνοντας την ποιότητα και οι πελάτες ανταπαντούν σπαταλώντας αφειδώς ποτά και φαγητά. Χιλιάδες οι σχεδόν ανέγγιχτες μερίδες που πετάγονται στους κάδους, στις ζέχνουσες αυλές πίσω από τις κουζίνες των ξενοδοχείων, σε όλο το νησί, όπου κανένας τουρίστας δεν έχει πρόσβαση. Κι ένας πελάτης, περιμένοντας το λεωφορείο για το αεροδρόμιο χάιδευε την κοιλιά του ικανοποιημένος αναφωνώντας: Four kilos!- 4 κιλά λίπους και χοληστερίνης, ο άθλιος!
  Ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων. Να λοιπόν που κατέληξε η περιλάλητη ελληνική φιλοξενία!

    Οι Καλυθιές τώρα, είναι ένα από τα μεσόγεια χωριά της Ρόδου και το επίνειό τους είναι το Φαληράκι. Τούτο δω, ως τη δεκαετία του ’60 ήταν μια παραλία με μερικές καλύβες που οι Καλυθινοί έβαζαν τις βάρκες τους. Τα κτήματα στην παραλία, που τα’ πιανε η αρμύρα, τα έδιναν στους δεύτερους και τρίτους γιούς και γαμπρούς  ενώ τα μέσα, τα καλά, με τις ελιές και τους πορτοκαλεώνες, στους πρώτους. Μετά ήρθε ο τουρισμός. Κι έφερε τα πάνω, κάτω και τους έσχατους πρώτους. Οι καλύβες έγιναν ταβερνάκια, μετά χτιστήκανε δωμάτια και μετα- με τα δάνεια τα καλά- τα  μεγάλα, τα κραταιά ξενοδοχεία. Κατά μήκος του δρόμου που οδηγούσε στην παραλία χτίστηκαν κάτι προχειροκατασκευές που έγιναν μπαρ και τουριστικά μαγαζιά. Τον χειμώνα βροντοκοπούν οι λαμαρίνες και το μέρος το σαρώνει η άμμος αλλά το καλοκαίρι παράγει χρήμα. Είναι μια από τις δημιουργίες της σύγχρονης Ελλάδας. Σ’ αυτήν ανήκει η «σύλληψη» και το «στήσιμο» και ή εγγλέζικη τρέλλα και φαντασία το έκαναν διάσημο.
    Και εμφανίστηκε ο σύγχρονος «ντόπιος» της τουριστικής Ελλάδας, ο τυχάρπαστος! Με τα μπράτσα τα χτισμένα στα γυμναστήρια γεμάτα τατουάζ και απλωμένα ψηλά στο τιμόνι της Harley, να τον προαναγγέλλει ο βρυχηθμός της. Έδερνε και κανένα ατίθασο Εγγλέζο και διέσχιζε ένδοξα τη δεκαετία του ’80.
    Δεν ήταν όμως μόνο οι Καλυθινοί, ήταν όλη η Ρόδος, κι αυτοί που είχαν κατέβει «από πάνω», και οι γουναράδες, και οι χρυσοχόοι… κι είχανε πολλοί παρελθόν σαν Λευκοί της Αφρικής, με βίλες εξοχικές τώρα και με αλέες, στα μέρη τα δροσερά. Που είχαν πρόσβαση άλλοι στα «δάνεια της Χούντας» κι άλλοι στα «δάνεια του ΠΑΣΟΚ». Γεροί επιχειρηματίες, σαν να λέμε, οι «στυλοβάτες».
    Άλλαζαν όμως οι καιροί, σιγανά και ανεπαισθήτως, κάποια “κρίση” ακουγόταν μακριά, ένα-ένα τα ξενοδοχεία γίνονταν all inclusive κι έκλειναν τον κόσμο μέσα, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό κι άρχισε μια παρακμή ξεγυρισμένη για τους φτωχοδιάβολους που κάποτε νόμισαν τους εαυτούς τους πρίγκηπες…
    Αλλά και για τους άλλους που αντέχανε ακόμα, ζορίσανε τα πράγματα. Για μια στιγμή, στην πρώτη επαφή μου με τα ξενοδοχεία, θεώρησα ότι σύντομα επέκειτο πιά, οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες να περάσουν στα χέρια των τουριστικών πρακτορείων του εξωτερικού. Της Thomas Cook και της TUI. Σύντομα έμελλε να καταλάβω ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Αφού οι διεθνείς πράκτορες είχαν στα χέρια τους την πρώτη ύλη της τουριστικής βιομηχανίας, την τουριστική μάζα, και στην διάθεσή τους ένα πλήθος συνωθούμενων «τουριστικών προορισμών» μπορούσαν να ορίζουν και την τιμή. Οι Έλληνες ιδιοκτήτες μεταβάλλονταν σε πειθήνιους υπαλλήλους.
    Χάθηκε λοιπόν παντού το αετίσιο βλέμμα, έγινε συντρίμμια η αλαζονεία, χαμήλωσε η βροντώδης φωνή, άλλαξε ο τόνος της- γέμισε δισταγμό και συρτό παράπονο. Πολλά ήτανε τα αγκάθια: το σύστημα του all inclusive, το άσχημο παιχνίδι που τους παίξανε στο Χρηματιστήριο, η (αδιανόητη) πτώση της «ευρωπαϊκής αγοραστικής δύναμης»… Aσπρίζανε και τα μαλλιά…ύπουλα τους είχε φερθεί ο χρόνος.
    O Mάικ ήταν από τις Καλυθιές. Έκανε ό,τι έκανε κάθε παιδί της πληβειακής Ρόδου την εποχή που έφτασε το πρώτο μεγάλο κύμα του τουρισμού: δούλευε εδώ κι εκεί, αλήτευε, έκανε ακροβατικές βουτιές από το τραμπολίνο, την εξέδρα στο Έλλη beach, μοστράριζε μπράτσα και κοιλιακούς στην παραλία προς χάριν της μικρής Σκανδιναβής και ανέβαινε για προσκύνημα τα βράδια προς την Αquarius, την Babylon, την Embassy, ή τους κήπους της Sfinx όπου μέσα στον καταιγισμό μιάς χορευτικής ποπ, σηκωνότανε μια μυρουδιά από κοριτσίστικο ιδρώτα και σαπουνάκι Lux.
    Εκεί ήταν που γύρω στις 1.30 κάθε νύχτα, “τα παιδιά της ντισκοτέκ”, χορεύοντας, έσπρωχναν ανεπαίσθητα με τις πλάτες τον κόσμο και μόλις άνοιγαν ένα πέταλο, τα φώτα χαμήλωναν κι έπεφταν οι πρώτες νότες από το Sex Machine του James Brown κι άρχιζε κάτι αυστηρά «φυλετικό», πράγμα που σήμαινε ότι οι «απέξω» στριμώχνονταν πάνω στο πέταλο για να «δούν» χωρίς να διανοούνται καν να μπούν «μέσα» κι όπου «μέσα» λάμβανε χώραν μια τελετή: αγόρια χόρευαν κατά ζεύγη αντικριστά και πήδαγαν χιαστί ο ένας μες τα σκέλια του άλλου διαλαλώντας την αρσενική τους δύναμη και μετά, προτού ο καθένας αποσυρθεί για τον επόμενο, έκανε κάθε ακροβατική φιγούρα που είχε κερδίσει μέσα από ώρες εξάσκησης για να φανεί το τάλαντο και η φαντασία του. Και βάσταγε όλο το «συμβάν» για κανά δεκάλεπτο υπό τη χωσιά της πιο βαριάς αράπικης soul μέσα σε λευκή σάρκα! Τούτος ο άγριος πολεμικοσεξουαλικός χορός ήταν το «μπαμ»! Ο Ροδίτικος Πυρίχειος!  Όλα μετρημένα πάνω στην κόψη με σκοπό την πειθάρχηση σε κάποιους άγνωστους και σκοτεινούς θεούς του ρυθμού, τον θαυμασμό του πλήθους, την εκτίμηση των κολλητών και τις γκόμενες.
    The eighties was a great decade! Ναι, η δεκαετία του 80 υπήρξε μια μεγάλη δεκαετία. Ο λαός έζησε την ευμάρεια. Ο Καπιταλισμός έχοντας αφομοιώσει την αμφισβήτηση, όπως μόνο αυτός ξέρει, ανανεωμένος και λαμπερός, μοίραζε παντού τα δώρα του. Ταυτόχρονα το παλιρροιακό κύμα που ξεσήκωσε η δεκαετία του 60, αυτή η μητέρα όλων των δεκαετιών,  έφτανε, αν και συνεχώς φθίνον, ως το τέλος της. Ο μαζικός τουρισμός, που μόλις άρχιζε, είχε κάτι από την αθωότητα κάθε αρχής. Και κάτι, που ακόμα απέμενε από την ξενοιασιά και ελευθερία ενός χίππικου καλοκαιριού, συναντούσε ένα αίσθημα φιλοξενίας και μια απλότητα που συνέχιζε να έρχεται από τους νεολιθικούς χρόνους. Αμφότερες οι πλευρές ήθελαν ειλικρινά να γνωρίσουν αλλήλους. Οι Έλληνες αυτό τον «λαό» που κατέβαινε απ’ τον Βορρά και οι Βόρειοι μια χώρα στον ήλιο που έβγαινε από… την κλασική εποχή και γνώριζε ακόμα τον χρόνο. Με ένα γνήσιο πνεύμα τυχοδιωκτισμού, ολοζώντανο ακόμα εκείνες τις δεκαετίες, υπήρξαν άντρες που βάλθηκαν να γνωρίσουν «όλες τις χώρες κι όλους τους λαούς του κόσμου». Και, ως γνωστόν, για να γνωρίσεις καλά ένα λαό πρέπει να γνωρίσεις τις γυναίκες του. Αυτές θα σου μάθουν ό,τι δεν βρίσκεται γραμμένο πουθενά. Και οι βόρειες γυναίκες, σ’ ένα αδιάκοπο κυνήγι του ήλιου, κουρασμένες από τον άντρα –σύντροφο έψαχναν νοσταλγικά τον “άντρα” για να ξανανοιώσουν  “γυναίκες”. Και ήταν ντόμπρες, να κάτι ξεχασμένο, ντόμπρες και γενναιόδωρες! Και οι ντόπιοι που είχαν μεγαλώσει στα μποστάνια και έκαναν βουτιές και τσαλαβουτούσαν στις χωμάτινες στέρνες, τις «χαβούζες», μες τις καλαμιές και τους ανεμόμυλους, πλαισιώνονταν  από τους άλλους που άφηναν την καμπίσια σκόνη του Έβρου και τους άλλους απ’ τα Τρίκαλα, και τους ορεσείβιους, που βάδιζαν ξανά «Μέχρι το Πλοίο», και κατέβαιναν όλοι αυτοί εδώ κάτω, στην Ευρώπη! Και οι άλλοι, οι ροκάδες με τα μαύρα t-shirt, που, σαν μαγνήτης τους τράβαγε ο Νότος και άφηναν πίσω τους την Νύχτα και την έρημο μιάς ισοπεδωμένης Αθήνας. Και δεν ήταν μόνο η ευκαιρία για δουλειά αλλά, από πιο βαθιά, η παλιά πείνα.
    Για να συναντηθούν όλοι τους με τις κοπέλλες που είχαν μεγαλώσει στη αγκαλιά του Κράτους- μαμά και τη φροντίδα και την πλήξη του Κράτους -νυχτοφύλακα ”. Που έψαχναν τον «αλήτη» γιατί ο «αλήτης» έχει γερό κύτταρο και κάποιες απ’ αυτές, την παντελή αποστασία από τα ανθρώπινα φυτώρια.
    Και παίχτηκε ξανά και ξανά το «Κορίτσια στον ήλιο» με χιλιάδες Ανν Λόμπεργκ και κάποιες φορές το «Καλοκαίρι με την Μόνικα» και κάποιοι λίγοι τυχεροί, ευνοημένοι από τον έρωτα, αποπειράθηκαν μια περιπλάνηση και μια  δεύτερη Φυγή προς την Αθανασία σε κάθε γωνιά της γης.
                                                                                                                         (συνεχίζεται)

                                                                                                                     Β.Η