Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Η Μοτοσυκλέτα

Πριν τα χαράματα μια βαριά μοτοσυκλέτα περνά μέσα απ’ τους δρόμους. Τραβάει πάνω της τα κακά όνειρα, όλους τους φόβους και τις βασανιστικές σκέψεις. Ο άρρωστος, ο στενοχωρημένος, ο άυπνος, το παιδί που ξύπνησε μες στο σκοτάδι την ακούν απορημένοι. Τι γενναίος ήχος είναι αυτός που περιφρονεί τον ύπνο των πολλών; Είναι ο μοτοσυκλετιστής που καθαρίζει τον κόσμο μας. Φάτσες, μορφές, λόγια, καλικάντζαροι -ένα απίστευτο, φασαριόζικο σκουπιδαριό- σαρώνονται απ’ τις κρεβατοκάμαρες και φεύγουνε μαζί του. Κι έρχεται τότε ο ύπνος ελαφρύς σαν πούπουλο, σαν κουβερτούλα, και σκεπάζει τους τρομαγμένους. «Δεν είναι τίποτα όλα θα περάσουν».

    Ένας δυνατός άντρας μες στο χοντρό δερμάτινο και την κάσκα κοιτάει ίσια εμπρός. Δουλεύουν οι μεγάλοι κύλινδροι, ανεβοκατεβαίνουν τα πιστόνια, μια μεγάλη ήρεμη δύναμη έρχεται από μακριά, περνά κάτω απ’ τα παράθυρά μας και χάνεται στις πέρα γειτονιές. Ό,τι και να γίνει η ζωή περιπολεί και πάντα θα νικά.


Β.Η.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Η χαμένη πορεία

 

Φτάνοντας στη λεωφόρο

βρέθηκα μπρος σ’ ένα συγκεντρωμένο πλήθος

άκουσα τους ρήτορες να παίρνουνε τον λόγο

δεν κατάλαβα πολλά

μόνο ότι μιλούσαν για την πλουτοκρατία

την αδικία

και την ανθρώπινη ελευθερία.

Όλοι τους εκεί έμοιαζαν φτωχοί

ντυμένοι με παλιόρουχα

και ποδεμένοι χοντροπάπουτσα

απ’ τους καιρούς της λάσπης.

Ξαφνικά μια ταραχή

και άρχισε η πορεία. 

Από μιαν άκρη τούς εξέταζα

ήταν απίστευτα χλωμοί

στα πρόσωπά τους έπλεαν

δυο τεράστια μάτια και

το στόμα ήτανε κραυγή.

Μόνο τα παιδιά που έσερναν μαζί τους

ήτανε βουβά.

Τότε μπήκα και εγώ

στις φάλαγγες των δυστυχισμένων.

Μπροστά βαδίζαν οι σημαίες

μιας άγνωστης σε μένα χώρας.

Απ’ τα πεζοδρόμια και πίσω από τζάμια λεωφορείων

άνθρωποι μας κοίταγαν με άδεια μάτια.

Μερικοί απέστρεφαν το βλέμμα.

Φαίνεται πως είχαν ένα πιάτο φαΐ

ένα σπίτι και

λίγη ελπίδα ακόμα.

Για ποια υπόθεση βάδιζα;

Δεν ξέρω.

Πρέπει όμως να ‘ταν η καλή υπόθεση

παρ’ όλο που τέτοιο πλήθος κουρελήδων

σκορπούσε τρόμο.

Κατόπιν η πορεία τάχυνε ρυθμό

τάχυνα το βήμα μου κι εγώ.

Μετά ταχύναν και άλλο

με προσπέρασαν κι οι τελευταίοι

κανά δυο ήτανε κουτσοί

πάνω σε πατερίτσες φεύγαν

σχεδόν έτρεχα εγώ

αυτοί όμως ολοένα και ξεκόβαν

ώσπου κόπηκε το κουράγιο μου

βράδυνα το βήμα

κι απόμεινα να τους κοιτώ.

Τις σημαίες στο μάκρος δρόμων

ταχείας κυκλοφορίας

με φόντο έναν άδειο

ουρανό - το μόνο χρώμα!

Κι αυτούς που τρέχαν στην ουρά

και χάνονταν όπως τους ρούφαγε το προϊστορικό σκοτάδι. 

Έτσι απόμεινα μονάχος

κάτω από γέφυρες και εναερίους κόμβους

μες στη βουή αυτοκινήτων

ανάμεσα σε νιόφερτους

που τίποτα δεν είχανε ιδεί

και διέσχιζαν τους δρόμους.


Β.Η.