Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Περί Μεταναστών

                                  

Δεν έχω καμιά έγνοια για το πώς θα λύσει η Ευρώπη το μεταναστευτικό. Δεν έχω καμία συμπάθεια για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τους νεοφερμένους της. Το τι θα κάνει η Ευρώπη με τους μετανάστες είναι ένα ερώτημα που τίθεται απατηλά. Πόσους θα δεχτεί και πόσους θα φυλακίσει ή θα σκοτώσει στα σύνορά της είναι ένα ζήτημα λογιστικής. Σίγουρα θα δεχτεί όσους χρειάζεται για να κινεί την οικονομία της. Στους πλεονάζοντες θα φερθεί ανηλεώς. Θα διαπράξει φρικαλεότητες. Για αυτό δεν έχω καμιά αμφιβολία. Αν θα ενσωματώσει ή όχι αυτούς τους οποίους θα δεχτεί, ποσώς με ενδιαφέρει! Εύχομαι να μην τους ενσωματώσει. Εύχομαι να παραμείνουν ξένο σώμα. Εδώ δεν μπορεί να ενσωματώσει και να εντάξει πλέον τους δικούς της, τους ξένους θα αφομοιώσει; Ας παραμείνουν ανένταχτοι και ασυγκίνητοι, μαύρες τρύπες μες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, προορισμένες να απορροφούν κονδύλια, να επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς, να οδηγούν στην απόγνωση τους κοινωνικούς λειτουργούς και τους ψυχολόγους. Ας δημιουργήσουν τεράστια γκέττο που θα προβληματίζουν τους πολεοδόμους και τις αστυνομίες. Ας κάνουν άβατες ολόκληρες περιοχές μέσα στις ευρωπαϊκές πόλεις. Ας φέρουν τα ήθη τους, τα έθιμά τους και τους τρόπους τους στις ατέλειωτες πεζοπορίες τους και μέσα απ’ τα σύνορα. Ας φέρουν τους θεούς τους μέσα στις βάρκες. Ας δείξουν στους δικαστές τα όρια του Δικαίου τους. Ας οδηγήσουν σε αδιέξοδο κάθε κοινοβουλευτική επιτροπή και σε αποτυχία κάθε ελπιδοφόρο σχέδιο. Ας αποτελέσουν για κάθε κυβέρνηση ένα χρόνιο πρόβλημα που διαρκώς κακοφορμίζει. Ας δώσουν κόλαση! Κόλαση στους υποκριτές! Θα ‘ναι η Κόλαση που τώρα επιστρέφει.

    Αυτοί, οι Ευρωπαίοι, δεν ήταν που βάδισαν σε όλο τον κόσμο πίσω απ’ το κανόνι; Δεν ήταν εκεί με τα αρκεβούζια και το άλογο; Αυτοί δεν ήταν που διέλυσαν ολόκληρες χώρες και συνεχίζουν να το κάνουν και  μετέτρεψαν τους ελεύθερους σε δούλους; Είναι η Κόλαση που υπακούει στους νόμους της παλίρροιας. Υπάρχει άμπωτις όπως υπάρχει πλημμυρίδα. Δεν ήταν οι Ευρωπαίοι που εμφανίστηκαν σε μακρινές ακτές, σε ηπείρους και χωριά; Ε λοιπόν, είναι τώρα οι ακτές, οι ήπειροι και τα χωριά που ορμούν σαν κύμα μέσα στο Βασίλειο! Άφευκτο και δίκαιο όσο δεν παίρνει άλλο! Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα θα λάβεις!

    Εξανίσταται ο δημοκρατικός Ευρωπαίος πολίτης. Ποιοι είναι αυτοί οι ξένοι στις γειτονιές; Και γιατί νοιώθει τόσο άβολα; Ξαφνιάζεται με τον εαυτό του. Για αυτόν δεν υπήρχε ποτέ θέμα με το χρώμα της επιδερμίδας. Οι αντιλήψεις του ήταν πάντοτε πλατιές. Δεν υπήρξε ποτέ ρατσιστής. Είναι όμως πολλοί και ξαφνικά του φαίνονται φτωχοί. Ναι, με δύναμη τον χτυπά στα ρουθούνια η μυρουδιά της φτώχειας. Αυτή η χαρακτηριστική αποφορά από τα ρούχα που κοιμούνται και με τα ίδια περπατούν. Και σαν πεινασμένοι μοιάζουν... Κάνει τότε από ένστικτο στο πλάι να πιάσει τ’ όπλο του. Μα όχι! Δεν υπάρχει όπλο. Αλλά... αυτός υπήρξε πάντοτε μετριοπαθής. Όπως όλοι οι βολεμένοι. Ανέκαθεν νομοταγής! Ίσως και λίγο δειλός! Ειρηνόφιλος συνάμα! Και με φόβο στρέφεται προς την αστυνομία. Μα τι να κάνει και η αστυνομία; Περιμένει διαταγές! Και στρέφεται τότε προς το κράτος του. Και απαιτεί επειγόντως προστασία. Χωρίς να το καταλάβει έγινε φασίστας!

    Ναι, έχει πάει στις πατρίδες τους... στη μια μετά την άλλη. Σαν τουρίστας. Οι ντόπιοι, σαν ιθαγενείς, του είχανε φανεί συμπαθητικοί. Ακόμα και η φτώχεια τους ήτανε ρομαντική. Η αιφνίδια όμως παρουσία τους εδώ ξενίζει. Αποτελεί σκάνδαλο.

    Κι όμως… σ’ αυτούς χρωστάει την ευμάρειά του. Σ’ αυτούς χρωστάει την ευρυθμία τής κοινωνίας του. Το επίπεδο ζωής του. Το μεγαλείο των πόλεών του. Το ύψος και τη χάρη των κτιρίων. Ένα πλήθος καθαρμάτων εκστράτευσαν απ’ την πατρίδα του εδώ και πολύ καιρό και πέρασαν μακρινούς πληθυσμούς απ’ το μαχαίρι. Χωρίς αμφιβολία ρίσκαραν τη ζωή τους. Το θάρρος, και συχνά το θράσος, πρέπει να τους αναγνωριστεί. Ανελλιπώς φτάναν τα καράβια από τις αποικίες και ξεφόρτωναν στις αποβάθρες ανείδωτο πλούτο. Δημόσιοι άνδρες οργάνωσαν τη λεηλασία. Το οργανωτικό πνεύμα και η φροντίδα πρέπει να τους αναγνωριστεί. Αδριάντες, και των μεν και των δε, σε κάποια πομπώδη στάση, στολίζουν τις πλατείες των πόλεών του. Αλήθειες άβολες, για καιρό κρυμμένες... δύσκολο να τις παραδεχτεί, χρειάζεται κανείς να ‘χει ξεπεράσει τη δειλία. Στο άκουσμά τους χάνει τα λόγια του και νοιώθει να φουντώνει η οργή. Άδικο, άδικο πολύ, γιατί τούτοι οι ξαφνικοί ξένοι εμφανίστηκαν στο κατώφλι και απαιτούν παλιά χρέη!

    Κι ερχόμαστε τώρα σε τούτη την παλαιά πατρίδα. Που με κόπους κι ανείπωτες θυσίες αίματος, κατάφερε και σήκωσε παντιέρα, να γίνει ανεξάρτητη, καταφύγιο για τους κατατρεγμένους. Αγώνας που έμεινε λειψός. Και στάλθηκε ένας ξένος βασιλιάς που διατήρησε πάντα ζωντανή μέσα του τη μνήμη τής καταγωγής του. Που πατρίδα του θεωρούσε τις ξένες Αυλές. Που υπό την αιγίδα του κυβερνούσαν ντόπιοι εξωμότες. Που διαρκώς πριν από κάθε απόφαση αναρωτιούνταν και μετρούσαν: Τι θα πει το Παλάτι! Τι θα πει θα πει ένας μακρινός πρωθυπουργός και οι Λόρδοι υπουργοί του! Τι λέει για τούτο και για ‘κείνο η Πρεσβεία!

    Απ’ όλη ‘κείνη τη λαμπρή Ευρώπη των καθαρμάτων δυο χώρες, δυο λαοί μόνο, μπορούν να ισχυριστούν ότι είναι αθώοι του εγκλήματος, του αίματος και της λεηλασίας. Η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Δυό χώρες στα γεωγραφικά άκρα μιας τερατώδους ηπείρου. Μόνο αυτές οι δύο μπορούν να κάνουν ένα βήμα μπρος και με μια σκοτεινή περηφάνια να δηλώσουν ότι, αν και γεωγραφικά ανήκουν στην Ευρώπη, ιστορικά ανήκουν στους εκείθεν των συνόρων. Διότι αυτές, όχι μόνο ήταν απούσες από το ρεσάλτο που έγινε ενάντια στην ανθρωπότητα, αλλά αντίθετα αγωνίστηκαν μαζί της για να κερδίσουν λίγη αξιοπρέπεια. Και τους το αναγνωρίζουν οι Παγκόσμιοι φτωχοί με ένστικτο αλάθητο: “από’ κει αυτοί, δώθε σεις!”

    Κι είναι τόσο λυπηρό γιατί οι λαοί της γειτονιάς μας, οι λαοί της Ανατολής, είναι παλιοί μας γνώριμοι... κι εμείς, ντυμένοι Χριστιανοί, κι αυτοί, κουκουλωμένοι στο Ισλάμ, δυσκολευόμαστε να συνεννοηθούμε, γιατί παραμερίστηκαν οι παλιοί οι τρόποι και μιλάμε τώρα, κι εμείς κι αυτοί, σε ξένες γλώσσες, μονοθεϊστικές. Και συνεχίζουμε στα αλαμπουρνέζικα αντί να τους μιλήσουμε στα κόκκαλα. Μ’ αυτούς θα ‘πρεπε να μιλάμε με όρους Κοσμόπολης... Και να σηκώσουμε μαζί... ξανά τον Φάρο της Αλεξανδρείας.

     Κρίμα, κρίμα για την Ελλάδα που ξέχασε τον εαυτό της και κρύφτηκε μέσα στην Ευρώπη. Κι αρκέστηκε σε μια γωνιά, στο δωμάτιο υπηρεσίας. Κρίμα που ηττήθηκε και ακόμα πιο κρίμα που συνήθισε την ήττα! Θα ‘πρεπε όμως κάποιος να της πει ότι αν θέλεις να ανήκεις στην Ευρώπη θα ‘χεις και τα προβλήματα της Ευρώπης. Κι ότι αν δεν είσαι συγγενής εξ αίματος θα ξεροσταλιάζεις για τα αποφάγια και μαζί μ’ αυτά θα τρως και προσβολές.

    Κρίμα που δεν πάει πίσω στην αρχαία δραχμή, δεν βάζει μπρος ξανά την  παραγωγή. Που δεν φτιάχνει αγροτικά κοινόβια να στείλει τα νιάτα της, αγόρια και κορίτσια, να δουλέψουν στους αγρούς για ένα χρόνο μετά απ’ τη στρατιωτική θητεία. Να ζωντανέψουν τα πεθαμένα χωριά, να σηκώσουνε την ύπαιθρο. Και να παραδίδονται στον έρωτα έξω στα αλώνια, κάτω από απέραντους νυχτερινούς ουρανούς. Κρίμα που δεν ανοίγει τις παλιές και νέες βιοτεχνίες, που δεν στήνει εργαστήρια, φαντασιακά αστεροσκοπεία και τη βιομηχανική παραγωγή... Κρίμα πολύ, γιατί έχει τόσο καλούς τεχνίτες, τέτοια εφευρετικά μυαλά, τόσους διψασμένους… κρίμα γιατί είναι τόσο ικανός λαός!

   Όσο για αυτούς τους σημερινούς άτυχους που ρίχτηκαν στον δρόμο; Ποιος θα έρθει να ζήσει και να δουλέψει σε μια τέτοια Ελλάδα; Χώρα που ξανάγινε πραγματική... Δραχμές χάλκινες θα στέλνει πίσω; Να, πιο πάνω είναι τα βουλγάρικα σύνορα με την Τουρκία! Ας γίνουν αυτά, σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για όποιον θέλει να ζήσει τη χίμαιρα… Κι αν κάποιος ξεστρατίσει κατά ‘δώ, για τους δικούς του λόγους, στην παλιά φιλόξενη πατρίδα, εδώ είμαστε εμείς να τον συνδράμουμε, να τον εκπαιδεύσουμε και να μάθουμε απ΄ αυτόν και να ωφεληθούμε απ’ τα ταλέντα του και το φιλότιμό του. Κι αν κάποτε γυρίσει στους δικούς του, να ’χει να το λέει! “Στην Ελλάδα μού φερθήκαν με ανθρωπιά! Κι αν κατάλαβα καλά, ξαναχτίζουν εκεί τα Ηνωμένα Έθνη”! Κι αν πάλι θέλει να προχωρήσει προς τα πάνω, πάλι εδώ είμαστε εμείς! Να τον σώσουμε, να του επισκευάσουμε και να του ψηλώσουμε τη βάρκα, να τον φέρουμε στην Κέρκυρα και να του δείξουμε την πορεία προς το Μπάρι και το Μπρίντεζι και να τον χτυπήσουμε στον ώμο.

 

 Β.Η.