Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Προς τους Μελλοντικούς Συντρόφους


    Μαζεύονται μες την οικογένεια, στολίζουνε το δένδρο, κάνουνε τα ψώνια, μαγειρεύουν διπλά και τρίδιπλα και το ρίχνουν στο φαΐ μπρος στο ακοίμητο μάτι της τηλεόρασης. Ξαναπιάνουν τις ίδιες συζητήσεις, εύχονται και ξαναεύχονται, στο τέλος ανοίγουνε τα δώρα. Και ύστερα επιστρέφουν… Χωρίς να αντηχεί στ’ αυτιά τους καμία μουσική.
    Στερημένοι τον πολιτισμό τους, κατάντησαν οπαδοί των νεόκοπων «Κέντρων Πολιτισμού» και πελάτες των διασκεδαστών. Στερημένοι τη δική τους γλώσσα, τραυλίζουν σαν μιγάδες στις γλώσσες των διαφόρων επιτηρητών τους και στην αργκό των τεχνικών αδυνατώντας να επικοινωνήσουν. Μια Βαβέλ από μοναξιές! Και όταν η ανία τους περισφίγγει, καταφεύγουν στα κινητά τους και καταβροχθίζονται απ’ αυτά.
    Μνημόσυνα είναι τέτοιες γιορτές και δεν διανοούνται ούτε να ντραπούν που ξέχασαν πώς είναι να γιορτάζεις. Μνημόσυνα των Μεγάλων Γιορτών που έσβησαν είναι τούτες οι πένθιμες γιορτές. Ωχρή ανταύγεια ενός αρχαϊκού κόσμου και των συνεκτικών τελετών που επιβεβαιώναν την ενότητα.
  -«Τα Χριστούγεννα είναι οικογενειακή γιορτή», λένε σαν δικαιολογία. 
Λες και θα μπορούσε η οικογένεια να αντέξει μέσα σε μια κατακερματισμένη και ηττημένη κοινωνία! Τελευταία στιγμή γίνεται επίκληση στο «χαμένο νόημα» και επιστρατεύεται ο παπά-Φραγκούλης που πάει με τη βάρκα στο Χριστό στο Κάστρο αλλά αποκρύπτεται το γεγονός ότι το παιδί γεννήθηκε πεθαμένο και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μες τα αγοραστικά πλήθη και πίσω από τις πλάτες των θεατών το μεταφέρει στον ουρανό. Μάταιη και η αναφορά στις γιορτές του Ανίκητου Ηλίου. Μια κοινωνία που συλλυπείται τον εαυτό της! Κι έρχεται ο Γενάρης με τη μελαγχολία… Πικρά που είναι τα φρούτα της λειψής χαράς!
   
    Πού είναι λοιπόν η Γιορτή? Τα βαριά δρύινα τραπέζια με τα λινά τραπεζομάντηλα βρεγμένα από κρασί? Ο αδιάκοπος ερχομός και το καμπανάκι της εισόδου που δεν έχει σταματημό? Οι καλοδεχούμενοι ξένοι, οι φίλοι από μακριά και οι πεθαμένοι γλεντοκόποι? Και οι χοροί, τα ξεμοναχιάσματα και τα ενθουσιασμένα βλέμματα που σου ξεσηκώνουν την καρδιά!

    Κουράγιο σύντροφοί μου που ακόμα δεν έχουμε ανταμώσει! Οι δικές μας οι γιορτές θα ξεσπάσουν πάνω στα αποκαΐδια αυτού του έρημου κόσμου. Θα είναι γιορτές που κανείς δεν φεύγει λυπημένος. Θα είναι οι γιορτές αυτών που έχοντας κοινή ζωή διακινδύνευσαν τα πάντα.

                                                                       Β.Η

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Ω Εμπρηστές, Αγαπημένοι!


Κατεδάφισαν θαυμάσια κτίρια
φτιαγμένα με πέτρα και ξύλο
από καλούς και προσεκτικούς μαστόρους
προορισμένα να ζήσουν τριακόσια χρόνια.
Ούτε που λογάριασαν αυτούς που
ζούσαν εκεί.
Όργωσαν γειτονιές με σπιτάκια ασβεστωμένα.
Ούτε που λογάριασαν
τους βασιλικούς στους τενεκέδες
το νυχτερινό γιασεμί
και τους ψίθυρους στις αυλές.
Στη θέση τους ύψωσαν θεόρατα κατασκευάσματα
με κλιματιστικά και κρυφούς φωτισμούς
χτισμένα βιαστικά
με υλικά που βλάπτουν την υγεία
και πληγώνουν το μάτι.
Και κανείς πια εκεί δεν αποσπερίζει.
Σε 30 χρόνια όμως αυτές οι
αμείλικτες κατασκευές
θα μοιάζουν ξεδοντιασμένες
και θα χρειάζονται άμεση ανακατασκευή
γιατί τα φτηνά υλικά άσχημα γερνάνε.
Βέβαια το να γκρεμίζεις το καλό
και να χτίζεις το αλαζονικό ψέμα
έχει κι αυτό τον κόπο του
αλλά έτσι βγάζεις πιο πολύ χρήμα
και από μια τέτοια γρήγορη εξέλιξη
οι άνθρωποι σαστίζουν.
Έτσι είναι αναμφίβολα η πορεία του Κόσμου
                                            λένε,
            τα πάντα ν’ αλλάζουν πρέπει!
Αλλά πίσω από την ακατάπαυστη ροή
                                                της κυκλοφορίας
το διαρκές βουητό του κέρδους
και τον θόρυβο της οργανωμένης διασκέδασης
σκύβοντας
ένα προσεκτικό αυτί
μπορεί ν’ ακούσει τα δίχως καρδιά
                                             κτίρια
                        να ψιθυρίζουν:
                                    Θέλω να καώ.

Κι είναι πολύς ο κόσμος 
που σπρώχτηκε στην άκρη 
και τού στερήθηκε ο λόγος.

Ιδού λοιπόν οι εμπρηστές! 
Ιδού και το αντικείμενό τους!

                                                             
                                                               Β.Η


Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Πάνω από έναν Τάφο


   
    Φίλε Χρήστο!
            Παλιέ μας φίλε Σούφι!
    Γεννήθηκες στον Έβρο! Έφυγες για Καναδά. Έφυγες για τη Θεσσαλονίκη. Κι έπειτα άφησες για τα καλά το Μεγάλο Ποτάμι -σκόνη το καλοκαίρι, λάσπη και χιόνι τον χειμώνα- και πήρες τον δρόμο για τον Νότο. Ήταν χρόνια εύκολα. Ήταν καλά χρόνια. Ένας γερός άνδρας αποφάσιζε γρήγορα για τον εαυτό του.
    Εδώ σ΄ αυτό το εύφορο και καλότυχο νησί γνώρισες την ανεκτικότητα. Σ’ εκείνα τα χρόνια της αισιοδοξίας συνάντησες εδώ τους ταξιδιώτες! Νέους ανθρώπους, που γυρεύοντας τη ζωή διέτρεχαν τον κόσμο. Κι έτσι γνώρισες την Ελευθερία!
    Σού ‘χαν λείψει και τα δύο στον τόπο σου που ήταν τόπος δύσκολος.
    Ακολουθώντας άλλους δρόμους αλλά για παρόμοιους λόγους κατεβήκαμε κι εμείς εδώ κάτω.
    Και συναντηθήκαμε στα Πλατανάκια
    και γίναμε φίλοι
    και πέρναγαν τα χρόνια
    κι ερχόμασταν στο σπίτι σου στην Ιαλυσσό και καθόμασταν κάτω απ’ το Μεγάλο Δένδρο και συζητούσαμε ώρες ατελείωτες και ερευνούσαμε τα ανθρώπινα και τη δουλειά και κουβεντιάζαμε για τη ζωή.
    Ήμασταν νέοι όλο χυμούς κι ελπίδα.
    Αλλά σιγά-σιγά δυσκόλευαν οι καιροί κι ο κόσμος που πάντα τον ονειρευόσουνα καλύτερο γινόταν πιο σκληρός, πιο βλοσυρός και αργά αλλά σταθερά σ’ έκλεινε απ’ έξω. Όλο και πιο λίγο πια βλεπόμασταν.
    Και να! Στεκόμαστε πια πάνω απ’ αυτό τον τάφο!

    Φίλε, θυμάμαι από σένα τα χέρια σου. Δυνατά και ικανά. Χερούκλες Γίγαντα! Που σού σφίγγαν το δικό σου και σε ταρακούναγαν ολόκληρο, ενώ δυό μάτια  σε κοιτούσαν όλο ενθουσιασμό  και γέλιο.
    Που έπιαναν το χώμα και το έτριβαν ανάμεσα στα δάχτυλα, που έδιναν αξία στο ταπεινό το χώμα.
    Που δούλευαν την πέτρα κι έφτιαχναν ένα τζάκι, μία μάντρα, ένα περβάζι που έδειχναν σαν να ‘ ταν εκεί από πάντα.

    Ήσουν φίλε Σούφι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους ενός απέραντου αγροτικού κόσμου που θυμάμαι από τους Παππούδες μου.
    Θυμάμαι τις κουβέντες σου, το σπίτι σου, τη μπανανιά, τη μουριά που είχες πετάξει δυό συρματόσχοινα πάνω απ’ τα κλαδιά και κρεμόταν ο σουμιές με το στρώμα κι άλλοι κάθονταν εκεί απάνω κι άλλοι γύρω στις καρέκλες κι άλλοι στα καφάσια και στη μέση το τραπέζι. Και μπορούσες να πάρεις έναν υπνάκο στο φαρδύ το στρώμα κι όταν ξυπνούσες η συζήτηση είχε ανάψει για καλά.
    Κι έφερνες τη μεγάλη πήλινη γαβάθα με τη χωριάτικη σαλάτα γεμάτη φέτα, τίγκα στο λάδι κι έφερνες μαύρο ψωμί και τ’ απίθωνες στο κέντρο. Φάτε!!! Έλεγες.
    Φίλε Σούφι, μάς έμαθες τη γενναιοδωρία και μαζί ασκούμασταν στο στοχασμό και μαζί σου γνωρίσαμε το ανέμελο και δημιουργικό πέρασμα του Χρόνου.
     Σ’ ευχαριστούμε!
     Θα σε θυμόμαστε!     
                                             
                                       …………………………….
                               
                             Έτσι κηδέψαμε τον Σούφι
                       κι ύστερα έπιασαν δουλειά τα φτυάρια…
                              χόρτασε ο φίλος χώμα!                         

                                                                                                            
                                                                                                  Β.Η

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Ελεύθερη Πτώση προς την Ουτοπία


    Ευχαριστώ όσους με ευχήθηκαν, θα σας διηγηθώ κι εγώ τι ονειρεύτηκα τη νύχτα που γινόμουνα 65 χρονών. Ξύπνησα μέσα στο σκοτάδι από ένα όνειρο ανησυχίας. Ενώ κοιμόμουν σ’ άλλο σπίτι, βρέθηκα, την ίδια ώρα της νύχτας που διαδραματιζόταν τ’ όνειρο, πίσω στο σπίτι μου στο Τοπάζ, στο μπάνιο στο τέλος του διαδρόμου κι ερχόμουν προς το δωμάτιό μου να δω γιατί με φώναζε ο ιδιοκτήτης· ένας μηχανικός που διατηρεί γραφείο δίπλα στο κονάκι μου. Μου φάνηκε περίεργο τέτοια νυχτερινή ώρα να βρίσκεται εκεί. Τι συμβαίνει Βασίλη? Κάποιος είναι στο δωμάτιό σου! Και πράγματι, όπως ερχόμουν από το βάθος του διαδρόμου διέκρινα μες το ζεστό φως του δωματίου που φωτιζόταν από τη χαμηλή λαμπίτσα, μια κοπέλα που στριφογυρνούσε μες τα πράγματά μου. Ερχόμουν γρήγορα να την προλάβω κι αυτή με είδε και βγήκε απ’ το δωμάτιο και βάδισε προς τη μεριά μου. Διασταυρωθήκαμε κι εγώ σταμάτησα να τη ρωτήσω, τι γύρευε εκεί. Μια μελαχρινή νέα κοπέλα, ντυμένη στα μαύρα και λεπτή που δεν ήταν άσχημη, διόλου άσχημη! Αυτή όμως δεν σταμάτησε καθόλου να βαδίζει, πέρασε δίπλα μου σαν κοκόνα, αμίλητη, κοιτώντας ίσια μπροστά και χάθηκε στο σκοτάδι προς το παράθυρο που βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου. Ήτανε αυτή ακριβώς η σιωπή της και το βλέμμα της που δεν στράφηκε προς εμέ που μου προξένησαν έναν χαμηλό πανικό. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησα. Επεξεργάσθηκα λίγο το όνειρο, δεν έβγαλα άκρη, γύρισα στο πλευρό και ξανακοιμήθηκα.
    Λίγο πριν την αυγή είδα ένα δεύτερο όνειρο. Ήμουνα στο βάθος ενός καταγάλανου ουρανού και έπεφτα. Πίσω μου υπήρχε ένα σημείο, που ήτανε το κέντρο τ’ ουρανού, σημείο άπειρης πυκνότητας όπου συντελείτο μια σύντηξη και παρήγετο ένα ακατάσχετο μπλε που ανάβλυζε και διαχεόταν συνεχώς. Εγώ έπεφτα και έπεφτα. Σαν να ξέφευγα από ένα βαρυτικό κέντρο, κουκίδα και ελάχιστο σημείο, που ήταν παντοδύναμο. Τότε άκουσα μες το μυαλό μου, σαν διπλή φωνή, τρομαγμένες, δυο γλυκές γυναίκες που γνωρίζω: Βασίλη! Πρόσεξε Βασίλη! Πρόσεξε πέφτεις! Κι εγώ έπεφτα και έπεφτα! Κάτω άρχισαν να φαίνονται νησιά σε μια απέραντη, φωτεινή θάλασσα που είχε το μπλε του ουρανού. Και τις άκουγα να φωνάζουν… Μην ανησυχείτε τους αντιφώναξα εγώ: Πέφτω στην Ικαρία! Πέφτω στην Ικαρία με τις αλωνιστικές της μηχανές και τ΄ αγροτικά εργαλεία που σκουριάζουν στους αγρούς… με τα παλιά της λεωφορεία που σκουριάζουν στις στροφές των δρόμων και τους Κρυφούς Θεούς της! Πέφτω στην Ικαρία με τα γλέντια της!
                                                                                                       
                                                                                                           
                                                                                                        Β.Η

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Η Τέχνη του Σιδήρου

                                          η σιωπή πίσω απ' την βουή

    Είχαμε στήσει τα εργαστήριά μας στην άκρη της πόλης, ψηλά στους λόφους, πάνω από τη δημοσιά. Και παλεύαμε την κάθε μηχανή που μας έπεφτε στα χέρια σαν να ’ταν η πρώτη ή η τελευταία μηχανή που θα επισκευάζαμε ποτέ. Δεν ήταν σπουδαία η αμοιβή, πιο πολύ ήταν το μεράκι, αυτή η περιέργεια του παιχνιδιού… και την περνάγαμε ‘κεί στους λόφους με ψωμί, ελιά, κρεμμύδι, βλογούσαμε και το ψωμί πριν το φάμε όπως κάναν οι παλιοί, καμιά φορά τύχαινε κανά καλό κρασί και πάντοτε καλή παρέα.
    Βλέπαμε από κει, τι έμπαινε στην πόλη και τι έβγαινε. Τα φορτώματα των ζώων… αμέτρητες σειρές τα φορτωμένα ζώα! Μέρα - νύχτα μυρμήγκιαζε η δημοσιά κι εκεί πλέναμε με πετρέλαιο και συντηρούσαμε τις μηχανές που μας φέρνανε. Έφτιαχνε ο καθένας μας τα εργαλεία του ώστε να ταιριάζουν στο δικό του χέρι και στον δικό του τρόπο, ακριβώς όπως κάναν οι παλιοί μαστόροι που μας είχαν μπάσει στο επάγγελμα του σιδερά-μηχανικού, και συχνά τους θυμόμασταν και μνημονεύαμε τα λόγια τους. Δεν σταματούσαμε ποτέ «να μαθαίνουμε  τη δουλειά μέσα απ’ την ίδια τη δουλειά», όπως έλεγαν και ’κείνοι.
    Παρακολουθούσαμε, βουτηγμένοι στη μουτζούρα, την ατέλειωτη γιορτή της έπαρσης των επηρμένων, την αλαζονεία των δυνατών, την δουλοπρέπεια και τον μιμητισμό των αδυνάτων, τον καιροσκοπισμό του πλήθους. Και δεν μας διέφευγαν τα χαμόγελα και το γρήγορο κοφτό βλέμμα της απληστίας.
    Εξετάζαμε το καθετί με μάτι στοχαστικό και κριτικό αυτί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση ερχόταν.
    Το λέγαμε πολλά χρόνια τώρα, μπορεί και 15 μπορεί και παραπάνω, ότι δεν πάει άλλο τούτο το κακό, θα σκάσει όπου να ’ναι σαν κακό σπυρί, σαν κακοφορμισμένο ψέμμα… και συνέχιζε αυτό, ανεμπόδιστα μ’ αυθάδεια και σιγουριά πολλή και με μιά αυτοπεποίθηση που προξενούσε έκπληξη άνοιγε συνέχεια δρόμο. Και αναρωτιόμασταν φορές-φορές: Μα γιατί αργεί? Τόσο λάθος κάναμε? Δεν μπορεί τόσο να λαθέψαμε!

    Και ήρθε ο Νυμφίος το ’08, ολόφρεσκος και καθαρός, στα λευκά ενδεδυμένος και χτύπησε την πόρτα. Και βγήκαμε και μεις να τον υποδεχτούμε φορώντας τα καλά μας, ικανοποιημένοι πού ’χαμε τουλάχιστον διαβάσει καλά τα σημάδια, πού ’χαμε διαβάσει σωστά την Ιστορία. Εμείς οι μηχανικοί της… είχαμε σπουδάσει καλά το μηχανισμό της! Δεν είχαμε αφιερώσει μάταια το χρόνο μας στα νυχτερινά σχολειά πού ’χαμε  στήσει μέσα μας, ο καθένας για τον εαυτό του.

    Ήμασταν και λίγο ανήσυχοι -για να πούμε την αλήθεια πολύ ανήσυχοι- γιατί το βλέπαμε πως γύρναγε και χτύπαγε τις πόρτες και δεν ζητούσε μόνο χρήματα για τα χρωστούμενα αλλά και άλλα πράγματα ακατανόητα. Γύρευε να πληρωθεί σε χρόνο, το πιο σκληρό νόμισμα εξ’ όλων. Σε χρόνο γύρευε να πληρωθεί, σε χρόνο και σε αίμα!
    Και τον κοίταζαν με απορία και τους βλέπαμε να κουνάν ανήμποροι τα χέρια. Κι όπως το περιμέναμε - δυστυχώς το περιμέναμε κι αυτό να γίνει έτσι ακριβώς - γρήγορα ξέσπαγαν σε παρακάλια. Και μετά τους έπιανε μια μεγαλόστομη οργή… και μετά ξανά παράπονα και παρακάλια. Εμείς όμως καταλαβαίναμε τι ζητούσε και τι ήθελε να πει, σαν να μιλάγαμε μια ξένη γλώσσα. Και τους κάναμε νοήματα πίσω από την πλάτη του. Και τους δείχναμε με τα χέρια κι ανοιγοκλείνοντας το στόμα αλλά αυτοί δεν κοιτούσαν πουθενά, άδειο ήτανε το βλέμμα και δεν ησύχαζε στιγμή, και του ‘δείχναν πια τα παιδιά τους που τα βάζανε μπροστά, κάτι άσχημα παιδιά… αλήθεια έκανε εντύπωση μεγάλη πόσο μοιάζαν των γονιών τους!
    Αλλά αυτός δεν στεκόταν πολύ, τράβαγε από πόρτα σε πόρτα και  παντού συνέβαιναν τα ίδια. Πήγε πια και έστησε το κρεβάτι του πίσω από την αγορά και έκτοτε είναι εκεί και περιμένει.
    Αυτό μόνο που κάπως μας ησυχάζει είναι ότι τις νύχτες πάνε και τον βρίσκουν 16χρονα παιδιά κι άνθρωποι που δεν ακούστηκαν ποτέ και κάθονται όλοι γύρω μέσα στη σιωπηλή και μισοσκότεινη Αγορά.

                                                                                                                          
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
                                                                    
Εμείς που για χρόνια σκύβαμε με προσμονή
ν’ ακούσουμε την επερχόμενη βουή πίσω απ’ τη σιωπή
τώρα που η αγαπημένη χώρα γονάτισε
και μες την αναταραχή και τους τριγμούς
και τον φόβο των γεγονότων που έρχονται
είναι αναγκασμένη να ξαναγεννηθεί μέσα από το ίδιο της το περίσσευμα
συναισθανόμενοι το βάθος της υπόθεσης
και τη δυσκολία του έργου με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο λαός της
στήνουμε τ’ αυτί ν’ ακούσουμε τη σιωπή πίσω απ’ τη βουή.
                                                                                                                 
                                                                                                                       Β.Η.                                                                           

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Δικός μου Προσωπικός Ρατσισμός



    Εγώ που περιπλανήθηκα για μια εποχή στα λιμάνια της Κεντρικής Αμερικής μπορούσα να ξεχωρίσω τους Έλληνες ναυτικούς από τόσο μακριά όσο έβλεπε το μάτι, από την κοψιά τους και τα σουσούμια τους. Από τον τρόπο που συναλλάσσονταν με τους ντόπιους και τον τρόπο που οι ντόπιοι τους αντιμετώπιζαν. Κανείς από τους ναυτικούς άλλων χωρών δεν ήξερε τα μυστήρια της ανθρώπινης συναλλαγής όσο αυτοί. Βυθισμένος μέσα στη ζέστη και την υγρασία των τροπικών, σε μέρη όπου αναμειγνύονταν μαύροι, πουτάνες, λιμανίσιοι και ναυτικοί, είχα την ευκαιρία να κάνω κάποιες μοναδικές παρατηρήσεις.

    Γνώριζαν που οδηγούσαν τα νυχτερινά λαγούμια. Τις απίθανες τρώγλες, το ντόπιο σύστημα εξουσίας και τους κώδικες συμπεριφοράς. Στο Puerto Barrios της Γουατεμάλας γλεντούσαν στο Cafesama, ένα γωνιακό μπαρ με ανοιχτές όλες τις πόρτες για να μπαίνει η νυχτερινή αύρα που αναδευόταν από ανεμιστήρες που κρέμονταν από ψηλές οροφές. Γυναίκες από όλες τις άκρες του Γαλαξία έφταναν ως αυτούς κι ενώ έγερναν μαζί τους ονειρεύονταν άλλες στη Βέρα Κρουζ και τη Μπραζίλια.
     Περιστοιχίζονταν διαρκώς από λούστρους, παιδάκια των Τροπικών που τους πλησίαζαν για το δίφραγκο και το παιχνίδι, που τους αγόραζαν ρούχα που τα ’παιρναν οι πατεράδες τους για να τα πουλήσουν κι έψαχναν να βρουν κασσέτες με ντόπια salsa για να γνωρίσουν τη μουσική ενός λαού για τον οποίο ένιωθαν συμπάθεια. Πλανόδιοι που μια φτηνή πραμάτεια ήταν η έξοδός τους στον κόσμο και  μοναδικός τους πόρος για να θρέψουν μια πολυπληθή φαμίλια, έβρισκαν σ’ αυτούς έναν συνεπή πελάτη. Μικροαπατεώνες, λαθρέμποροι συναλλάγματος και άγγελοι πεπτωκότες ήταν οι φιγούρες που συμπλήρωναν ένα αδιάκοπο θέατρο που αυτοί ήταν το κέντρο του.
    Πέρα σε μια έρημη γωνιά, Ολλανδοί ναύτες κάθονταν με τον καπετάνιο τους γύρω από ένα δάσος από άδεια μπουκάλια μπύρας μέσα σε μια βλοσυρότητα και φιλυποψία που απωθούσε κάθε ανθρώπινο πλησίασμα.
    Όταν ανέβαινες καλεσμένος στα καράβια έμενες έκπληκτος από την πειθαρχία, την καθαριότητα και την τάξη, που είχαν μια αύρα παλαιότητας που πήγαινε πολύ πίσω από το Υδραίικο Ναυτικό και έφτανε ίσως ως την ναυτική κυριαρχία της Ρόδου. Ένα σύστημα κανόνων που μετριαζόταν από μια αίσθηση φιλοξενίας κλασσική και ένα ενδιαφέρον αδιάπτωτο για το τι συμβαίνει στα ενδότερα της ηπείρου.
    Στο  Santo Tomas de Castillia, σκάλα του Barrios, είχαν τους δικούς τους ταξιτζήδες που μιλούσαν ελληνικά, μιας κι είχαν κάνει τα χρόνια τους στα ελληνικά καράβια. Και στο Puerto Cortes, το έρημο Cortes, της Ονδούρας πέρναγαν από το Café Vienna κάποιου Σπύρου από την Ικαρία που ήταν παντρεμένος με Ονδουρένια. Γνώριζαν πώς να ποικίλουν μια σκληρή ζωή στη θάλασσα με τις χαρές της ανθρώπινης επικοινωνίας και το ξεφάντωμα. Έτσι σιγουρεύτηκα για την ύπαρξη εθνικού χαρακτήρα.
    Και δεν μπορώ συνομιλώντας με έναν Εγγλέζο να ξεχάσω ότι είναι Εγγλέζος. Μου το υπενθυμίζει διαρκώς η αλαζονεία της προφοράς του και η κρυφή ροπή του προς την φαντασία -αυτό δηλαδή που έκανε τη Βρετανία μεγάλη… Ούτε μιλώντας με ένα Γερμανό μπορώ να αγνοήσω ότι είναι αθεράπευτα Γερμανός. Ούτε μιλώντας με ένα Μαύρο μπορώ να προσποιούμαι πως δεν βλέπω ότι είναι Αράπης. Μου το υπενθυμίζουν διαρκώς οι τρόποι του, οι κινήσεις του και το νεύρο του. Και χαίρομαι γι’ αυτό ενώ θα με απογοήτευε βαθιά το να βρεθώ μπροστά σε ένα Λευκό Νέγρο. Ένα κακομοίρη δηλαδή που μάταια προσπαθεί να ξεβάψει και να χωρέσει σε ένα κουστούμι. Και ενθουσιάζομαι νιώθοντας και δική μου την περηφάνια όταν ο James Brown διαλαλεί προς όλους ότι είναι αράπης. Το ίδιο και με ένα γύφτο, χαίρομαι την ξυπολησιά του και τον καημό του. Χαίρομαι που βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα ζωντανό εχθρό του πολιτισμού μου. Κι αν παρ’ ελπίδα βρεθώ μπροστά σ’ έναν ενταγμένο και καλοβαλμένο εκπρόσωπο αυτού του είδους χαίρομαι όταν λάμψει από ένα πονηρό χαμόγελο το μάτι και αστράψει η γυφτιά! Να μιά ράτσα σκέφτομαι που δεν αφέθηκε να καταστραφεί από το σχολείο!

    Κατά μίαν έννοια λοιπόν, και για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, είμαι ρατσιστής: διακρίνω δηλαδή τις ράτσες κι εξετάζω τη γη, το χώμα που τις φτιάχνει. Όχι όμως με τον τρόπο που είναι οι Ναζήδες που σχετικά μ’ αυτά έχασαν το μέτρο και έφτιαξαν μιά φυλετική ιεραρχία βάζοντας τη δικιά τους ράτσα στην κορφή και τους εαυτούς τους στην κορφή της ράτσας τους. Γιατί αυτό ήταν μιά άπελπις προσπάθεια να ανταπεξέλθουν σε μια ανικανότητα και ένα αίσθημα κατωτερότητας που ήταν σχεδόν αναπηρία: την ανικανότητα της ανθρώπινης επαφής. Δηλαδή τον βαθύ τρόμο μπρος στην ισοτιμία! Kαι εν τέλει, τον φόβο για τη ζωή και το μίσος για αυτό που είναι οι άνθρωποι. Χρειάζονταν λοιπόν, για αυτή τους την ανικανότητα, μιαν αναπλήρωση· μια πατερίτσα και ένα εργαλείο.
    Ούτε όμως με τον τρόπο που είναι ρατσιστές οι Κινέζοι, γιατί, μη φανεί παράξενο, είναι ρατσιστές και οι Κινέζοι. Και όχι μόνο από τραύμα και σαν άμυνα από τον Πόλεμο του Οπίου και την εξέγερση των Boxers αλλά από μιά υπερβολική αιδώ, σχεδόν αίσθημα μειονεξίας, και ταυτόχρονα μιά θέληση για δύναμη.
    Ούτε με τον τρόπο που υπήρξαν ρατσιστές κάποιοι Μαύροι ρατσιστές στη δεκαετία του ’60, που ήταν αντανάκλαση και ανόητη αντεπίθεση στον κυρίαρχο λευκό ρατσισμό που πολεμούσαν.

    Εγώ είμαι άνθρωπος του παζαριού· που σημαίνει ότι, πίσω από κάθε μονολιθικό μηχανισμό, και εις πείσμα του, ξεχωρίζω πρόσωπα και ζυγίζω καταστάσεις. Ονειρεύομαι το τουρμπάνι να βαδίζει μαζί με το σκουφάκι. Μπορώ να είμαι και με τη μαντήλα, που αποκαλύπτει μόνο ό,τι πρέπει τούτη τη στιγμή να ειπωθεί, αφήνοντας τα υπόλοιπα σημαντικά για τη στιγμή που πρέπει. Είμαι άνθρωπος της αρχαίας Πόλης και της Αγοράς και ονειρεύτηκα το τεράστιο σκλαβοπάζαρο της Δήλου όταν σε μια στιγμή γίνονται όλοι λεύτεροι. Είμαι γέννημα της Πόλης, δηλαδή εμβριθής παρατηρητής της ανθρώπινης δεινότητας και τραγικότητας. Ό,τι μας χωρίζει είναι αυτό που μας ενώνει. Όπως ο άνθρωπος νοσταλγεί το οικείο έτσι νοσταλγεί και το ξένο.
    Ονειρεύομαι ότι όλοι οι λαοί προσέρχονται με τα στίγματα του πολιτισμού και της ράτσας τους στο δέρμα τους και ανταλλάσσουν ό,τι ανθρώπινο έχουν να ανταλλάξουν. Και μισώ τον πολιτισμικό χυλό που θέλει η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση να επιβάλλει με τη συνέργια της φιλάνθρωπης Αριστεράς. Αυτή την απίστευτη κατάτμηση- απονεύρωση-ουδετεροποίηση-μείξη-συσκευασία-πώληση.
    Ας είναι ο άντρας, άντρας και η γυναίκα, γυναίκα. Κλίνω το γόνυ μπρος στην πουτάνα και τον φονιά. Την πουτάνα και τον έρημο φονιά. Αναγνωρίζω την επαιτεία σαν αρχαίο επάγγελμα και σέβομαι τον κλέφτη που γνωρίζει μέτρο. Ας αφεθεί η απάτη ήσυχη στο ζωτικό της χώρο και η ασχήμια στον δικό της. 
    Ζητώ ο μαύρος να ’ναι μαύρος και ο άσπρος, άσπρος. Και ο κακός ας αφεθεί επιτέλους στην κακία του. Και το κακό να μπορεί να υπάρξει.
   
    ....κι ας είν’ καλά οι σκιές του μεγάλου σκονισμένου δρόμου.

                                                                                                                      Β.Η

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Ιερός Άνεμος



https://youtu./1o32SF9EXco

 https://images.hellasjournal.com/2018/07/f1beae7b-mati-teliko2.mp4?_=2

\/https://images.hellasjournal.com/2018/07/0346d87b-mati-teliko.mp4?_=1

           

Θυμάστε τον άνεμο που σηκώθηκε στις 23 του Ιούλη στην Αθήνα και έπνεε με ταχύτητα 70 μιλίων την ώρα?  "Στις 17.15 δόθηκε εντολή στο ελικόπτερο της Πυροσβεστικής που συντόνιζε τις επίγειες δυνάμεις στο μέτωπο της φωτιάς στην Κινέττα, να μετακινηθεί προς την περιοχή Νταού Πεντέλης για να ελέγξει τα δεδομένα της νέας φωτιάς από αέρος. Το ελικόπτερο έφτασε πάνω από την περιοχή στις 17.40 όταν οι φλόγες είχαν περάσει από το Λύρειο Ίδρυμα και πλησίαζαν προς τα πρώτα απομονωμένα σπίτια του Νέου Βουτζά. Μέσα σε 5’ το ελικόπτερο ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου το Κέντρο Επιχειρήσεων στο Χαλάνδρι για την εικόνα που είχε και προειδοποίησε ότι το μέτωπο κινείται με σταθερή κατεύθυνση προς τον οικισμό και είναι καθοδικό προς την λεωφόρο Μαραθώνος. Η πτήση αυτή του ελικοπτέρου διήρκεσε 25’. Κατά τη διάρκεια αυτών των λεπτών οι εκτιμήσεις για το πώς εξελίσσεται η φωτιά δεν άλλαξαν.
Την ίδια ώρα στο Κέντρο Επιχειρήσεων φαίνεται ότι οι εκεί αρμόδιοι εξακολουθούσαν να έχουν μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στην ευρύτερη περιοχή του Νέου Βουτζά. Εζητείτο η αποστολή βαρέων μηχανημάτων για την διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών σε διάφορα σημεία και αναφερόταν ότι η κατεύθυνση της πυρκαγιάς ήταν από την Καλλιτεχνούπολη προς τη Διώνη. Όλα αυτά, την ώρα που το μέτωπο μεγάλωνε και κατευθυνόταν προς τη λεωφόρο Μαραθώνος. Σύμφωνα με την αναφορά των αστυνομικών της Τροχαίας, η φωτιά πέρασε πάνω από τη λεωφόρο και «χτύπησε» το Μάτι στις 18.25."

Μικροί ιδιωτικοί παράδεισοι παραδόθηκαν στη μαινόμενη κόλαση. 90 άνθρωποι χάθηκαν αγωνιζόμενοι να ξεφύγουν από τον καπνό και τις φλόγες ή παλεύοντας για τη ζωή τους μέσα σε μια θάλασσα που την σάρωνε η πύρινη ανάσα που 'ρχότανε απ' τη στεριά. Ο άνεμος κόπασε ξαφνικά τη νύχτα όταν η φωτιά είχε κατακάψει τα πάντα και δεν απόμεναν παρά καπνίζοντα ερείπια, απανθρακωμένα δένδρα και οι επικλήσεις των ζωντανών προς όσους είχαν πεθάνει.

                                           …………………......



Πέρασαν μέρες. Μαζί μ’ όλη την Ελλάδα παρακολούθησα το δράμα. Ας είμαι μακριά, θαμμένος σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Μέρα με την μέρα, κάπως άρχιζε να καταλαγιάζει ο θόρυβος, να καταχωνιάζεται το γεγονός. Ακόμα όμως διασταυρώναμε βλέμματα αμίλητοι, σαν να 'μαστε μια μεγάλη οικογένεια... ακόμα απόμεναν στο μάγουλό μας οι κόκκινες δαχτυλιές απ’ το χαστούκι.
Περασμένες 1 τη νύχτα, τελειώνω τη δουλειά και περνάω πέρα απ’ τις πισίνες να πάρω μια μπάλλα παγωτό από την κρεπερί που κλείνει στις 2 ακριβώς. Βρίσκω τις δυο κοπέλες που δουλεύουν τούτη την ώρα της νυχτιάς, μια Αλβανίδα και μια Ελληνίδα, εξοντωμένες. Βδομάδες έχουνε να πάρουνε ρεπό!
    -Δεν έχω τη δύναμη να σηκωθώ να κλείσω, μου λέει η Αλβανίδα, κι αύριο είμαι πρωινή. Θα μπορούσε να με πάρει ο ύπνος εδώ να, μα όταν πάω σπίτι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα πρωινά με σπρώχνει ο άντρας μου να σηκωθώ…
    -Δεν μπορώ να τους βλέπω πια, μου κάνει η μικρή Ελληνίδα που κάθεται κατάκοπη σε ένα χαμηλό σκαμνί. Τρώνε συνεχώς. Το πρωί, προτού ανοίξουμε, 9 παρά τρία λεπτά, σπρώχνουν τις πόρτες, τις τζαμαρίες, για να μπουν! Έρχονται από παντού! Σαν τις κατσαρίδες!
    - Α, μάλιστα! Μα εδώ που τα λέμε, η ίδια η διαδικασία του φαγητού είναι αποτρόπαιη, αποφαίνομαι εγώ. Κι αρχίζω να απαγγέλλω όσο θυμάμαι, Ελία Καννέτι από το φοβερό «Μάζα και Εξουσία» που διάβασα λίγα χρόνια πριν: Ο θηρευτής καταδιώκει το θήραμα, το προλαβαίνει και το άτυχο ζώο βρίσκεται μπρος στο ανοιχτό στόμα, στη φοβερή μπόκα! Ύστερα το δάγκωμα, ύστερα το ξέσκισμα και αρχίζει η διαδικασία της κατάποσης. Αυτό που ήταν μια ανεξάρτητη ζωή χάνεται σιγά-σιγά μέσα σε ένα στόμα. Καταλήγει να γίνει αντικείμενο πέψης. Όλα του τα στοιχεία, όλη του η ουσία, περνάνε μέσα από το πεπτικό σύστημα ενος άλλου. Όλα του τα κύτταρα αφομοιώνονται από ξένα κύτταρα και καταλήγει να γίνει μέρος κάποιου άλλου. Μαζί και τα μικρόβια που κουβαλούσε στον οργανισμό του. Αυτά που πιθανώς θα ξεκάνουν και τον θηρευτή τον ίδιο!  Ό,τι δεν χρειάζεται στον θηρευτή αποβάλλεται.
    -Σταμάτα! φωνάζει η Ελληνίδα
    -Ακόμα και ένα μαϊντανό, έναν άνηθο να φας δεν παύει να ήταν ένα ωραίο, αμέριμνο φυτό που καταλήγει άμορφη τροφή. Ακόμα και το χέρι που απλώνεται ανοιχτό να αρπάξει και μετά κλείνει τελεσίδικα και φέρνει στο στόμα -συνεχίζω απτόητος- είναι και αυτό σαν ένα στόμα!
    -Σταμάτα, φωνάζει γελώντας η μικρόσωμη Ελληνίδα. Δεν θα μπορέσω να ξαναφάω!
    Όταν βλέπω τους άλλους να τρώνε κάνω τέτοιες σκέψεις τώρα τελευταία. Πότε νοιώθω αηδία, πότε φόβο. Κι όταν τρώω εγώ, καμμιά φορά ντρέπομαι.

    Ενώ τελειώνει η ρητορεία μου ακούω έναν επαναλαμβανόμενο ξερό κρότο. Είναι η Αλβανίδα που μαζεύοντας το κουράγιο της έχει σηκωθεί και παίρνει τα αλουμινένια λεκανάκια με τα φρέσκα λαχανικά και τα αδειάζει. Έχει σύρει δίπλα της μια τεράστια μαύρη σακούλα σκουπιδιών την κρατάει ανοιχτή- άλλη φοβερή μπόκα και αυτή, σα στόμα ανοιχτό! 'Ενα-ένα τα χτυπάει στην κόχη για να ξεκολλάνε από τον πάτο και ψιλοκομμένο μαρουλάκι, ντομάτες, κρεμμύδια, φρεσκοκομμένη καταπράσινη πιπεριά, όλα τα παίρνει η καταβόθρα, τα καταπίνει το σκοτάδι της μαύρης πλαστικής σακκούλας.
    -Τι κάνεις εκεί? 
    -Α, αυτά δεν σερβίρονται αύριο!
    -…καλά, αλλά εδώ δίπλα, στην πλατεία, έχει έναν άστεγο. Βάλε τα σ’ ένα ταπεράκι και πήγαινέ τα, λέω οργίλα και βραχνιασμένα προσπαθώντας να διασωθώ.
    -Σοβαρολογείτε? Να με δούνε και να πουν πως βγάζω φαγητό από το ξενοδοχείο?
    Αμ πώς! Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να δωρίζει την τροφή. Πέφτει η Τιμή του. Ούτε η Δημοκρατία μας μπορεί να παραδεχτεί ανοιχτά την ύπαρξη φτωχών. Και υπάρχει επιχείρημα ισότιμο με κάθε άλλο επιχείρημα για το κάθε τι.

     Άναυδος στέκομαι μπρος σε τέτοια οντολογική ασέβεια! Είχα ακούσει για τα φαγητά που πετιούνται στις πίσω αυλές της τουριστικής Ελλάδας… εκεί που κανένας τουρίστας δεν πατάει. Όμως είναι άλλο να 'σαι εκεί και να το βλέπεις να συμβαίνει μπροστά στα μάτια σου! Είναι σαν ν’ αδειάζουνε νεκρούς σε ομαδικό τάφο!   


Ένοιωσα να πνίγομαι. Και μετά -με φωνή  ανάμεσα σε κόασμα και βόγκο- ξέσπασα: Είμαστε τελειωμένοι! Καταλαβαίνετε τώρα γιατί κάηκε το Μάτι? Ε? Καταλάβατε γιατί κάηκε το Μάτι?

Γύρισα κι έφυγα γύρω απ’ τις πισίνες.
Κοιμήθηκα άσχημα.

                                         ……………………………


Την άλλη μέρα, το απομεσήμερο, μπαίνοντας στο ξενοδοχείο, πέφτω πάνω σε μια καθαρίστρια που έχουμε μερικές φορές κάτι κουβέντες.
    -Ξέρεις τι έγινε χθες στην κρεπερί?...
    -Αα! Έτσι ε? γελάει, και πού να δεις τι γίνεται κάθε βράδυ στις κουζίνες! Ολόκληρα ταψιά με τυρόπιττες και σπανακόπιττες, που λείπουν δυο τρία κομμάτια, αδειάζονται στους κάδους! Χαμογελάει σαρδώνεια και το μάτι της, ένα ιωνικό μάτι όλο σπιρτάδα, το γλεντάει κανονικά. Της δηλώνω ότι για αυτό κάηκε το Μάτι και κάνω παύση. «Α, βέβαια!» μου κάνει δίχως δισταγμό.
    -Κοίτα, συνεχίζει, εμείς στα σπίτια μας, τι το κάνουμε το φαΐ? Το σκεπάζουμε με ένα σελοφάν, το βάζουμε στο ψυγείο και το δίνουμε στα παιδιά μας την επομένη. Εδώ δεν μπορούνε να το κάνουνε αυτό? Κρίμα δεν είναι?
    -Αα! αναφωνώ, εδώ μπαίνει όμως και ένα άλλο θέμα: Ποιος ταΐζει τα ξένα παιδιά καλύτερα απ’ τα δικά του?
    Με κοιτά όλο προσμονή, τα μάτια της σχεδόν ανοιγοκλείνουν σαν alarm  αυτοκινήτου. -"Καμμιά αμφιβολία: ο δούλος, τα παιδιά του αφέντη. Άρα... μπαίνει κι ένα θέμα δουλικότητας. Δουλοπαροικίας! Το καταλαβαίνεις?"
    -Αμέε! μου κάνει και φεύγει φουριόζα.

                                           …………………………….

    Καθώς απομακρυνόμαστε από την πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική, και μικρογεγονότα έρχονται πάνω σ’ άλλα μικρογεγονότα, αρχίζουμε να ξεχνάμε, κάνουμε λίγο και το χαζό, είναι απαραίτητο, αλλά είναι στιγμές που σε κάτι γωνίες βρίσκεις στάχτη… Κι ακόμα χειρότερα, κάτι στην ατμόσφαιρα δείχνει ότι άλλαξε το φως.

    Και υπάρχει η πάνδημη αίσθηση ότι κάτι κακό έχει συντελεστεί που έχει χαραχτήρα χρησμού. Ότι απέναντι στο επερχόμενο είμαστε αδύναμοι και παραλυμένοι όπως, την ύστατη στιγμή, παραλυμένο είναι το θύμα μπρος στο ανοιχτό στόμα. Και επιπλέον, όπως την στιγμή εκείνη ο εγκέφαλος των έμβιων όντων δίνει εντολή να εκχυθεί στο αίμα ουσία δραστική σαν το δυνατότερο παραισθησιογόνο για να πραϋνθεί ο πόνος και ο τρόμος, κάθε είδους παλαβομάρα ακούστηκε για την καταστροφή αντί του να ειπωθεί ξερά ότι, αφού κάθε είδους Νόμος θεϊκός ή ανθρώπινος έχει παραβιαστεί, ήτανε αναμενόμενη κι ερχόταν από πολύ μακριά. 

    …έχει ατονήσει η δραστηριότητά μου σε τούτες τις σελίδες
Σκέφτομαι τον Samuel Beckett: Το γράψιμο δεν γίνεται ευκολότερο, αλλά δυσκολότερο για μένα. Κάθε λέξη είναι σαν ένας άχρηστος λεκές στη σιωπή και στο τίποτα. Ο Δημόκριτος χάραξε τον δρόμο: «Το μηδέν είναι περισσότερο από το τίποτα».

Και αρχίζω να καταλαβαίνω τον Αντόρνο που είπε πως δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς.
Δεν έχω όρεξη να γράψω, δεν μου κάνει κέφι να ταΐζω αυτό το μπλογκ. Δεν μου δίνει χαρά η αναζήτηση των λέξεων. Σαν να αποζητάω τη Σιωπή. Ποιος ο λόγος να κοπιάσω για να φτιάξω ένα κομψό κείμενο? Μου φαίνεται απλά κομψευόμενο. Η Φωτιά τα είπε καλύτερα! 

                                                                      Β.Η