Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ενάντια στο σχολείο



                                   Από πολύ μικρή ηλικία χρειάστηκε να διακόψω 
                                  τη μόρφωσή μου για να πάω σχολείο.
                                                      Τζωρτζ Μπέρναρ Σω

    Ο Ξενοφών περπατώντας μες την αρχαία Αγορά βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σωκράτη. Αυτός με μια γρήγορη κίνηση έχωσε το μπαστούνι του ανάμεσα στα πόδια του Ξενοφώντα ο οποίος σκόνταψε και έχασε τα αυγά και τα πασχάλια. Και προτού προλάβει να συνέλθει, ο Σωκράτης του απηύθυνε το  πρωταρχικό ερώτημα:
   -Πες μου νεαρέ, τι είναι αυτό που κάνει τη ζωή άξια να τη ζει κανείς?
    Ο Ξενοφών έδωσε μια-δυό απαντήσεις κουτουρού, που του φαίνονταν σωστές εκείνη τη στιγμή, μιας και το θέμα δεν το είχε προφανώς επεξεργαστεί - πιθανώς ανέφερε και κ­άτι που είχε ακουστά – οι απαντήσεις δεν ικανοποίησαν τον Σωκράτη, πράγμα φανερό, και το χειρότερο δεν ικανοποιούσαν καν τον ίδιο! Και όπως στεκόταν αμήχανος εκεί:
   -Έπου και μάνθανε, του ένευσε ο Σωκράτης! Έτσι τον έκανε μαθητή του.

    Πώς να μη θαυμάσει κανείς τη μαεστρία του Σωκράτη ο οποίος διαταράσσοντας τη φυσική ισορροπία του Ξενοφώντα του εξασθενεί την αντίσταση παντού, προτού τού θέσει το καταλυτικό ερώτημα. Γιατί, ενάντια στην κρατούσα άποψη, ο Δάσκαλος βρίσκει τον μαθητή! Και το κάνει γιατί, όντας Δάσκαλος, επιδιώκει την βελτίωση. Ο Δάσκαλος μπορεί να είναι Δάσκαλος ακόμα και χωρίς μαθητή, αλλά θα ψάξει να τον βρει υπακούοντας στην απαίτηση της ζωής. Η οποία, ζωή, επιδιώκει με κάθε τρόπο να βελτιωθεί. Το ζειν αποζητά το ευ ζειν! Ο Δάσκαλος θέλει να γεννήσει. Δεν γεννούν μόνο οι γυναίκες!
    Κάποτε οι φιλόσοφοι ήταν περιζήτητοι και δυσεύρετοι. Και ήταν μεγάλη τύχη να σε διαλέξει ένας απ’ αυτούς! Όμως εκείνοι οι άνθρωποι εξέλιπαν και το νήμα κόπηκε.
    Σήμερα τα παιδιά αφήνονται στο έλεος του Σχολείου. Δηλαδή της μαζικής εκπαίδευσης. Δηλαδή του Κράτους! 
     Το σχολείο είναι μια μέτρια λύση για να μάθει κανείς ανάγνωση, γραφή και αριθμητική! Για να αποκτήσει επιπλέον κάποιες τεχνικές δεξιότητες. Το να ζητάς κάτι βαθύτερο απ’ αυτό σημαίνει ότι δεν γνωρίζεις ούτε για τη φύση του σχολείου ούτε για το βάθος.     
    Αφέθηκε λοιπόν στο Κράτος ο ρόλος του παιδαγωγού. Καθόλου περίεργο που οι εκπαιδευτικοί του υπάλληλοι μοιάζουν με προπονητές. Η λεγόμενη εκπαίδευση μοιάζει με πρωταθλητισμό. Και όπως αυτός υποστηρίζεται από τις φαρμακευτικές βιομηχανίες και στηρίζει την διαφήμιση έτσι και η εκπαίδευση συνδέεται με την βιομηχανία εν γένει και με την παραγωγή. Καθόλου παράξενο που διαρκώς εξειδικεύεται. Πολλαπλά και αλληλοκαλυπτόμενα συμφέροντα τείνουν προς τα κει. Επόμενο λοιπόν που κανείς μες το σχολείο δεν αναφέρεται στη ζωή. Αλλά θα έπρεπε κανείς να αγαπήσει τη ζωή για να την καταλάβει.
    Ποιός γεννιέται, ποιός πεθαίνει μες τα σημερινά τα σπίτια? Γέννηση και θάνατος, οι δυό σημαντικότερες στιγμές ενός ανθρώπου, η μια της εισόδου και η άλλη της εξόδου απ’ τη ζωή, έχουν ιατρικοποιηθεί και κλείστηκαν πίσω από τείχη ερμητικά. Αυτά των «στρατοπέδων Υγείας» που είναι τα νοσοκομεία. Και σε ένα κόσμο που σταθερά στρατικοποιείται, το Κράτος δεν θα μπορούσε να αφήσει αδέσποτη τη διαδικασία εισόδου στην κοινωνία. Έτσι ζούμε σε μια «κοινωνία σχολείων».
    «Ο δικαστής G.O Douglas, μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. παρατήρησε ότι για να καθιερωθεί ένας θεσμός ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τον χρηματοδοτήσουμε. Το αντίθετο είναι επίσης αληθινό: Μόνο αφαιρώντας δολλάρια από τους θεσμούς που σήμερα υπηρετούν την πρόνοια, την υγεία, την εκπαίδευση μπορούμε να ανακόψουμε την εξαθλίωση που δημιουργούν οι εξουθενωτικές παρενέργειες των θεσμών αυτών.»
    «Οι αγρότες στα οροπέδια των Άνδεων υφίστανται την εκμετάλλευση του κτηματία και του μεσάζοντα, όταν όμως εγκατασταθούν στη Λίμα προστίθεται επί πλέον η εξάρτηση τους από πολιτικά αφεντικά και ο αποκλεισμός τους λόγω έλλειψης εκπαίδευσης. Η εκμοντερνισμένη αθλιότητα συνδυάζει την έλλειψη ισχύος με μια απώλεια της προσωπικής ικανότητας. Ο εκμοντερνισμός της αθλιότητας είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που βρίσκεται στη ρίζα της σύγχρονης υπανάπτυξης. Εμφανίζεται βέβαια με διαφορετική μεταμφίεση σε πλούσιες χώρες και φτωχές. Και απομένουν ακόμα πιο λίγες χώρες σήμερα που εξακολουθούν να παραμένουν θύματα της κλασσικής αθλιότητας που ήταν σταθερότερη και λιγότερο τραυματική.»
    «Έγινε λοιπόν το σχολείο ένα είδος Παγκόσμιας Θρησκείας του εκσυγχρονισμένου προλεταριάτου και μοιράζει μάταιες υποσχέσεις για σωτηρία στους φτωχούς της τεχνολογικής εποχής. Το Έθνος –Κράτος τραβολογά όλους τους πολίτες στις σχολικές τάξεις που οδηγούν στην ακολουθία των προβιβασμών και των διπλωμάτων, εικόνα που θυμίζει τις τελετές μύησης και τις προαγωγές των αρχαίων ιερατείων».
   Παρ’ όλο δε τον πακτωλό των χρημάτων που ρέει προς αυτό, των μελετών και της φροντίδας, «οι αποτυχίες του σχολείου ερμηνεύονται από τον περισσότερο κόσμο σαν απόδειξη του ότι το σχολείο είναι ένα έργο πολύ ακριβό, υπερβολικά πολύπλοκο, πάντοτε μυστικοπαθές και συχνά άπιαστο.» 
    Πράγματι το σχολείο, με άλλοθι τη μάθηση, μοιάζει περισσότερο με μια υπηρεσία έκδοσης διαβατηρίων για αυτή τη μυστηριακή πορεία κοινωνικής ανέλιξης. Αυτός πρέπει να ‘ναι και ο λόγος της βαθιάς ανορθολογικής πίστης που οι πληθυσμοί τρέφουν σε αυτό.
    Και πίσω από τη μάθηση ο έλεγχος. Κι όπου ο έλεγχος είναι πιο υψηλά εξορθολογισμένος και αφανής, όπου η πυγμή της αποτελεσματικότητας κρύβεται με λεπτό γάντι, εκεί όπου το γκέττο ξαναφτιάχνεται σαν περιβάλλον ευγενών προθέσεων, συνοδεύεται όλο και πιο συχνά από λουτρά αίματος.
    Είναι να γελάει κανείς με τις διαμάχες που ξεσπούν ανάμεσα στους υποστηρικτές του «δημοκρατικού σχολείου» και τους υποστηρικτές των σχολείων της ελίτ. Και πρέπει να είσαι σε πολύ δύσκολη θέση για να αποθέτεις τα παιδιά σου στα σκαλιά του Κράτους.

    Τι ιερή φρίκη και στιγμή! Να εγκαταλείπεις νύχτα την Οξφόρδη «μ’ ένα μικρό μπόγο ρούχα στη μασχάλη, έναν αγαπημένο Άγγλο ποιητή στη μία τσέπη κι ένα μικρό τόμο με εννέα τραγωδίες του Ευριπίδη στην άλλη»! Και τι εύνοια… ενώ η πρόθεσή σου ήταν να τραβήξεις για το Ουεστμόρλαντ από αγάπη για το μέρος, ωστόσο η τύχη να δίνει διαφορετική κατεύθυνση στις περιπλανήσεις σου και να στρέφει τα βήματά σου κατά τη Β. Ουαλλία!
   
    Εμείς που υπήρξαμε περήφανοι drop outs, ακολουθώντας μια παράδοση που γινόταν ξανά επίκαιρη από το Berkeley ως τα μέρη μας, αναμειχτήκαμε με απατεώνες, με τυχοδιώκτες και φυγόστρατους και με τις κοπέλες που «έπαιρναν τους δρόμους» πιστές σ’ ένα έμφυτο ταλέντο για ζωή. Κοινή μας μοίρα μας ήταν η αποδημία και η περιπλάνηση. Ήταν αυτάρεσκοι οι καιροί!

    Ο Ξενοφών ήταν άνθρωπος της περιπέτειας. Αφού έζησε τις περιπέτειες στις οποίες ρίχτηκε, έγραψε για αυτές. Για να γράψεις καλά πρέπει να έχεις ζήσει. Μπορούν να μιλούν για τη ζωή – και μιλούν καλά – αυτοί που την έζησαν. Και ο συγκεκριμένος στάθηκε τυχερός. Έσωσε τη ζωή τη δική του και των συντρόφων του και, με μόνη ζημιά την υπερορία, αξιώθηκε απ’ τους εχθρούς της πατρίδας του μια φιλοξενία ώστε να μπορέσει να συγγράψει.
    Ο έρωτας, ο θάνατος, το μυστήριο της ζωής αποκτούν στις μέρες μας κάτι από το χαρακτήρα του αρχαίου «ταμπού». Κανένας από τους θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας δεν μπορεί να μιλήσει για κάτι σημαντικό. Η οικογένεια δεν μπορεί να μιλήσει για τον έρωτα. Έχουν αλληλοσυγκρουόμενες βλέψεις. Ούτε  η Εκκλησία μπορεί. Ούτε το Κράτος. Ούτε η Εκκλησία μπορεί να μιλήσει για το μυστήριο του Κόσμου. Συμφέρον της να το καπηλεύεται. Και το Κράτος δεν μπορεί να μιλήσει για τον θάνατο. Συμφέρον του είναι να τον αποκρύπτει. Επιπλέον ποιός μπορεί σήμερα να μιλήσει με τρόπο μνημειακό? Θα έπρεπε να έχει κάτι αξιομνημόνευτο να πει.

    Εν αρχή όλων όμως, το σχολείο αδυνατεί να μιλήσει για τη ζωή σ’ αυτή την απροσποίητη ζωή που κάθεται στα θρανία. Προτιμά να την εξουθενώνει επιμελώς.
    «Ο Φιντέλ Κάστρο φαίνεται ότι, τα πρώτα χρόνια, ευνοούσε την κατάργηση των σχολείων υποσχόμενος ότι: το 1980 η Κούβα θα είναι σε θέση να διαλύσει το Πανεπιστήμιό της, καθώς η ζωή ολόκληρη τότε στην Κούβα θα είναι μια διαρκής εκπαιδευτική εμπειρία.»
    Συμπεραίνεται λοιπόν πως οποιαδήποτε απόπειρα ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής της ζωής αρχίζει με την κατάργηση των σχολείων.

    Σύμφωνα με μια σχηματική αναπαράσταση των ανθρωπίνων υποθέσεων ό,τι ήτανε σοφία υποχώρησε και έδωσε τη θέση της στη γνώση και ό,τι ήταν γνώση έδωσε τη θέση της στην πληροφόρηση. Και αν η σοφία είναι αποτέλεσμα και ευτυχής κατάληξη του αγώνα μιας ζωής να φτάσει στην αλήθεια και στον καθολικό άνθρωπο, η γνώση ίσως να ‘ναι η προσπάθεια να μάθεις για τη ζωή δίχως να την έχεις ζήσει. Και η σημερινή ακόρεστη πείνα για πληροφόρηση, μιά βουλιμία! Βουλιμία του Νου!

    Να κινείσαι με ταχύτητα στην επιφάνεια των πραγμάτων και να αδυνατείς να εμβαθύνεις. Αμάσητα να καταπίνεις τροφή φτωχή σε θρεπτική αξία και υπέρβαρος να πεθαίνεις από αβιταμίνωση μέσα στην αφθονία!
    Τι μοίρα κι αυτή! Να πεθαίνεις μέσα στα τριανταφυλλένια βιβλιοπωλεία του κόσμου!


                                                                                                                       Β.Η


Σημ. Αποσπάσματα από το «Κοινωνία χωρίς σχολεία» του Ιβάν Ίλλιτς και τις «Αναμνήσεις ενός Άγγλου Οπιοφάγου» του Τόμας Ντε Κουίνσυ. 

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Του Πρίγκηπα

 Στις Νύχτες και τα πρωινά που θα ‘ρθουν!

Τώρα που μπύρα και μπαταρίες ξεθύμαναν
θα κατεβούμε κουτρουβαλώντας στο βαγένι
να πιάσουμε παλιό κρασί
και θα πιάσουμε το κλεφτοφάναρο κι αν χρειαστεί, λυχνάρι
δίχως παράπονο
γιατί θα πάμε στον πόλεμο τραγουδώντας

οι μεμψίμοιροι θα πεθάνουνε κατά χιλιάδες
όχι όμως εμείς
γιατί εμείς έχουμε την ομορφιά
και η πραγματική ομορφιά δεν πολεμιέται
μόνο υπάρχει
σε πείσμα των κακότροπων γέρων και των φτιασιδωμένων

Κι έχουμε την ορμή των νεαρών βεδουίνων
επίφοβοι όταν ιππεύουν
μες τη βαριά μυρουδιά του ιδρώτα
που ορκίζονται με στάχτη και σκόνη

βάρβαροι και τρυφεροί

Και τη σκοτεινιά του Πρίγκηπα
που μελετάει
τους χάρτες τ’ Ουρανού
το κιτάπι της Κόλασης
και υπολογίζει τα γήινα

η σιωπή του προκαλεί ανησυχία στη Αυλή

Εμείς που περιπλανηθήκαμε μοναχικά σαν ένα σύννεφο
και σταθήκαμε δακρυσμένοι μες τα χρυσά καλαμπόκια
και ακούσαμε το τραγούδι του πρωινού
νοιώθοντας την ταραχή του ταξιδευτή μες την ψυχή
γνωρίζουμε πως αναγγέλλει τη νέα Αισιοδοξία
της εποχής που έρχεται
μες απ’ τον σπάρταρο του έρωτα
και τον χορό του σφυριού πάνω στ΄ αμόνι

   

Παλιά μου αγάπη
εμείς δεν χαθήκαμε μέσα στη λύπη του κόσμου
είμαστε μαθητές του Χρόνου
του Χρόνου που είναι αδέκαστος κι ακριβοδίκαιος
εδώ, δεν υπήρξε μόχθος δεν θα υπάρξει ανταμοιβή
εδώ, δεν υπήρξε καλλιέργεια δεν υπάρχει ωρίμανση

 που έρχεται ζωσμένος
πάνω σε άρμα ελαφρύ
από λεπτοκαρυά πλεγμένο 
του Χρόνου που είναι ο Πρίγκηπας 
και ο Κύριος των τεκταινομένων.
                                                                                         

                                                                                                  Β.Η

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές και Κατάρες για την καινούρια χρονιά!

    Εύχομαι την πτώση όλων των κυβερνήσεων, ολόφωτους δρόμους να καίγονται, την καταστροφή της Παγκόσμιας οικονομίας και την ολοκληρωτική διακοπή ρεύματος!
    Εύχομαι απρόσμενες συναντήσεις, συζητήσεις σε κουζίνες, την επιστροφή μιας φίλης επιτέλους χαρούμενης και την επανεμφάνιση της Δημοκρατίας!
    Εύχομαι την επιστροφή του Αιμιλιάνο Ζαπάτα  που μέσα στην Παγκόσμια συσκότιση αναγγέλλει ψιθυριστά το τέλος μιας κακής εποχής!

    Ονειρεύομαι ένα τόπι που κύλησε στην ερημιά, ένα μικρό αγόρι που ήρθε τρέχοντας να το ψάξει και βρέθηκε αντιμέτωπο με το λάλημα πουλιού και γέλια κοριτσιών που είναι η Ναυσικά και οι φίλες της.

    Ονειρεύομαι έναν νεαρό που βγαίνει, συνοδεία, από ένα επίσημο κτίριο στο Λονδίνο, επιβιβάζεται σε μια λιμουζίνα, οδηγείται στο αεροδρόμιο, ταξιδεύει ώρες πολλές μέσα στη νύχτα, και, αποβιβάζεται ενώ ξημερώνει, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου.
    Λεπτόκορμοι φοίνικες ξεπροβάλλουν μέσα στην αυγή μαζί με πυροσβεστικά οχήματα παλιότερων καιρών. Κατεβαίνει τη σκάλα του αεροσκάφους και περπατάει στο διάδρομο προσγείωσης, προς τα χαμηλά κτίρια, ενώ ένας βαθμοφόρος με πράσινη χακί στολή, τζόκεϋ, και το περίστροφο να κουνιέται στη μέση, βαδίζει προς το μέρος του, με το χέρι απλωμένο για χειραψία, και χαμογελώντας πλατιά λέει:  Señor Julian Assanz, Bienvenido a Cuba!

                                                                                                  Β.Η


Υ.Γ.  Χιονίζει! Αυτά ευχήθηκα για το 2014, από τον Πύραυλο των Υπογείων. Δεν έχω κάτι διαφορετικό για το ’16, πέρα από την ελπίδα, ότι αυτά τα δύο χρόνια μας έκαναν λίγο πιο σκεφτικούς, λίγο πιο χαρούμενους και καλαμπουρτζήδες, λίγο πιο… απλοϊκούς!

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

...γιορτές και γιορτές

Σαν τυλίχτηκε στις φλόγες
το Δένδρο στην πλατεία Συντάγματος
κι άρχισε να φουντώνει για τα καλά
όλοι κατάλαβαν πως ένα γεγονός
είχε συντελεστεί
Ο θάνατος των Χριστουγέννων
ήτοι: της μεγάλης αθεϊστικής
γιορτής του καπιταλισμού
Δεν ήταν το τέλος μιας
αυταπάτης
ήταν ο θάνατος της
προσποίησης
Εξ ου και το
Πένθος
                                                              
                                                          


                                                                                                          Β.Η

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Σε αναζήτηση του Μούσταμπά Ματχαμπανί


    Παγώσαμε όλη τη μέρα στα σύνορα. Γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη κατά τις 8 το βράδυ, φτιάξαμε τραχανά, ήπιαμε κόκκινο κρασί και σε μια στιγμή, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας, ο Γαβριήλ είπε με πρόσωπο που έλαμπε: Τι γεμάτη μέρα!  Έτσι κι εγώ γύρω στις 10 και μισή δήλωσα ότι υποφέρω από μια σπάνια πάθηση που λέγεται ευτυχία και ξάπλωσα στον καναπέ αγκαλιά με ένα βιβλίο.
                                                        …………………………………
    Ξεκινήσαμε πρωί, ο Γαβριήλ κι εγώ, και ήταν για την καλή μας τύχη που το προηγούμενο βράδυ είχαμε συναντήσει τον Γουλάμ τον Αφγανό ο οποίος ζήτησε να ‘ρθει μαζί μας. Έχοντας ζήσει τα παιδικά του χρόνια στο Ιράν, πρόσφυγας μαζί με τους γονιούς του, μιλάει Φάρσι, λίγα αραβικά καθώς και δυό από τις αφγανικές διαλέκτους, Παστούν και Χαζάρα, και επίσης αρκετά καλά ελληνικά. Οπότε θα είχαμε έναν ανεκτίμητο, κυριολεκτικά «πρώτης τάξεως»  διερμηνέα που στο ταξίδι απεδείχθη και καλός στην παρέα. Ένα ζευγάρι Ισπανών αλληλέγγυων, που επέστρεφε από την Θεσσαλονίκη, προστέθηκε την τελευταία στιγμή.
    Δώδεκα χιλιόμετρα απ’ τα σύνορα, στο Πολύκαστρο, μια κωμόπολη που κάποτε την ήξερα καλά, πήραμε πληροφορίες: ήταν αδύνατο να περάσουμε απάνω. Πήραμε επαρχιακούς δρόμους για να αποφύγουμε τα μπλόκα. Ευτυχώς ήξερα κάπως την περιοχή αφού σαν έφηβος είχα ζήσει γύρω από τον Αξιό. Έτσι, αφήνοντας το δρόμο που πήγαινε στο Χαμηλό, φτάσαμε μπρος στην Ειδομένη  για να παραστούμε στη διάλυση του προσφυγικού καταυλισμού.
    Εκεί, παράμερα από τον τελευταίο έλεγχο, κάναμε ένα είδος πολεμικού συμβουλίου και αποφασίσαμε να χωριστούμε. Εμείς οι τρείς θα πηγαίναμε με το αμάξι και οι Ισπανοί θα δοκίμαζαν μισή ώρα αργότερα να περάσουν με τα πόδια. Οι τρείς μας υποτίθεται ότι ψάχναμε κάποιον Μούσταμπά Ματχαμπανί, Πέρση υπήκοο για τον οποίο είχαμε μόνο ακουστά από τους Ισπανούς που τον είχαν γνωρίσει μες το στρατόπεδο και είχανε βγάλει μαζί φωτογραφίες. Ο Γουλάμ θα ήτανε ο ξάδελφός του και ακόμα βοηθός και μαθητής δικός μου στην …αγιογραφία και ο Γαβριήλ, φίλος μου και ο οδηγός μας. Ο Γουλάμ κοίταξε καλά τις φωτογραφίες του Πέρση στην κάμερα των Ισπανών. Ήτανε μια ευγενική φυσιογνωμία με πλατύ μέτωπο και γυαλιά. «Γύρω στα 35», είπε ο Ισπανός, «αλλά φαίνεται μεγαλύτερος από την ηλικία του».
    Μόλις ξεπεζέψαμε από το αυτοκίνητο μέσα σε εκατοντάδες αστυνομικούς τόσο που μαύριζε ο τόπος, μας άκουσαν και ένας κατώτερος βαθμοφόρος μας έφερε μπρος σε έναν Αστυνόμο. Μας πίστεψαν ή όχι πάντως μας κατέστησαν σαφές και σε τόνο αυστηρό ότι έπρεπε να σταθούμε δίπλα στον διάδρομο με το συρματόπλεγμα που οδηγούσε από το εσωτερικό του καταυλισμού στα λεωφορεία και να περιμένουμε τον άνθρωπό μας να μπεί στην ουρά. Από μέσα έφερναν συνεχώς, μέσα στον διάδρομο, ανθρώπους κατά ομάδες στο ρυθμό που γέμιζαν τα λεωφορεία.
    Τους είχαν αιφνιδιάσει αξημέρωτα με άρβυλα και φωνές. Πρώτη δουλειά ήταν να μαζέψουν αλληλέγγυους και δημοσιογράφους και να τους ξαποστείλουν. Έτσι ακόμα και οι πιο ζωηροί, που ήτανε οι Ιρανοί, ακάλυπτοι από δημοσιότητα και από τη συμπαράσταση των συμπαθούντων κατάλαβαν καλά ότι κάθε αντίδραση θα αντιμετωπιζόταν με την ανάλογη βία. Από κει και πέρα η μακρόχρονη αναμονή, το άγριο κρύο και η απουσία πρωινού έκαναν τη δουλειά τους. Αυτή ήταν η στιγμή της ήττας του Ευρωπαϊκού τους ονείρου.
   Έτσι στεκόμασταν μπρος σε μιά ουρά  που κύλαγε διαρκώς και δεν φαινόταν να τελειώνει. Και πέρναγε μπροστά μας όλη η Μέση και η Εγγύς Ανατολή, όλο το Κέρας της Αφρικής και το Μαγκρέμπ. Kι έρχονταν οι Σομαλές με τις λεπτές φυσιογνωμίες τους μέσα σε βαθυγάλανα καφτάνια που άφηναν, ένα γύρο μόνο, το σκούρο πρόσωπο ακάλυπτο, ακόμα και οι άντρες λεπτοί και λυπημένοι, όλοι πολύ νέοι με αναρίθμητα παιδιά. Ναι, το ήξερα ότι σ’ όλη την παλιά Αβησσυνία κατοικεί ένας λαός Ευγενών! Κι έρχονταν οι Μαροκκάνοι, οι πιο πολλοί νεαροί, μερικοί με όψη σκληρή, τούτοι είχαν κάποια οργή, αλλά και ποιος τους άκουγε! Ίσως μόνο εμείς που είχαμε γίνει κάτι σαν ένα γραφείο παραπόνων… και ποιο το όφελος!
    Και λιγοστές οι γυναίκες τους, καταπτοημένες, σπρώχνανε και τραβάγανε παιδιά και μες το πλήθος ένας πατέρας έσπρωχνε ένα παιδικό καροτσάκι πάνω στο ανώμαλο έδαφος με ένα μωρό τυλιγμένο σε μια καρώ κουβέρτα. Και πιο πίσω, Πακιστανοί ήσυχοι και φοβισμένοι, και Πέρσες, πολλοί από τους νέους αγριεμένοι, μερικοί ήταν τσογλανόφατσες και ειρωνεύονταν και άλλοι, μεγαλύτεροι, σιωπηλοί και σκεφτικοί. Και νεαρές οικογένειες ανάκατα. Κι όλη αυτή την ώρα ο Γουλάμ λάλαγε σαν πολυβόλο, πέρσικα, αραβικά, αφγάνικα. Απαντούσε σε ό,τι τον ρωτάγανε και ταυτόχρονα μετέφραζε σε μας, κανείς τους δεν ήξερε πού τους πάνε, μερικοί μιλούσαν αγγλικά, με ρωτούσαν αν έχει στρατόπεδα στην Ελλάδα – παντού όπου μίλησα με πρόσφυγες η ίδια ερώτηση επανέρχεται με κρυφό φόβο. Αυτή, κι επίσης αν γίνονται απελάσεις. Έπειτα, αν είναι ακριβή η Ελλάδα, πόσο είναι τα νοίκια, αν υπάρχουνε δουλειές, αλλά τούτο το τελευταίο το ρωτάγαν έτσι! Ξέρανε πολύ καλά - ήτανε πληροφορημένοι. Κι ένας Πέρσης ηλεκτρολόγος – μετέφραζε ο Γουλάμ – νέος ακόμα αλλά με χιλιοσκαμμένο πρόσωπο που έφευγε με τη γυναίκα του και δυό γιούς εφήβους είπε, τίποτα δεν είμαστε, ένα μηδενικό είμαστε! Κι άλλοι ρώταγαν, όλοι μαζί, τι σήμαιναν τα δακτυλικά αποτυπώματα που τους πήραν κι αν αυτό θα είχε στο μέλλον επιπτώσεις.
    Θα μπορούσε όλη αυτή η παρέλαση εθνικοτήτων, προσώπων, χαρακτήρων και ενδυμασιών να ‘τανε μια παρέλαση καρναβαλιού στο Ρίο, ναι, μερικοί γελούσαν και θορυβούσαν αλλά ήτανε το κρύο, η κακομοιριά και οι κουβέρτες. Οι γκρίζες κουβέρτες! Αυτές που τους μοιράσαν οι Υπηρεσίες στα νησιά σα βγήκαν απ’ τη θάλασσα. Και πάνε να γίνουν οι κουβέρτες αυτές ό,τι πλησιέστερο υπάρχει προς το κίτρινο αστέρι σε τούτον τον αιώνα! Ναι, χρειάζεται να’χεις κακή τύχη για να κρατάς τα υπάρχοντά σου, να φοράς όλα σου τα ρούχα και από πάνω μια κουβέρτα. Και η βουή του άτακτου πλήθους που το στοιχίζουν και το σαλαγάνε!
    Και οι κουβέντες που πιάναμε διακόπτονταν ξαφνικά γιατί έπρεπε να προχωρήσουν κι άλλοι φτάνανε μπροστά μας. Και έτρεχαν οι προηγούμενοι να προλάβουν την πόρτα του λεωφορείου που έκλεινε και ένας από τους κέρβερους φώναζε στους μπάτσους που ξεκινάγαν και σταματάγαν την ουρά: Κόψε! Και έβαζαν τις φωνές μερικοί από μέσα απ’ τη γραμμή: Family! Family! Τότε γινόταν αναταραχή γιατί έπρεπε να κατεβάσουνε καμπόσους και να ανεβάσουνε τους άλλους που σπρώχνανε μέσα στην ουρά, τρέχοντας με τους μπόγους, για να μην χωρίσουν οικογένειες. Ξώμεινε κι ένας νεαρός που έκλαιγε σα μικρό παιδί και μιλούσε αραβικά κι έμοιαζε μαστουρωμένος, ή κάτι άλλο, κι ένας θεόρατος με πολιτικά που φαινόταν επικεφαλής ζήτησε διερμηνέα και σπρώξαμε μπροστά τον Γουλάμ, και βγήκε ότι είχε χάσει μέσα σε 5 λεφτά τους γονιούς του και συνέχιζε να κλαίει γοερά αλλά τίποτα δεν μπορούσε να γίνει. Και σε μια στιγμή ο επικεφαλής είπε «τι να πω ρε παιδιά, αυτός μου φαίνεται κομμάτια!» κι ένας άλλος είπε «μαζεύτε τον γιατί θα τις φάει τις μάπες του!»  
    Με λίγα λόγια, σε κανένα Δυτικό κοινό δεν θα επιφυλασσόταν τέτοια μεταχείριση άρα ήταν εμφανές ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν χάσει τα δικαιώματά τους. Δεν ήταν ότι τους φερόντουσαν απάνθρωπα, κάθε άλλο, μόνο ήταν που τους μεταχειρίζονταν σαν μάζα. Ανθρώπινο πολτό, ανεπιθύμητο και μάλλον επίφοβο. Συνεπώς δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα. Μόνο για έλεος! Άρα είχε δίκιο ο ηλεκτρολόγος σ’ ό,τι είχε πει!
     Μεταξύ μας βέβαια, δεν ξέρω τι είναι καλύτερο: να σου συμπεριφέρονται με προσποιητή ευγένεια, καλούς τρόπους και προσχήματα σαν να είσαι ο καλύτερος πελάτης, ενώ είναι σε όλους γνωστό ότι αν σφίξουνε τα πράγματα θα σε χώσουν μες τη μηχανή ή, έτσι απροσχημάτιστα, να σου λένε ότι είσαι ένας ασήμαντος. Σε αυτή την περίπτωση τουλάχιστον μπορείς να διακρίνεις εύκολα τους καλούς απ’ τα καθίκια.
    Όπως ένας Παλαιστίνιος διερμηνέας που τον είχαν φέρει για τους αραβόφωνους, ο οποίος ήταν ντυμένος σχεδόν στρατιωτικά και περιφερόταν σαν αφεντικό μιλώντας υποτιμητικά και με μπόλικη ειρωνεία και το μάτι του έκοβε δεξιά κι αριστερά σαν κοπίδι. Μαϊμούδιζε τ’ αφεντικά ενώ υπήρχαν μπάτσοι που συμπεριφέρονταν με μιά στοιχειώδη, αν και συγκεκαλυμένη, καλοσύνη. Αυτός όμως ήτανε σωσμένος. Ό,τι πλησιέστερο προς τους κάπο των παλιών καλών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
    Όσα είχαν γίνει θα μπορούσαν να ‘ναι αρκετά κι όσο έπεφτε ο ήλιος το κρύο προχώραγε στα τρίσβαθα αλλά, για κάποιο λόγο που δεν ξέραμε, είχαμε τάξει στους εαυτούς μας να βρούμε τον Πέρση Μούσταμπά. Ίσως και να του το οφείλαμε. Κι ακούστηκε σε μια στιγμή ότι ο καταυλισμός είχε αδειάσει και οι τελευταίοι προχωρούσαν στην γραμμή. Ο Γουλάμ περπάτησε μέχρι την αρχή της κι ακούσαμε φωνές. Ο άνδρας της φωτογραφίας στεκότανε εκεί μαζί με τους τελευταίους. Μαυροντυμένος, κρατώντας ένα σακκίδιο, με στοχαστική έκφραση και ένα αδιόρατο χαμόγελο. Είπε ότι δεν τους φερθήκαν άσχημα πέρα από κάτι σπρωξίδια και κάτι σχισίματα σκηνών με μαχαίρι, είπε ότι όλο αυτό τον καιρό υπήρχαν συμμορίες μέσα στο στρατόπεδο κι ότι οι Αφγανοί έρχονταν συχνά στα χέρια με τους Ιρανούς, ότι κυκλοφορούσε πολύ ναρκωτικό, δεν ήξερε ποιοι το μπάζανε αλλά η διακίνηση ήτανε στα χέρια των Μαροκκάνων, ότι η κατάσταση εκεί μέσα θύμιζε γκέττο, ότι οι οικογένειες και οι αδύναμοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν όπως-όπως κι ότι ήτανε ανακουφισμένος που όλο αυτό τελείωνε. Είπε ότι όλο τον καιρό καίγανε σανίδια και πλαστικά και δεν μπορούσες ν’ αναπνεύσεις, αλλά η θερμοκρασία πιά έπεφτε τις νύχτες πάρα πολύ και σε λίγο θα είχανε νεκρούς. Μόνο τις τελευταίες μέρες οι Σουηδοί φέρανε δυό τρία φορτηγά ξύλα αλλά και πάλι κανείς δεν μπορούσε να ζεσταθεί μέσα στις σκηνές. Είπε ακόμα πως κανείς δεν θα ‘πρεπε να εξαναγκάζεται να βγει στο δρόμο αν δεν το θέλει κι ότι η πατρίδα τελείωσε για αυτόν κι απ’ όσα είχε δει, όλο τον καιρό που περπατάει, Πατρίδα δεν υπάρχει για κανέναν. Όλα αυτά χωρίς να εγκαταλείψει ούτε στιγμή τον ήσυχο τόνο κι εκείνο το αχνό χαμόγελο. Λες και δεν μίλαγε ένας άνθρωπος που βάδιζε σημειωτόν με μία κουβέρτα περασμένη γύρω απ’ το λαιμό, που πείναγε και κρύωνε, αλλά λες και ήταν καθισμένος μες την ησυχία και την ζεστασιά ενός μακρινού σπιτιού στο οποίο δεν είχε ακόμα φτάσει. Σαν δηλαδή να μίλαγε απ’ το μέλλον. Κι όλα γύρω σαν να τυλιχτήκανε σε κάτι που ήταν ήδη Μνήμη.

    Δεν έμενε τίποτα άλλο πια σ’ αυτό το τέλος της ημέρας. Μόνο ο άδειος ουρανός, η μοναξιά των συνόρων και τούτος ο άνεμος που χρόνια δεν μου ‘χε έρθει στο μυαλό. Που σαν Δράκοντας κατέβαινε, όπως τότε, μέσα από την κοιλάδα του Αξιού.
    Τον ξανάβρισκα! Ή ίσως με ξανάβρισκε αυτός! Ποτέ μας δεν ξεχνάμε.
   
    Φύγαμε προσπερνώντας μια μακριά φάλαγγα από κλούβες, λεωφορεία και περιπολικά που ακολουθούσαν ένα τζιπ με αναμμένο τον προβολέα ενώ σουρούπωνε. Όλοι αυτοί, διωγμένοι από παντού – τέρμα για αυτούς Ευρώπη – οδηγούνταν γήπεδο Τae Kwon Do, Αθήνα. Τη στιγμή που φεύγαμε άλλες κλούβες ξεφόρτωναν τη νυχτερινή βάρδια με κλαγγή, ασπίδες, κλομπ, κουκούλες και βαριά στρατοχωροφυλακίλα. Και καινούργια φορτώματα κατέβαιναν βιαστικά από λεωφορεία που έφταναν. Σύροι, Ιρακινοί, Αφγανοί - τυχεροί που θα περνούσανε τα σύνορα μπορεί κι απόψε προτού νυχτώσει. Προορίζονταν να ξυπνήσουν μέσα σε διαφορετικές όψεις του ίδιου εφιάλτη. Είχαν τελειώσει με τις φρίκες του πολέμου… καιρός για τις φρίκες της ειρήνης.

                                                                                                     Β.Η

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

«Τα γεγονότα του ’08»

                  
                   (β)

Όπως κατέβαινε η διαδήλωση
την Πανεπιστημίου, οργή θάλασσα
κάποιοι χτύπησαν του λουκουμάδες «Αιγαίο»
γυναικείες φωνές ακούστηκαν μέσα απ’ το πλήθος
«όχι τους λουκουμάδες ρε παιδιά, όχι τους λουκουμάδες»
κι έκαναν πίσω
Από κει και κάτω τίποτα δεν έμεινε όρθιο
φωτιές ξεπετάγονταν παντού
σαν να άναβαν από μόνες τους
πρώτα αδιάκοπο κοπανητό
μετά πάταγος από κρύσταλλα που κατέρρεαν
και μετά λαμπάδιασμα
Δεξιά και αριστερά τα παιδιά έκαιγαν
Κι όπως έστριψε στα Χαυτεία, στην Αιόλου
και πάλι απάνω κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τη Σταδίου
δεν ήταν μόνο όλη η Ελλάδα
άναυδη μπρος στις γυάλινες οθόνες
ήταν και η ίδια η διαδήλωση
τρομοκρατημένη απ’ την καταστροφή
που προκαλούσε κι απ’ αυτό που ήταν ικανή να κάνει
Και ήταν σαν να βαδίζαμε μέσα σε μια αμερικάνικη ταινία καταστροφής
Κοιτώντας μέσα στα αχανή πολυκαταστήματα
που ‘χαν παραδοθεί στη φωτιά και γινόντουσαν
γρήγορα πυρακτωμένα μέχρι το απώτατο βάθος τους
ήταν σαν να κοίταγες μέσα σε ηφαίστειο
και σαν δύο στοιχειά να κοιτάζονταν στα μάτια.

Παρ’ όλο τον ξετρελλαμό υπήρχε μια τρομερή σιωπή
και βαθύ δέος διέτρεχε το πλήθος
γιατί ήταν σαν να κοβόταν
ένας ομφάλιος λώρος
Υπήρχε κάτι που ξεσηκωνόταν
το οτιδήποτε ήταν έτοιμο να συμβεί
και μια πόρτα σ’ ένα μεγάλο σκοτεινό άγνωστο ήταν μισάνοικτη

Λέει ψέματα όποιος λέει πως δεν φοβήθηκε
                                                εκείνη τη νύχτα.


                                                         Β.Η
                                           (Τραγούδια από τ' Αμπάρια)

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

«Τα γεγονότα του ‘08»

                                                  
                                                       (α)

                                   Δευτέρα 8 δωδεκάτου του ‘08
                                   Σταδίου και Κοραή
                                   5η απογευματινή.
                                   Οι δρόμοι αδειάζουν
                                   Ο σιγανός, συρτός ήχος
                                   από ρολλά που κατεβαίνουν
                                   Μαγαζιά και γραφεία
                                   σήμερα σχόλασαν νωρίς
                                   πωλήτριες κατεβαίνουν τις σκάλες του μετρό
                                   ρωτώντας αν υπάρχουν τραίνα
                                   Ασκούμενες δικηγόροι,
                                   κυρίες με θέση διευθυντική
                                   ψάχνουν τ’ αυτοκίνητα τους
                                   Νεαροί με σκούρα κουστούμια
                                   Και στο ένα χέρι τσάντα
                                   υψώνουν το άλλο για ταξί

                                  Αρχίζει η μεγάλη διαδήλωση
                                               της Δευτέρας στις 6 το απόγευμα
                                  Σ΄ όλο το κέντρο δεν υπάρχουν
                                               παρκαρισμένα αυτοκίνητα
                                              Νεκρική ησυχία
                                 αέρας φυσάει μέσα απ’ τους
                                                έρημους δρόμους
                                 Είναι ωραίο να προκαλείς τέτοιο τρόμο.


                                                                         Β.Η
                                                          (Τραγούδια από τ' Αμπάρια)