Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Οι Σύγχρονοι Άθλιοι

                                                                                               


                                                                 Sic transit Gloria Mundi
                                                          Έτσι περνάει η Δόξα του Κόσμου
                                                           
Ζ.Ζ : Η Ευρώπη τα ‘βαλε με τους νέους άγριους. Χαχαχά!
Β: Μόνο που αυτή τη φορά είναι μέσα στον κόρφο της, Ζαν Ζακ!
Ζ.Ζ: Ναι, και αργά ή γρήγορα θα συναντηθούν με τους δικούς της «ξένους». Τους γηγενείς. Αγάπη μου κοίτα πώς τελειώνει το μεγαλείο.
Β: Όπως τελειώνουν όλα Ζαν Ζακ. Έχει ξαναγίνει!
Ζ.Ζ: Ναι Blondine. Κι όταν τελειώσουν όλα αυτά... "οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν στην επιφάνεια της γης. Αλλά είναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσουν. Τις κουλτούρες τους και τις γλώσσες που θα μιλούν. Το κύριο και ποιοτικό ζήτημα όμως είναι: θα καταφέρουν να χειραφετηθούν από τις σημερινές τεχνολογίες της εξαπάτησης και της αποστέρησης?  Ή μήπως θα τους κυριεύσει αυτή η τεχνολογία με τρόπο ακόμα πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ’ ό,τι σήμερα?
Ας αναμένουμε το χειρότερο κι ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. Αυτός ο κόσμος αξίζει τον οίκτο μας..."
Β: "Αλλά ο οίκτος είναι μάταιος"... καλέ μου.

                                                                                                                                    Β.Η

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Ικαρία




                                                              Για την Τέχνη της Αφήγησης


    Υπάρχουν αφηγητές! Και υπήρξαν μεγάλοι αφηγητές! Αίφνης Ικαρία! Σταμάτης Κόχυλας! Αδελφός Δημήτρη Κόχυλα! Διατηρούσε δε ο δεύτερος καφενείο, το καφενείο «Ανατολή», στον Αρμενιστή, στη βόρεια πλευρά του νησιού, περιοχή Ράχες. Ή μήπως λεγόταν:"Ήλιος"; Τέσσερα καφενεία στη σειρά, σε βεράντα υπερυψωμένη πάνω από την προκυμαία. Τέσσερις καφενέδες στη σειρά, τελευταίο του Δημήτρη, δύο στη μέση , πρώτο του αδελφού του, τού Σταμάτη. Όπως έμπαινες στη βεράντα. Στο κατέβασμά σου απ’ τη στροφή του χωματόδρομου. Όπου έκανε στάση το λεωφορείο που συνέχιζε για Ράχες.
    Του μπαρμπα-Δημήτρη και των άλλων δυό, φτιάχνανε επίσης και φαΐ. Του Σταμάτη μόνο καφενείο. Καφές, καρυδόπιτα, κονιάκους, ραβανί. Ως εκεί! Αλλά το μαγειρευτό φαΐ που τρώγαμε στου μπαρμπα-Δημήτρη ήταν η μιά από τις δυό βάσεις μας στην Ικαρία. Η άλλη ήτανε η άμμος. Εκεί, που κοιμόμασταν μες στις καλαμοκαλύβες και συμβαίναν όλα τ’ άλλα. Δηλαδή φωτιές και τα τοιαύτα!
    Πέρασαν από εκεί «απόφοιτοι με μέτριο βαθμό», ροκάδες, οξυγονοκολλητές, ποιητές, καταραμένοι, εξαίσιες κοπέλες με λαμπερά μάτια, ορθόστηθες κοπέλες, και ο ανθός της Ευρώπης. Έπρεπε να’ ναι ο ανθός για να ‘χουν ανακαλύψει τον αρχαίο ‘κείνο βράχο όπου γκρεμίστηκε ο γιός του Δαίδαλου!
 Ο ένας έφερνε τον άλλο, γιατί στην Αθήνα, όπως και αλλού, ερχόταν το σκοτάδι. Στη χαρούμενη δεκαετία του ’80, που μόλις άρχιζε, από κάτω αυξανόταν το σκοτάδι και η Νύχτα σταθερά εκτόπιζε τη Μέρα. Κι εμείς που, αγέρωχοι, κάναμε σπουδή στη Νύχτα, τη συνηθίζαμε σιγά-σιγά, αλλά και πάλι δεν αντεχότανε μια τέτοια Νύχτα. Έτσι, στην Ικαρία, ξεκλέβαμε χρόνο από ‘κείνη τη γλυκόπικρη θητεία και βγαίναμε για λίγο πλησίστιοι μες στη Μέρα.
    Ήταν μιά εποχή πριν από το ημερολόγιό μας όπου ακόμα οι ντόπιοι ρωτούσαν: πώς πήγε το καλοκαίρι; Δεν είχαν ακόμα αρχίσει να ρωτούν, πώς πήγε η σαιζόν;

    Έφτασα στην Ικαρία Σεπτέμβρη του ’79 ναυαγός από έρωτα. Πάνω στα βουνά συνάντησα την ομίχλη, πετρόκτιστα χωριά και ξανθά παιδιά με σιταρένιο δέρμα. Το μέρος αόριστα μου θύμισε Σκωτία. Και σ’ ένα κοιμητήριο δίπλα στο θαλασσινό κύμα έξω από το Καραβόσταμο ευχήθηκα να βρω έναν τάφο όταν θα ερχότανε η ώρα. Ή μπορεί να ΄τανε κι αλλού, στο Φλες. Ή μήπως ήτανε στο Γιαλισκάρι;
     Όταν γύρισα πιά Αθήνα οι διηγήσεις μου ξεσήκωσαν μυαλά που δεν περίμεναν παρά ένα σύνθημα. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του ’80 άρχισε μια εκστρατεία με σκοπό ένα άγνωστο σημείο στο πέλαγος που, αν μη τι άλλο, έφερε ένα όνομα μυθικό.
    Παρέες από το Χολαργό που ’χαν γίνει ένα με άλλες από την πλατεία Αμερικής έπαιρναν καράβια από τον Πειραιά ή από οπουδήποτε στις Κυκλάδες με κατεύθυνση την παραλία του Αρμενιστή. Και κάποιοι συναντηθήκαμε πάνω σε καταστρώματα και γείραμε πάνω σε κουπαστές. Ταυτόχρονα, κάποιοι ξένοι που είχα συναντήσει στα νησιά ήταν κι αυτοί σχετικά συνεπείς στο ραντεβού. Έτσι ήρθανε εκείνες οι ατέλειωτες τριάντα μέρες του Σεπτέμβρη του ’80.
   Άγνωστοι, γνωστοί και φίλοι έρχονταν ψάχνοντας και μας βρίσκανε στο βασίλειό μας, πέρα στις άμμους ή στη βεράντα με τα καφενεία, όπου αγναντεύαμε τη θάλασσα, όπου ξοδεύαμε αφειδώς την περιουσία μας που ήταν μοναδική και λεγόταν χρόνος άπειρος.
    Και οι νεοφερμένοι αναγνώριζαν στα πρόσωπά μας τα σημάδια μιάς αρρώστιας στην οποία δεν θ’ αργούσαν να υποκύψουνε κι αυτοί. Αρχαία αρρώστια που λεγόταν λήθη.
    Σ’ εκείνη τη βεράντα με τους τέσσερεις καφενέδες στη σειρά, αυτοί εκ Χολαργού και εκ Παπάγου με άλλους από την πλατεία Αμερικής, πάνκηδες από το Βόρειο Λονδίνο και άλλους σύγχρονους αυθάδεις και ‘κείνους απ’ το NeuKoeln και το Κreuzberg - μιάς πόλης αχανούς που γινόταν ενιαία απλώνοντας τα πλοκάμια της παντού - αναμειγνύονταν με μετανάστες που επέστρεφαν από την Αμερική, ανθρώπους που ‘χαν πηδήξει απ’ τα καράβια στη Νέα Υόρκη και στη Νέα Ορλεάνη και βοσκούς, ψαράδες και σαλούς! Κανένας αρχιτέκτονας, κανένας πολεοδόμος και κανένας σκηνογράφος δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει μια καλύτερη «σκηνή» από εκείνη την τυχαία βεράντα για να πετύχει τέτοια όσμωση ανθρώπων, ανθρώπινων ιστοριών, χαρακτήρων και πεπρωμένων. Ίσως λοιπόν ήτανε μια γέφυρα που τη διέσχιζε μικρός παρδαλός θίασος και τον κοίταζε βαθιά μέσα από τις χαράδρες του ο Χρόνος. Αφού τέτοιες στήνει αυτός!
    Σε όλο εκείνο το ατέρμονο συμπόσιο, μια φιγούρα, ο μπαρμπα Δημήτρης, εκινείτο αργά με το δίσκο στο χέρι, παρατηρώντας κάθε τι με γλαρωμένα μάτια και βλέφαρα βαριά από πίεση και με ένα σχόλιο που ερχόταν αλάνθαστα στην ώρα του, που ήταν πάντα στιγμή κενού-πρόσκαιρης σιωπής, απέδιδε, συμπύκνωνε, υπογράμμιζε αυτό που συνέβαινε. Κι ήταν σαν ο ίδιος ο μπαρμπα-Δημήτρης να δημιουργούσε το κενό. Βέβαια εμείς που γνωρίζαμε ότι η ομορφιά - το εύμορφον - σημαίνει την καλή μορφή, θα χρειαζόμασταν δεκαετίες για να μάθουμε ότι όταν λέμε ωραίο, αυτό προέρχεται από την ώρα τη σωστή, αυτό δηλαδή που έρχεται όταν ο χρόνος ωριμάζει! Ο δε ταβερνιάρης μας κατείχε τόσο καλά την έννοια του Χρόνου και της οικονομίας Του, μ’ έναν τρόπο που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν οι οικονομολόγοι που ήδη από τότε ελλοχεύαν. Έτσι, σιγά σιγά, υποκρυφίως και πλαγίως, έπαιρνε ανάμεσά μας τη θέση ενός αρχαίου τελετάρχη, ενός Συμποσιάρχη - ενός είδους Master of Ceremony. Χωρίς δε καν να το καταλάβουμε μας είχε καταστεί απαραίτητος κι από πελάτες γινόμασταν κάποιοι εκλεκτοί φιλοξενούμενοι.
    Ήδη την πρώτη μου φορά, προχωρημένο φθινόπωρο του ’79, είχα δει ένα βράδυ τον Δημήτρη να ξαπλώνει στον ξύλινο πάγκο να βάζει το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο, φορώντας τα χοντροπέδιλά του, και να παίρνει αγκαλιά ένα βαρύ δερματόδετο βιβλίο. Απέναντι κρεμόταν ένας Παγκόσμιος χάρτης και παραδίπλα η κυρά του, η Μαρία, αλεύρωνε, τηγάνιζε και ξανααλεύρωνε ψαράκια. Έσκυψα και διάβασα τον τίτλο: «Τα απομνημονεύματα  του στρατηγού Σαράφη». Δεν μπόρεσα να μην μακαρίσω φωναχτά τον άνθρωπο στο τέλος του καθημερινού του μόχθου. Μπορούσες να το νοιώσεις: ερχόταν η εποχή που θα ‘κλείνανε τις πόρτες και θα ‘τριζε το μαγαζί από τη δύναμη της θάλασσας και τον πολύν αέρα και μέσα θα μπουμπούνιζε η σόμπα. Ναι, μπορούσα σχεδόν ν’ αγγίξω αυτή την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αγριότητα και τη θαλπωρή.
    Έτσι άρχισα να επιστρέφω στην Ικαρία. Βρέθηκα εκεί μες στο χειμώνα, έκατσα γύρω από σόμπες, έφαγα σκασμένα κάστανα και ήμουνα παρών σε συζητήσεις για το πότε έδεσε για τελευταία φορά στον Αρμενιστή το Μιμίκα Λ.! Ήταν το ’47; Ή το ’49; Και τα πειράγματα κι οι διαφωνίες έδιναν και έπαιρναν με σκοπό να φύγει η νύχτα. Και μετά, όλοι μαζί, αλλάζαμε στέκι. Βγαίναμε στη θαλασσόβρεχτη βεράντα που τη μαστίγωναν ριπές και καταφεύγαμε στου Σταμάτη για ζεστό κονιάκ.
    Πάμε λοιπόν στον Σταμάτη! Τον Σταμάτη Κόχυλα! Κοντός αυτός, αδύνατος, με ρουφηγμένα μάγουλα και μάτια αγέλαστα που ‘χαν μελαγχολία σκύλου. Σε κοίταζαν ενώ γελούσες σαν να λέγανε: Τι γελάτε κακόμοιρα; Κι όταν σηκωνόταν εκείνα τα χειμωνιάτικα βράδια μες στο καφενείο του να πει μιά ιστορία απλωνόταν νεκρική σιγή.
    Πήγα για ψάρεμα και βγήκα στη Μέσα Ακτή να ξαποστάσω. Εξάπλωσα στην άμμο κι έδεσα στο πόδι μου τη βάρκα. Όσο κοιμόμουνα και ονειρευόμουνα άλλαζε ο καιρός.  Εδώ περιέγραφε εν συντομία την αλλαγή κατεύθυνσης του ανέμου, τον αέρα που σηκωνόταν από «μέσα», απ’ το ποτάμι, και τη γλυκειά ρυτιδωμένη θάλασσα που γινόταν κυματώδης - πράγματα γνωστά - και δεν θα το πιστέψετε ρε παιδιά: ξαφνικά ξύπνησα μισοπέλαγα! 
    Σφυρίγματα, φωνές, χαρούμενη αποδοκιμασία συνόδευαν το εξωφρενικό και τερατώδες τέλος - τίποτα! Όλα αυτά ήταν ανακούφιση του κρυφού φόβου - πάντα ξυπνάμε μισοπέλαγα!
    Ναι, ήταν μισοφάνερο ότι τα γέλια ήταν ανάχωμα στο φόβο που όλοι είχαμε κάποια στιγμή νοιώσει και ο Σταμάτης μάς υπενθύμιζε πλαγίως.
    Αλλά δεν ήταν μόνο οι τερατολογίες. Ο Σταμάτης διηγείτο περιστατικά, πολλές φορές χρόνια παλιά, με ακρίβεια ανατόμου που παρ’ όλα αυτά κάτι είχε ο ίδιος κάνει, κάποιο καινούργιο στοιχείο είχε υπεισέλθει χωρίς καν να γίνει αντιληπτό, και το νόημά τους διέφευγε αν και φαινόταν εκ πρώτης όψεως απτό. Κάτι εκεί γινότανε διττό. Εκεί λοιπόν ξέσπαγε συζήτηση μεγάλη, υπήρχε διχογνωμία και σε κάθε γνώμη αμφιβολία. Και είχαν μεγαλύτερη σημασία αυτά που δεν είχαν ειπωθεί. Τι κόσμος πολυσήμαντος και κρυπτικός μες στη λακωνικότητά του!
    Ήταν ακόμα και αρχιτεχνίτης της παύσης, ήτοι: της βαρύνουσας σιωπής. Αυτής δηλαδή που έρχεται απρόσμενα και διαρκεί όσο χρειάζεται για να βαθαίνει η αφήγηση. Και τις περισσότερες φορές, (σχεδόν πάντα) την ουσία της ιστορίας δεν τη διαλαλούσε αλλά την έκρυβε επιμελώς, εδώ κι εκεί, δήθεν τυχαία. Ά, ήταν απαράμιλλος στην απόκρυψη εκείνου που έπρεπε να βρεθεί ανασκαλεύοντας. 
    Μάλιστα! Αυτός ήταν ο Σταμάτης! Όρθιος μες στο καφενείο, σαν φτενή οξεία, γυρισμένα τα 80, μια στάλα άνθρωπος, μόνον το κεφαλάκι του ξεχώριζες πάνω απ’ τις κεφάλες των θαμώνων, έκοβε το άφιλτρο στα δύο, έβαζε το μισό στ’ αυτί, άναβε το άλλο κι έλεγε: Λοιπόν… Και άρχιζε. Κράταγε 15-20 άτομα στα χέρια του, που παρακολουθούσαν μιάν εκφορά λόγου αργή στην αρχή, διστακτική, με βαρειές παύσεις, που τάχυνε σε κάθε επόμενη στροφή και γινότανε ακατάσχετη φτάνοντας σε ψηλό κρεσέντο και κει πάνω, στην κρισιμότερη στιγμή, γινόταν ξαφνικά μιά συγκοπ’ή- κι ακολουθούσε το αναπάντεχο, ή το εν πολλοίς αναμενόμενο.
    Τον ακούγανε σαν ναρκωμένοι. Ό,τι ήθελε τους έκανε, μόνο με τις λέξεις. Και τους ξέσερνε απαλά, τους ξυπνούσε μαλακά ή τους ξανάστηνε στα πόδια, βίαια με άλλες. Κι έμενες να θαυμάζεις αυτό που ‘χε συμβεί.
    Μπροστά στον μεγαλύτερο αδελφό του ακόμα κι  ο μπαρμπα- Δημήτρης τηρούσε σιγήν κι όταν γύριζες και τον κοίταζες, γυρεύοντας μιαν εξήγηση, στα γλαρωμένα μάτια και στο απλανές του βλέμμα διάβαζες μονάχα: Μάλιστα, αυτά είν’ τα μυστήρια!  Χωρίς να ξέρεις αν εννοούσε αυτά που είχαν ειπωθεί ή το αερικό που ‘χε διαβεί.
    Και δεν ήτανε μιά φορά και δυό, στους περιπάτους μας προς τον Να, που συναντούσαμε τον μπαρμπα Δημήτρη να επιστρέφει - προχωρημένο σούρουπο. Ερχόταν απ’ τα κατσίκια του και τα μποστάνια. Φορούσε το φυλάκι, τον Ικαριώτικο σάκκο από τομάρι κατσίκας που είχε το μαλλί προς τα έξω - ανέμιζε γκλίτσα από πουρνάρι. Αυτός λοιπόν που για μας ήτανε ο ταβερνιάρης, ήταν από πάντα ένας ξωμάχος. Και πάντα μια καλή συζήτηση βαδίζοντας όσο ερχότανε το βράδυ. Γιατί υπάρχουν συζητήσεις που μπορούν να γίνουν μονάχα όταν βαδίζεις. Συζητήσεις που τελείωναν μόνο όταν φτάναμε στα πρώτα σπίτια του Αρμενιστή και πίσω στους ανθρώπους.
     Έπειτα, αργά ένα μεσημέρι του Σεπτέμβρη τον βρήκαμε κουστουμαρισμένο να πίνει τον καφέ του ψημένο από την νύφη του, τη Βάσω. Τότε μας διηγήθηκε πώς ξύπνησε νύχτα για να πάει στο δικαστήριο στη Σάμο. Το αλλοπρόσαλλο, η πλέμπα των δικηγόρων και των κρατικών υπαλλήλων ζωντάνεψε μπροστά μας. Σαν να μίλαγε ένας Μανιτού, σαν να μιλούσε βράχος! Για να μας θυμίσει πως ορισμένα πράγματα αντιμετωπίζονται μόνο με την παρωδία! Κι ήταν σαν να έφερνε νέα από έναν άλλο κόσμο, πέρα από τα σύνορα, ή από κάποιες εξώτερες στοιβάδες ενός πλανήτη απ’ τις οποίες εμείς, αυτόμολοι, συνωθούμασταν προς κάποιο κέντρο και πυρήνα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι νοιώθαμε την απειλή εξ ίσου.
    Κι όταν η Γεωργία η κελαρυστογελούσα τον ερώτησε, πόσους τρελλούς έχει το χωριό- κάτοικοι 21 όλοι κι όλοι τον χειμώνα - την κοίταξε με βλέμμα απλανές σα να κοιτούσε πέρα: Ε... μισοί- μισοί είμαστε! Και δίπλα στον μετρονόμο τού χιούμορ που εκπροσωπούσε ο μπαρμπα Δημήτρης, και σιγοντάρανε όλοι γύρω, αναπτύσσαμε και μείς το δικό μας. Έτσι έναν Γερμανό που απέφευγε τους δικούς του και σύχναζε, επιδεικτικά, με τους ψαράδες- έναν «μισητή» της Γερμανίας (πόσο τυπικά γερμανικό!) - τον ανακηρύξαμε ντόπιο και τον αποκαλούσαμε γελώντας έτσι ακριβώς: ο «Ντόπιος»!
    Όμως αυτό το σημείωμα πέρα από ένα αφιέρωμα στην τέχνη της αφήγησης γίνεται μια απόδοση τιμής στην τέχνη του σχολίου. Του διαυγούς σχολίου, της συναναστροφής, του χιούμορ, που ασκείται και τελειούται μες στο σχολείο των «ίσων», και πάνω απ’ όλα, στο πνεύμα της κωμωδίας που χορεύει ελεύθερο μπρος στο τραγικό και το παράλογο. Και ήταν όλο αυτό: το παιγνιώδες πνεύμα, το πνεύμα που παίζει.
    Το βλέπαμε να έρχεται απ’ τη μεριά ενός αχανούς Παρελθόντος το οποίο είχαμε αρχίσει να υποψιαζόμαστε ότι υπήρξε πριν από την έλευση του ηλεκτρισμού και του rock nroll. Και βλέπαμε αυτό το παρελθόν να φτάνει σαν φλοίσβος και να εκπνέει μπρος στα έκπληκτα μάτια μας και τα ημιβάρβαρα πόδια μας. Θα αισθανόμαστε πάντα ευγνώμονες που η άγνοιά μας αντιμετωπίστηκε απ’ αυτούς τους Σεμνούς Γεννήτορες με μιά τρυφερότητα σχεδόν πατρική. Αμήν! Ας είναι καλά εκεί που πήγαν!
    Ας είν’ καλά και η Ικαρία η αγαπημένη… αυτή είναι η Ελλάδα που αγαπήσαμε!
    Χρειάστηκε όμως κόπος για να γίνει αυτό. Και χρόνια. Αλλά στο μακρύ φθινόπωρο του ’80, εμείς που ήμασταν ορφανοί από πατέρες ή μάλλον κάποιοι πατροκτόνοι, περισσότερο γόνοι της εποχής μας, σκέτοι – που ήταν όμως εποχή ταραχών και φόνων - νοιώσαμε ότι γινόμασταν ξανά, παιδιά μιάς ευγένειας και μιας μακράς παράδοσης από κάποιους που μάλλον έμοιαζαν μακρινοί παππούδες και απώτεροι προγόνοι.
    Ο Γιάννης, ο Πέτρος, ο Νίκος, ο Νίκος, η Utte, η Γιούτα, η  Rutte, η Γεωργία, η Γιάννα, η Πόπη, η Γκαμπριήλε και η λεπτή Blaudine!- Γιάννης, Πέτρος, Νίκος, Νίκος, Χρηστάκης, Γιάννα, Βασίλης, Γεωργία!- Rudi, Reiner, Γιώργος, Ισμήνη, Μπάμπης, Εύρης, Ρενάτε και Judite! Και οι έκπτωτοι άγγελοι της Δυτικής Αθήνας... Αν κάποιοι μπορούσαν να εμποδίσουν τις συναντήσεις θα σταματούσαν και τον Άνθρωπο!
    Έκτοτε τι απέγινε η Ικαρία… δεν γνωρίζω πια. Την έχω δει κάποιες φορές απ' το αεροπλάνο. Ο βράχος της, απ’ το ακρωτήριο Πάππας ως το Δράκανο, ξεπροβάλλει απ’ τα κύματα σα ράχη φάλαινας. Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν φαίνεται καθαρά. Κι αν κάποτε κάποιοι στασιαστές, οι στασιαστές τού Μπάουντυ, βρήκαν τη νήσο Πίτκαιρν, σημειωμένη 300 μίλια λάθος στους ναυτικούς χάρτες, και κατέφυγαν εκεί, εμείς επιστρέφαμε για μια ολόκληρη εποχή στην Ικαρία επειδή δεν αναφερόταν σε κανένα χάρτη του καιρού μας.  


                                                                                                             Β.Η

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο Μονόλογος μιας νεαρής Μολδαβής

    -Πώς τα βλέπεις τα πράγματα?
    -Πώς να τα βλέπω? Δεν ξέρω! Δεν είμαι και πολύ καλά τώρα τελευταία. Δεν νοιώθω και πολύ καλά. Να δηλαδή τα βλέπω όλα λίγο αρνητικά. Είμαι λίγο απαισιόδοξη τώρα τελευταία και μου φαίνεται για αυτό δεν τα βλέπω καλά! Όταν σκέφτομαι τι γίνεται γύρω- Να, όλο αυτό που συμβαίνει, δεν νοιώθω καθόλου καλά! Νοιώθω οργή και ντροπή. Για όλα αυτά που αγοράζω, για αυτά που τρώω, καμιά φορά για αυτά που σκέφτομαι. Βλέπω πώς φερόμαστε εμείς οι άνθρωποι, ο ένας στον άλλον, κανείς δεν αντέχει κανέναν. Και το τί κάνουμε δεν λέγεται! Ο ένας στον άλλον. Και στη φύση. Στο περιβάλλον. Τι γίνεται με τα δάση, με τα νερά, τον αέρα. Τι κάνουμε σ’ αυτόν τον Πλανήτη. Βλέπω τα ζωάκια - Δεν κάνουνε αυτά που κάνουμε εμείς. Γίνεται να είναι έτσι ο άνθρωπος? Τόσο κακός? Υπάρχουνε τα 7, πώς τα λένε? Και τα κάνουμε όλα Εγώ πιστεύω σ’ αυτά τα 7… Ξέρεις, απληστία… και τα άλλα.
    -Αμαρτήματα!
    -Ναι, αμαρτήματα. Δηλαδή πιστεύω ότι είναι αμαρτήματα. Υπάρχουν πολλοί που τα κάνουν όλα! Το ένα μετά το άλλο! Λες και τους είπες να τα κάνουν. Λες και είναι το καλό, αυτό δηλαδή που πρέπει να κάνουν. Κι άμα συνεχίσουμε έτσι, άμα δεν αντιδράσουμε, δεν υπάρχει λόγος να ζούμε. Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε πάνω στη γη. Καλύτερα να πεθάνουμε όλοι. Να καθαρίσει αυτό το πράγμα. Να καθαρίσει η γη. Ν’ αρχίσουνε όλα από την αρχή.
    Και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι γίνεται. Δεν έχουν ιδέα. Ούτε τους νοιάζει καν. Οι περισσότεροι από τους μισούς. Δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Νοιώθω μίσος και οργή. Για αυτούς που σκοτώνουνε παιδάκια. Για αυτούς που βιάζουνε γυναίκες. Που σκοτώνουνε ο ένας τον άλλον. Και καταδικάζουνε τους άλλους στην πείνα. Και στον φόβο. Δεν ξέρω, υπάρχει φόβος.
    -Για τι πράγμα?
    -Δεν ξέρω. Για αυτό που έρχεται! Και τα κάνουν όλα. Επειδή μπορούν να τα κάνουν. Έτσι απλά! Επειδή μπορούν! Και πρέπει να πληρώσουν όλοι αυτοί. Πρέπει να πληρώσουν. Δεν γίνεται να καθαρίσουν με μια συγνώμη. Ζητάς συγνώμη από κάποιον που πατάς, όχι από κάποιον που σκοτώνεις! Πρέπει να υπάρξει τιμωρία. Να τιμωρηθούνε για όσα έχουν κάνει! Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Πού θα πάει όλο αυτό? Ναι, πρέπει να υπάρξει τιμωρία! Και γίνεται όλο και χειρότερο. Ίσως έτσι ήτανε ο άνθρωπος από παλιά. Ναι, μάλλον έτσι ήτανε. Αλλά τώρα δεν πάει άλλο. Άμα καταστραφούμε, αυτό θα ’ναι δίκαιο!
    ….Δεν ξέρω μπορεί να έχω και άδικο που τα βλέπω έτσι. Μπορεί να είμαι εγώ έτσι! Να είμαι δηλαδή λίγο παράξενη! Ας έρθει κάποιος να μου πει ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα κι ότι εγώ είμαι που τα βλέπω παράξενα! Ας μου πει ότι υπάρχει λόγος που είναι έτσι!
    -Σ’ ευχαριστώ πολύ!
    -Για τι πράγμα?
    - Για τον λόγο που μου έβγαλες.
    -Α, τον λόγο! Σου έβγαλα λόγο?
    -Βέβαια!
    -Ξέρεις έτσι που δεν νοιώθω καλά, πολύ καιρό τώρα, σκέφτομαι να βάλω μια κάμερα και να βγάλω έναν λόγο και να τον βάλω στο internet!
    - Να έρθω μια μέρα με μια κάμερα και να επαναλάβεις αυτά που μου είπες?
    -Δεν ξέρω, έχω …λογοφοβία!
    -Τρακ!
    -Ναι τρακ! Όχι τρακ! Λογοφοβία!
    - Τι είναι λογοφοβία? Αγοραφοβία?
    -Όχι, αγοραφοβία είναι όταν έχεις φόβο να βγεις στην Αγορά. Λογοφοβία, όταν έχεις φόβο να μιλήσεις δημόσια! Τι λες, θ’ αλλάξει κάτι άμα τα βγάλω στο internet?
    -Όχι!
    -Πού πας? Φεύγεις?
    - Ε, ναι, είμαι τόση ώρα εδώ, ακούσαμε μουσική, μιλήσαμε, είπαμε πολλά, όλα όμως ήτανε σαν… προθέρμανση για να μου πεις αυτά που μου είπες! Δεν υπάρχει πλέον τίποτα καλύτερο να ειπωθεί!
    -Άντε καλά! Να κλείσω κι εγώ.
    -Γειά!
    -Γειά, τα λέμε!

                                                                                                           απόδοση: Β.Η

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Αγρότες στο κέντρο της Πόλης

    Παρασκευή στις 12μισυ τη νύχτα βγαίνω από το μετρό Σύνταγμα. Η Δημόσια σφαίρα βουίζει από το τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Ραδιόφωνα και τηλεοράσεις προβάλλουν την άφιξή τους. Τέτοια ώρα φυσικά, προσεγγίζω το πρόβλημα πλαγίως. Μπαίνω, σαν να λέμε, από την πόρτα της κουζίνας. Μερικά αντίσκηνα και κόσμος. Δύο απ’ αυτά είναι κρητικά. Ένα συνεργείο αρπακτικών των ΜΜΕ τραβά την προσοχή μου. Η επικεφαλής, μια ψηλή ξανθιά κοπέλα  με ένα μικρόφωνο στο χέρι, εντοπίζει έναν Κρητικό με μαύρες μπότες, κανά 55αριά χρονών, κι αρχίζει να τον γυροφέρνει. Ο άνθρωπος πείθεται και της προσφέρει κάθισμα. Δεν ήτανε και δύσκολο, η κοπέλα είναι όμορφη. Απέναντί τους σηκώνεται η κάμερα. Εκείνη τη στιγμή, δύο από το συνεργείο, μες τη φούρια, τής φωνάζουν: Τζίνα, έλα εδώ, πάμε στις σκηνές. Η Τζίνα γυρνάει και τους λέει στριμωγμένη: Δεν μπορώ τώρα να τον αφήσω- και τους κλείνει το μάτι μ’ ένα τρόπο πολύ βρώμικο. Ο Κρητικός, τίποτα δεν είδε γιατί κάθεται από την άλλη τη μεριά. Οι ερωτήσεις είναι χαζές αλλά αν για κάποιους η χαζομάρα είναι πρόβλημα, για τα αφεντικά των ΜΜΕ είναι προσόν. Συνήθως αρκεί το περιτύλιγμα, δηλαδή η παρουσιάστρια.
    Ο Κρητικός αφηγείται τη σύντομη ιστορία τους χαμογελώντας ζεσταμένος από την παρουσία της, αλλά κι αυτή τού αφήνει χώρο. Χαμογελάει και συγκατανεύει, μάλιστα, κάποιες στιγμές γίνεται γλυκιά, σχεδόν συμπαθητική. Τον αφήνει να μιλά τραγουδιστά, έχει σχεδόν ξεχαστεί, ούτε απ’ αυτήν διαφεύγει ότι ο Κρητικός υπήρξε ωραίος άνδρας.
    Τελειώνοντας, ο άνθρωπος σηκώνεται, μπαίνει στη σκηνή και ύστερα από λίγο βγαίνει με μια μπουκάλα τσικουδιά και  κρητικές κουλούρες. Τής γεμίζει ως απάνω ένα ποτήρι, το ίδιο και στον κάμεραμαν. Εν τω μεταξύ, πλακώνουνε οι άλλοι δυό, πάντα φουριόζοι, γίνεται μιά ανακατωσούρα, η ξανθιά φεύγει χωρίς καν να χαιρετήσει. Κοιτάω τον Κρητικό: κάθεται κάπως συρρικνωμένος, σαν να έχασε την ουσία του. Παντού τριγύρω συνεργεία έχουν απομονώσει τους πιο φολκλόρ -γέρους με μπαστούνες- τους φωτίζουν μες τη νύχτα και τους ρουφάνε τη ψυχή. Φέρνει αηδία να ακούς τους λελέδες της τηλεόρασης να αποκαλούν τους γέρους: Σύντεκνε!
     Σαν Χουάν Τσαμούλα Chiapas Μεξικό ’87. Ένα  ινδιάνικο χωριό στα οροπέδια- Τσαμούλα. Μιά εκκλησία- Σαν Χουάν. Δυο χρόνια πριν, οι ντόπιοι σκότωσαν δυο ξένους που έβγαζαν φωτογραφίες μες την εκκλησία. Από τότε η Ινδιάνικη κοινότητα έχει βάλει έναν φύλακα έξω από την εκκλησία ο οποίος καθιστά σαφές στους ξένους: εκεί μέσα δεν τραβάτε φωτογραφίες! Όχι μόνο μέσα εκεί, αλλά πουθενά στο χωριό κανείς δεν βγάζει κάμερα. Τελικά μόνο για το δικό μας αίμα έχουμε σεβασμό.
    Για τους Ινδιάνους, όποιος φωτογραφίζει κάποιον, τού κλέβει την ψυχή. Όποιος φωτογραφίζει ένα ναό, κλέβει την ψυχή του Θεού. Μέσα στην εκκλησία έχουν σκορπίσει χόρτο πάνω στα δάπεδα, Ινδιάνες γονυπετούν, η κάθε μιά μπρος στο αναμμένο καντηλάκι της, χαμένες σ’ άλλον κόσμο, το καντηλάκι αντιφεγγίζει μες τα μάτια, κι από ψηλά στον τρούλλο τις στέφουν ένας αητός ένας λέων ένα φίδι κι ένας ταύρος. Κι εμείς, μες την αγέρωχη επιστήμη μας, γελάγαμε με τέτοιους πολιτισμούς. Έπρεπε να έρθουν οι κοινωνιολόγοι μας, να μάς μιλήσουν για την κυριαρχία της εικόνας για να καταλάβουμε ότι… οι πρωτόγονοι είχαν δίκιο.

   Απαίσια φήμη συνοδεύει το μικρό χωριό. Το μικρό χωριό ζει το σεβασμό.

   Φέρνει, ακόμα, αηδία αυτός ο κόσμος που κατασπαράζει ανθρώπους και τον βάσανό τους, μετατρέποντάς τους σε εικόνα για να ταΐσει λιμοκτονούντες και βουλιμικούς τηλεθεατές-ανάπηρους που θρέφονται απ’ τα μάτια. Τελικά οι ανθρωπότητα δεν ξέφυγε ποτέ από τον κανιβαλισμό, μόνο τον ευπρέπισε λιγάκι αφαιρώντας του το αίμα. 
    Επόμενος άρπαγας, ένας νεαρός Χρυσαυγίτης. Κάνει μπαμ η κομματική του ένταξη λόγω υστερίας. Πιάνει κι αυτός στασίδι και πώς τα κατάφερε, μέσα σε 5 λεπτά, κι έφερε τη συζήτηση στον Εμφύλιο? Καταφέρεται με μένος ενάντια στον Βελουχιώτη. Βρίζει απαξάπαντες τους πολιτικούς (ως και τον… Εθνάρχη- ιδιαίτερα αυτόν) πλην Ελευθερίου Βενιζέλου (γλύφει). Ο Κρητικός και ένας φίλος του δηλώνουνε σεμνά ότι είναι κομμουνιστές. Αυτουνού δεν ιδρώνει τ’ αυτί, το αντιπαρέρχεται, και προσπαθεί να συνεχίσει την αγκιτάτσια. Γίνεται όμως φανερό: οι Χρυσαυγίτες νοιώθουν κάποιο κρυφό φθόνο για το ΚΚΕ και την ένοπλη νιότη του. Οι Κρητικοί τού ξεκαθαρίζουνε, ευγενικά αλλά με σταθερότητα, ότι η συζήτηση τελειώνει εκεί. Ο πιτσιρικάς στριφογυρίζει αμήχανος στο κάθισμα για λίγο κι ύστερα φεύγει με κατεβασμένα αυτιά. Και μένα με ρουφάει το μετρό οι γαλαρίες του και η περισυλλογή του.

    Την άλλη μέρα, Σαββάτο μεσημέρι κατεβαίνω Σύνταγμα ξανά. Παντού κυριαρχεί το ΠΑΜΕ κι οι σημαίες του. Εδώ κι εκεί αριστεριστές με το πανό τους. Τα μεγάφωνα χαλούν τον κόσμο. Λόγοι αγροτοσυνδικαλιστών εναλλάσσονται με παιάνες. Κανένας δεν ακούει. Αγρότες βγάζουν το άχτι τους μπρος σε μικρά ακροατήρια. Είναι οι μικροί σταρ της ημέρας.
    Κάθομαι σε μία άκρη. Τα πανό μαζεύονται κι αρχίζει η αποχώρηση, οι σκηνές ξεστήνονται και τα γρασίδια αδειάζουν, οι μουσικές συνεχίζουν εκκωφαντικά. Μαζί με την τσίκνα απ’ τα σουβλάκια μια αριστερίλα σηκώνεται από την πλατεία. Ούτε και σήμερα έγινε κάτι. Είναι φυσικό. Ούτε και σήμερα ειπώθηκε κάτι άξιο ν’ ακουστεί. Τι γίνεται με τη γη- τι γίνεται με τα τρόφιμα που τρώμε- πώς γίνεται κάποιος, ο οποίος υποτίθεται πως αγαπάει τη δουλειά του, να φουσκώνει και να δηλητηριάζει τα προϊόντα του με ορμόνες και φυτοφάρμακα- τέτοια πράγματα δεν ειπώθηκαν. Αν πάλι δεν υπάρχει αγάπη για τη γη, το πώς απαιτεί κάποιος να βγάλει λεφτά απ’ αυτήν, κάνοντάς της μπαγαποντιές - πάλι δεν ειπώθηκε. Από τους τρεις πόλους της διαμάχης κανείς δεν είναι ειλικρινής. Όλοι κρατούν μολυβάκι και χαρτί. Οι Ευρωπαίοι θέλουν τα λεφτά τους – αέρα λεφτά. Η κυβέρνηση υπολογίζει ψήφους και έδρες.Και οι αγρότες θέλουν να ζήσουν και η γη και οι... καρποί της να παν να γαμηθούν. Από δε τους προστρέξαντες πολίτες, 9 στους 10 κάνουν άχρηστες δουλειές- επίφοβες δουλειές και δεν μιλώ μόνο για διαφημιστές ή για… πιτσαδόρους.
    Επομένως αν-  έβδομο χρόνο «κρίσης»- από την πλευρά των πληγέντων δεν υπάρχει το θάρρος να ειπωθεί έστω μια αλήθεια, το παιχνίδι είναι χαμένο. Γιατί για μένα η περιβόητη η κρίση δεν είναι κρίση οικονομική αλλά κρίση ειλικρίνειας.
    Σηκώνομαι να φύγω. Στη γωνία στο Public, μια ομάδα αγροτών από τον Όλυμπο συσκέπτεται για την αποχώρηση και είναι στα τηλέφωνα. Ανάμεσά τους, μια γαλονάτη αστυνόμος, ξανθιά με πρησμένα γαλάζια μάτια, μιλάει στο walkie-talkie. “Αρχηγέ, τι αποφασίσατε?” απευθύνεται στον επικεφαλής. Υπάρχει στο ύφος της κάτι ανάμεσα σε ελαφρά ειρωνία και αναγνώριση της καλής οργάνωσης των αγροτών που πολλές φορές τους αιφνιδίασε. Ακόμα, κάτι από τον πάνδημο σεβασμό προς τους αγρότες: δεν είναι τίποτα …προλετάριοι αλλά οι προπάτορες όλων μας.
    “Πλατεία Καραϊσκάκη”, λέει αυτός. Τους δίνει κατευθύνσεις και ενημερώνει στο walkie-talkie. “Προσέξτε τους αναρχικούς, μην παρεισφρύσσουν ανάμεσά σας”, λέει κοιτώντας με νόημα προς τα Προπύλαια. Και μια τσαούσα με αγριεμμένο  μάτι, από άλλο μπλόκο, που συζητάει μαζί τους, προειδοποιεί: προσέξτε.. αυτά τα ρρρεμάλια..! λέει με (ακατανόητο) μίσος πριν να φύγει.
   Στρίβω στην άδεια  Σταδίου και παραγγέλνω έναν “τούρκικο” στο coffee island. Σκαρφαλώνω και σ’ ένα σκαμνί. Δέκα λεπτά μετά εμφανίζεται μια μηχανή της αστυνομίας, ο γκριζομάλλης οδηγός πάει αργά, κορνάρει συνεχώς. Ειδοποιεί τους καταστηματάρχες να κλείσουν. Τα ρολά αρχίζουν να κατεβαίνουνε παντού. Ανεβαίνουν οι αναρχικοί! (αυτά τα ρεμάλια).Τελικά, καμμιά αμφιβολία: έχουμε ένα κράτος μαγαζατόρων! Η ώρα είναι 2.30’ ακριβώς. Μού παίρνουν μάνι-μάνι το σκαμνί. Εμφανίστηκε το απόλυτο κακό! Οι πλαϊνοί δρόμοι κλείνουν από μηχανές της αστυνομίας. Το κράτος παίρνει θέσεις! Πίσω τους, μια ταλαίπωρη διμοιρία τους έχει πάρει στο κατόπι.
     Μόνο που ο κακός του παραμυθιού βαδίζει βαρύς και θλιμμένος σ’ έναν έρημο κόσμο και φτάνει πολύ αργά.

   Δεν είναι κι άσχημα να αλητεύεις μέσα στις διαδηλώσεις και τις φαντασιοκοπίες των άλλων. Αργά ή γρήγορα θα συναντήσεις τις δικές σου.


                                                                                                                             Β.Η

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Τα ερείπια είναι το όριο του «Φιλήσυχου Πολίτη»

https://www.facebook.com/Mahmoudbitar1964/videos/700863506682971/


    Δείτε καλά! Αυτό είναι ό,τι έμεινε από το πέρασμα ενός Νυκτερινού Θεού. Διάβηκα προσεκτικά πατώντας στα βήματά του. Η λάμψη των πυρκαγιών φωτίζει το σκοτάδι.
    Στη Συρία δεν υπάρχουν λογικοί άνθρωποι πλέον. Όσοι δεν έφυγαν κείτονται στο χώμα ή χώθηκαν στις φυλακές. Οι υπόλοιποι χωρίστηκαν στα δυο: οι μεν θα καταστρέψουνε τη χώρα για να την κρατήσουν, οι δε, για να την κατακτήσουν. Έτσι πτωχεύει η περίφημη αγάπη για την ήσυχη ζωή. Έτσι τελειώνουν τα ήσυχα χρόνια.
 
  Πόσο παράξενο… να πέφτεις θύμα της ειρήνης! 

        Κοιτάξτε προσεκτικά γιατί «αυτά θα γίνονται και θα ξαναγίνονται όσο η φύση του ανθρώπου θα παραμένει ιδία».

                    Άσχημες πόλεις
                    μόνο ερειπωμένες
                    φτάνετε στην ομορφιά.
                  
                    Αντίο όμορφα φριχτά ερείπια.

                                                                                                                        Β.Η

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΡΑ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

   Κατεβαίνουν τα απομεινάρια της διαδήλωσης την Πανεπιστημίου. Τα καθώς πρέπει κόμματα έχουν ήδη στείλει τον κόσμο τους σπίτι να δει τηλεόραση. Μπροστά μου οι αναρχικοί μπουμπουλωμένοι με μάσκες, κράνη και τα στυλιάρια με τα μαυροκόκκινα σημαιάκια. «Αγώνας για την Κοινωνική Επανάσταση» λέει ένα απ’ τα πανό. Φωνάζουν: «Ζήτω το Παγκόσμιο Προλεταριάτο». Περίεργο σύνθημα σκέφτομαι. Το απελευθερωτικό κίνημα δεν αγωνίζεται για το τέλος του προλεταριάτου? Για να μην είναι κανένας άνθρωπος προλετάριος?
   Οι διμοιρίες τους ακολουθούνε δεξιά και αριστερά από τα πεζοδρόμια. Τους μόνους που φοβάται στον δρόμο το κράτος είναι αυτοί. Είναι κατά κάποιον τρόπο εύφλεκτοι. Τι κρίμα για τους αναρχικούς! Έχουνε τη βούληση και την αντοχή αλλά δεν έχουνε τον τρόπο. Από κει που στέκομαι είναι φανερό: Δεν ξέρουνε από πού να το πιάσουνε το πράγμα αφού είναι Λερναίο. Μόλις πάνε να το αδράξουνε πάλι τους ξεφεύγει. Στη γωνία Εμμ. Μπενάκη οι αριστεριστές τραβάνε για την Ομόνοια και οι αντιεξουσιαστές στρέφουνε την πλάτη προς το …παγκόσμιο προλεταριάτο και επιστρέφουν στα Εξάρχεια.
    Κατηφορίζω στην Ομόνοια. Ο κόσμος διάσπαρτος γεμίζει την πλατεία. Σηκώνω το βλέμμα σε δυο απ’ τις παλιές Κυρίες, δύο μνημεία του στυλ: το ξενοδοχείο «Μπάγκειον» και το «Μέγας Αλέξανδρος» που δεκαετίες και δεκαετίες δίνουν κύρος σ’ αυτό το εμβληματικό κέντρο της λαϊκής Ελλάδας που είναι η Ομόνοια. Σιγά-σιγά τα τροχοφόρα… του καπιταλισμού διαβρώνουν τη «λαϊκή βούληση». Σε λίγο δεν θα ‘χει απομείνει εδώ παρά ο δικός της κόσμος, η μούργα της κοινωνίας. Ήδη μια οικογένεια γύφτων απ’ τα Τρίκαλα εμφανίστηκε και ρωτάει πώς θα πάει στον Πειραιά. «Πεινάμε», λέει ο πατέρας που η φάτσα του, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, μου θύμισε τον Ζορμπά. «Δεν ξέρετε τι θα πει πείνα!»
    Ανηφορίζω προς τα Εξάρχεια.  Εδώ η πλεονάζουσα και λιμνάζουσα ενέργεια των πλέον σκληροτράχηλων και των χαβαλέδων αναφλέγει κάδους και σκουπίδια. Μπύρες, κάδοι, πεζοδρομιάδα. Το τέλος μιας γιορτής που δεν άρχισε, all over again!
   Πίνω έναν χάλια καφέ στην κατάληψη του ΒΟΞ, το μόνο μέρος που είναι ανοιχτό. Κλείνουν για λίγο οι πόρτες για να μη μας πνίξουν τα ντουμάνια από τους κάδους. Είναι θλιβερό να ξεσπάς στο σπίτι σου. Δεν ξέρουν πως παρόμοια έχουν ξαναγίνει αλλού κι αλλιώς. Στη δεκαετία του ’60 οι μετανάστες στη Γερμανία άκουγαν τις Κυριακές τον Καζαντζίδη και έσπαγαν τα έπιπλά τους. Κυριολεκτικά διέλυαν τα σπίτια τους και τα νοικοκυριά τους.
   Νωρίτερα, αναρχικοί και Άκρα Αριστερά την «έπεσαν» σε αγρότες που φώναζαν συνθήματα της Χρυσής Αυγής. Κατεβαίνοντας την Ιπποκράτους οι Αυτόνομοι είχαν τοιχοκολλήσει αφίσες που έγραφαν: «Δεν διαδηλώνουμε με τα αφεντικά». Προφανώς ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και πολιτικά κόμματα. Πφφ! Εργατοπατέρες και πολιτικοί! Μα τι μοναξιά να διαδηλώνεις χωρίς τα αφεντικά!
   Ακούγοντας απόμακρα μπουμπουνητά από τις «κρότου- λάμψης» και κάτω από το ελικόπτερο της αστυνομίας αργά επιστρέφω σπίτι. Δεν είναι κι άσχημα. Έκανα ακόμα μια φορά τη βόλτα μου στην πόλη.


                                                                                               Β.Η

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Φευγαλέα επίγνωση


Πήρα στα χέρια μου τα ζάρια
Έπαιξα
Δεν άκουσα το γέλιο
Κακώς, πολύ κακώς
Έπρεπε να το ‘χα καταλάβει
παράξενα ζεστά

Σ’ όλη μου τη ζωή ήμουν λογικός
Ποτέ δεν πίστεψα σ’ ένα μεσσιανισμό του κακού
Κι όμως για μια απειροελάχιστη στιγμή
το ένοιωσα να πυκνώνει
και να γεμίζει το δωμάτιο
σαν την παρουσία ενός παλιάνθρωπου
μονοκόμματη  και ασφυκτική
Σαν μια καταστροφή να είχε συντελεστεί στο μέλλον
και να πλησίαζε με αργό βηματισμό

Ένα πλήθος ζευγάρια μάτια με κοίταζαν μισόκλειστα
τα ζάρια στάθηκαν ακίνητα

Σηκώθηκα
Μπορώ να ξανάρθω? είπα
Η Ουμ Τάτα μου χαμογέλασε πλατιά
είχε χείλη ψαριού
φάνηκαν τα λευκά γαϊδουρινά της δόντια
τα μάτια της όμως ήταν άδεια
Είστε πάντα ευπρόσδεκτος είπε ο χοντρός
η φωνή του μού άφησε την αίσθηση μαχαιριού
που σκουπίζεται πάνω σε νοτισμένο χόρτο

Βγήκα στον καθαρό αέρα
Άκουγα τα βήματα μου
σαν να βάδιζε άλλος
Πρέπει να ‘χε βρέξει
όσο ήμουν εκεί κάτω
Κούμπωσα το πανωφόρι μου ως απάνω
και σήκωσα το γιακά
Ήμουν χαμένος
Δεν υπήρχε άνθρωπος στον κόσμο
πιο άδειος πιο άχρηστος
πιο μόνος.


              Β.Η