Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Ιερός Άνεμος



https://youtu./1o32SF9EXco

 https://images.hellasjournal.com/2018/07/f1beae7b-mati-teliko2.mp4?_=2

\/https://images.hellasjournal.com/2018/07/0346d87b-mati-teliko.mp4?_=1

           

Θυμάστε τον άνεμο που σηκώθηκε στις 23 του Ιούλη στην Αθήνα και έπνεε με ταχύτητα 70 μιλίων την ώρα?  "Στις 17.15 δόθηκε εντολή στο ελικόπτερο της Πυροσβεστικής που συντόνιζε τις επίγειες δυνάμεις στο μέτωπο της φωτιάς στην Κινέττα, να μετακινηθεί προς την περιοχή Νταού Πεντέλης για να ελέγξει τα δεδομένα της νέας φωτιάς από αέρος. Το ελικόπτερο έφτασε πάνω από την περιοχή στις 17.40 όταν οι φλόγες είχαν περάσει από το Λύρειο Ίδρυμα και πλησίαζαν προς τα πρώτα απομονωμένα σπίτια του Νέου Βουτζά. Μέσα σε 5’ το ελικόπτερο ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου το Κέντρο Επιχειρήσεων στο Χαλάνδρι για την εικόνα που είχε και προειδοποίησε ότι το μέτωπο κινείται με σταθερή κατεύθυνση προς τον οικισμό και είναι καθοδικό προς την λεωφόρο Μαραθώνος. Η πτήση αυτή του ελικοπτέρου διήρκεσε 25’. Κατά τη διάρκεια αυτών των λεπτών οι εκτιμήσεις για το πώς εξελίσσεται η φωτιά δεν άλλαξαν.
Την ίδια ώρα στο Κέντρο Επιχειρήσεων φαίνεται ότι οι εκεί αρμόδιοι εξακολουθούσαν να έχουν μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στην ευρύτερη περιοχή του Νέου Βουτζά. Εζητείτο η αποστολή βαρέων μηχανημάτων για την διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών σε διάφορα σημεία και αναφερόταν ότι η κατεύθυνση της πυρκαγιάς ήταν από την Καλλιτεχνούπολη προς τη Διώνη. Όλα αυτά, την ώρα που το μέτωπο μεγάλωνε και κατευθυνόταν προς τη λεωφόρο Μαραθώνος. Σύμφωνα με την αναφορά των αστυνομικών της Τροχαίας, η φωτιά πέρασε πάνω από τη λεωφόρο και «χτύπησε» το Μάτι στις 18.25."

Μικροί ιδιωτικοί παράδεισοι παραδόθηκαν στη μαινόμενη κόλαση. 90 άνθρωποι χάθηκαν αγωνιζόμενοι να ξεφύγουν από τον καπνό και τις φλόγες ή παλεύοντας για τη ζωή τους μέσα σε μια θάλασσα που την σάρωνε η πύρινη ανάσα που 'ρχότανε απ' τη στεριά. Ο άνεμος κόπασε ξαφνικά τη νύχτα όταν η φωτιά είχε κατακάψει τα πάντα και δεν απόμεναν παρά καπνίζοντα ερείπια, απανθρακωμένα δένδρα και οι επικλήσεις των ζωντανών προς όσους είχαν πεθάνει.

                                           …………………......



Πέρασαν μέρες. Μαζί μ’ όλη την Ελλάδα παρακολούθησα το δράμα. Ας είμαι μακριά, θαμμένος σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Μέρα με την μέρα, κάπως άρχιζε να καταλαγιάζει ο θόρυβος, να καταχωνιάζεται το γεγονός. Ακόμα όμως διασταυρώναμε βλέμματα αμίλητοι, σαν να 'μαστε μια μεγάλη οικογένεια... ακόμα απόμεναν στο μάγουλό μας οι κόκκινες δαχτυλιές απ’ το χαστούκι.
Περασμένες 1 τη νύχτα, τελειώνω τη δουλειά και περνάω πέρα απ’ τις πισίνες να πάρω μια μπάλλα παγωτό από την κρεπερί που κλείνει στις 2 ακριβώς. Βρίσκω τις δυο κοπέλες που δουλεύουν τούτη την ώρα της νυχτιάς, μια Αλβανίδα και μια Ελληνίδα, εξοντωμένες. Βδομάδες έχουνε να πάρουνε ρεπό!
    -Δεν έχω τη δύναμη να σηκωθώ να κλείσω, μου λέει η Αλβανίδα, κι αύριο είμαι πρωινή. Θα μπορούσε να με πάρει ο ύπνος εδώ να, μα όταν πάω σπίτι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα πρωινά με σπρώχνει ο άντρας μου να σηκωθώ…
    -Δεν μπορώ να τους βλέπω πια, μου κάνει η μικρή Ελληνίδα που κάθεται κατάκοπη σε ένα χαμηλό σκαμνί. Τρώνε συνεχώς. Το πρωί, προτού ανοίξουμε, 9 παρά τρία λεπτά, σπρώχνουν τις πόρτες, τις τζαμαρίες, για να μπουν! Έρχονται από παντού! Σαν τις κατσαρίδες!
    - Α, μάλιστα! Μα εδώ που τα λέμε, η ίδια η διαδικασία του φαγητού είναι αποτρόπαιη, αποφαίνομαι εγώ. Κι αρχίζω να απαγγέλλω όσο θυμάμαι, Ελία Καννέτι από το φοβερό «Μάζα και Εξουσία» που διάβασα λίγα χρόνια πριν: Ο θηρευτής καταδιώκει το θήραμα, το προλαβαίνει και το άτυχο ζώο βρίσκεται μπρος στο ανοιχτό στόμα, στη φοβερή μπόκα! Ύστερα το δάγκωμα, ύστερα το ξέσκισμα και αρχίζει η διαδικασία της κατάποσης. Αυτό που ήταν μια ανεξάρτητη ζωή χάνεται σιγά-σιγά μέσα σε ένα στόμα. Καταλήγει να γίνει αντικείμενο πέψης. Όλα του τα στοιχεία, όλη του η ουσία, περνάνε μέσα από το πεπτικό σύστημα ενος άλλου. Όλα του τα κύτταρα αφομοιώνονται από ξένα κύτταρα και καταλήγει να γίνει μέρος κάποιου άλλου. Μαζί και τα μικρόβια που κουβαλούσε στον οργανισμό του. Αυτά που πιθανώς θα ξεκάνουν και τον θηρευτή τον ίδιο!  Ό,τι δεν χρειάζεται στον θηρευτή αποβάλλεται.
    -Σταμάτα! φωνάζει η Ελληνίδα
    -Ακόμα και ένα μαϊντανό, έναν άνηθο να φας δεν παύει να ήταν ένα ωραίο, αμέριμνο φυτό που καταλήγει άμορφη τροφή. Ακόμα και το χέρι που απλώνεται ανοιχτό να αρπάξει και μετά κλείνει τελεσίδικα και φέρνει στο στόμα -συνεχίζω απτόητος- είναι και αυτό σαν ένα στόμα!
    -Σταμάτα, φωνάζει γελώντας η μικρόσωμη Ελληνίδα. Δεν θα μπορέσω να ξαναφάω!
    Όταν βλέπω τους άλλους να τρώνε κάνω τέτοιες σκέψεις τώρα τελευταία. Πότε νοιώθω αηδία, πότε φόβο. Κι όταν τρώω εγώ, καμμιά φορά ντρέπομαι.

    Ενώ τελειώνει η ρητορεία μου ακούω έναν επαναλαμβανόμενο ξερό κρότο. Είναι η Αλβανίδα που μαζεύοντας το κουράγιο της έχει σηκωθεί και παίρνει τα αλουμινένια λεκανάκια με τα φρέσκα λαχανικά και τα αδειάζει. Έχει σύρει δίπλα της μια τεράστια μαύρη σακούλα σκουπιδιών την κρατάει ανοιχτή- άλλη φοβερή μπόκα και αυτή, σα στόμα ανοιχτό! 'Ενα-ένα τα χτυπάει στην κόχη για να ξεκολλάνε από τον πάτο και ψιλοκομμένο μαρουλάκι, ντομάτες, κρεμμύδια, φρεσκοκομμένη καταπράσινη πιπεριά, όλα τα παίρνει η καταβόθρα, τα καταπίνει το σκοτάδι της μαύρης πλαστικής σακκούλας.
    -Τι κάνεις εκεί? 
    -Α, αυτά δεν σερβίρονται αύριο!
    -…καλά, αλλά εδώ δίπλα, στην πλατεία, έχει έναν άστεγο. Βάλε τα σ’ ένα ταπεράκι και πήγαινέ τα, λέω οργίλα και βραχνιασμένα προσπαθώντας να διασωθώ.
    -Σοβαρολογείτε? Να με δούνε και να πουν πως βγάζω φαγητό από το ξενοδοχείο?
    Αμ πώς! Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να δωρίζει την τροφή. Πέφτει η Τιμή του. Ούτε η Δημοκρατία μας μπορεί να παραδεχτεί ανοιχτά την ύπαρξη φτωχών. Και υπάρχει επιχείρημα ισότιμο με κάθε άλλο επιχείρημα για το κάθε τι.

     Άναυδος στέκομαι μπρος σε τέτοια οντολογική ασέβεια! Είχα ακούσει για τα φαγητά που πετιούνται στις πίσω αυλές της τουριστικής Ελλάδας… εκεί που κανένας τουρίστας δεν πατάει. Όμως είναι άλλο να 'σαι εκεί και να το βλέπεις να συμβαίνει μπροστά στα μάτια σου! Είναι σαν ν’ αδειάζουνε νεκρούς σε ομαδικό τάφο!   


Ένοιωσα να πνίγομαι. Και μετά -με φωνή  ανάμεσα σε κόασμα και βόγκο- ξέσπασα: Είμαστε τελειωμένοι! Καταλαβαίνετε τώρα γιατί κάηκε το Μάτι? Ε? Καταλάβατε γιατί κάηκε το Μάτι?

Γύρισα κι έφυγα γύρω απ’ τις πισίνες.
Κοιμήθηκα άσχημα.

                                         ……………………………


Την άλλη μέρα, το απομεσήμερο, μπαίνοντας στο ξενοδοχείο, πέφτω πάνω σε μια καθαρίστρια που έχουμε μερικές φορές κάτι κουβέντες.
    -Ξέρεις τι έγινε χθες στην κρεπερί?...
    -Αα! Έτσι ε? γελάει, και πού να δεις τι γίνεται κάθε βράδυ στις κουζίνες! Ολόκληρα ταψιά με τυρόπιττες και σπανακόπιττες, που λείπουν δυο τρία κομμάτια, αδειάζονται στους κάδους! Χαμογελάει σαρδώνεια και το μάτι της, ένα ιωνικό μάτι όλο σπιρτάδα, το γλεντάει κανονικά. Της δηλώνω ότι για αυτό κάηκε το Μάτι και κάνω παύση. «Α, βέβαια!» μου κάνει δίχως δισταγμό.
    -Κοίτα, συνεχίζει, εμείς στα σπίτια μας, τι το κάνουμε το φαΐ? Το σκεπάζουμε με ένα σελοφάν, το βάζουμε στο ψυγείο και το δίνουμε στα παιδιά μας την επομένη. Εδώ δεν μπορούνε να το κάνουνε αυτό? Κρίμα δεν είναι?
    -Αα! αναφωνώ, εδώ μπαίνει όμως και ένα άλλο θέμα: Ποιος ταΐζει τα ξένα παιδιά καλύτερα απ’ τα δικά του?
    Με κοιτά όλο προσμονή, τα μάτια της σχεδόν ανοιγοκλείνουν σαν alarm  αυτοκινήτου. -"Καμμιά αμφιβολία: ο δούλος, τα παιδιά του αφέντη. Άρα... μπαίνει κι ένα θέμα δουλικότητας. Δουλοπαροικίας! Το καταλαβαίνεις?"
    -Αμέε! μου κάνει και φεύγει φουριόζα.

                                           …………………………….

    Καθώς απομακρυνόμαστε από την πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική, και μικρογεγονότα έρχονται πάνω σ’ άλλα μικρογεγονότα, αρχίζουμε να ξεχνάμε, κάνουμε λίγο και το χαζό, είναι απαραίτητο, αλλά είναι στιγμές που σε κάτι γωνίες βρίσκεις στάχτη… Κι ακόμα χειρότερα, κάτι στην ατμόσφαιρα δείχνει ότι άλλαξε το φως.

    Και υπάρχει η πάνδημη αίσθηση ότι κάτι κακό έχει συντελεστεί που έχει χαραχτήρα χρησμού. Ότι απέναντι στο επερχόμενο είμαστε αδύναμοι και παραλυμένοι όπως, την ύστατη στιγμή, παραλυμένο είναι το θύμα μπρος στο ανοιχτό στόμα. Και επιπλέον, όπως την στιγμή εκείνη ο εγκέφαλος των έμβιων όντων δίνει εντολή να εκχυθεί στο αίμα ουσία δραστική σαν το δυνατότερο παραισθησιογόνο για να πραϋνθεί ο πόνος και ο τρόμος, κάθε είδους παλαβομάρα ακούστηκε για την καταστροφή αντί του να ειπωθεί ξερά ότι, αφού κάθε είδους Νόμος θεϊκός ή ανθρώπινος έχει παραβιαστεί, ήτανε αναμενόμενη κι ερχόταν από πολύ μακριά. 

    …έχει ατονήσει η δραστηριότητά μου σε τούτες τις σελίδες
Σκέφτομαι τον Samuel Beckett: Το γράψιμο δεν γίνεται ευκολότερο, αλλά δυσκολότερο για μένα. Κάθε λέξη είναι σαν ένας άχρηστος λεκές στη σιωπή και στο τίποτα. Ο Δημόκριτος χάραξε τον δρόμο: «Το μηδέν είναι περισσότερο από το τίποτα».

Και αρχίζω να καταλαβαίνω τον Αντόρνο που είπε πως δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς.
Δεν έχω όρεξη να γράψω, δεν μου κάνει κέφι να ταΐζω αυτό το μπλογκ. Δεν μου δίνει χαρά η αναζήτηση των λέξεων. Σαν να αποζητάω τη Σιωπή. Ποιος ο λόγος να κοπιάσω για να φτιάξω ένα κομψό κείμενο? Μου φαίνεται απλά κομψευόμενο. Η Φωτιά τα είπε καλύτερα! 

                                                                      Β.Η

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Περσέπολις




                                                   (Την έκαψε ο Αλέξανδρος το 333 π.Χ)

    Μες το αποκάρωμα του μεσημεριού κάθομαι στο καβαλέτο, στο πόστο μου στο ξενοδοχείο, και δουλεύω. Οι τουρίστες είναι έξω στον ήλιο, στα γρασίδια, στις ξαπλώστρες. Κάτω από τον ήχο μιας ανέμελης Καραϊβικής τζαζ που έρχεται απ’ το μπαρ (ναι, η Καραϊβική στεφάνωσε για πάντα τον τουρισμό) ακούω πίσω μου το ανεπαίσθητο σούρσιμο της σφουγγαρίστρας που πλησιάζει πάνω στα μαρμαρένια δάπεδα. Ξέρω ότι είναι η κυρία Μαρία από την Μολδαβία, μια ηλικιωμένη με βαρύ σκελετό, πρόσωπο σαν τετράγωνο κομμάτι βράχου και γαλάζια σκιστά μάτια- μεταλλικό Ασιατικό γαλάζιο που φτιάχτηκε αργά-αργά από εκτεταμένους ορίζοντες· σλάβικη απεραντοσύνη. Πλάσμα της σιωπής, έρχεται πάντα την ίδια ώρα- την ώρα της πιο βαθιάς ησυχίας ακολουθώντας μια απαράκαμπτη τροχιά. Μα και μερικές φορές, που περνάει δίπλα μου με τον κουβά, μέσα στα βραδινά πλήθη που πάνε κι έρχονται είναι πάντα σιωπηλή και είναι σαν να διαχέεται γύρω της η σιωπή -αυτή τη σιωπή που απλώνουν γύρω τους εκείνοι που είναι παντελώς ξένοι σ’ οτιδήποτε τους περιτριγυρίζει. Νοιώθω έναν ανεξήγητο σεβασμό για το πρόσωπο αυτό και την αποκαλώ πάντα, κυρία Μαρία, ποτέ Μαρία ή κυρά-Μαρία.

Παίρνω τον καφέ μου και βγαίνω έξω στον κήπο να καπνίσω.
-Πώς ήταν η ζωή στη Μολδαβία κυρία Μαρία?
Έβαλε την σφουγγαρίστρα μες τον κουβά, στηρίχτηκε στο κοντάρι και κοίταξε πέρα.
«Μπορούσες να ταξιδέψεις σ’ όλη την Σοβιετική Ένωση και να βρεις δουλειά οπουδήποτε. Αμέσως σου έδιναν σπίτι, δεν πλήρωνες σχολείο για τα παιδιά, ούτε παιδικό σταθμό, ούτε νοσοκομεία και γιατρούς. Δεν ήταν δύσκολη η ζωή ούτε φοβόσουνα για τίποτα. Ήταν μια καλή ζωή! Μετά, ξαφνικά μια μέρα, έκλεισαν οι τράπεζες και όταν ξανάνοιξαν είχαμε χάσει όλα μας τα λεφτά. Εγώ ήμουνα δασκάλα και είχα φτάσει στον βαθμό της διευθύντριας. Έχασα όλες μου τις οικονομίες, λεφτά που είχα μαζέψει για να παντρέψω τις κόρες μου. Αυτά γίνανε το 1990.
    Τότε ήταν που αρχίσαμε να πληρώνουμε νοίκι για τα σπίτια μας. Μετά αρχίσαμε να πληρώνουμε τους γιατρούς και τα νοσοκομεία. Ακρίβυνε το νερό και το ηλεκτρικό και το νοίκι ανέβαινε κάθε χρόνο. Σιγά-σιγά άρχισε η ανεργία. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Πιο πολύ υπέφεραν οι άντρες. Όσοι συνέχισαν να δουλεύουν δεν τους έδιναν λεφτά. Τους πλήρωναν με βότκα.»

-Δεν ξέρω… οι άντρες είναι πιο ευαίσθητοι. Εμείς οι γυναίκες είμαστε πιο δυνατές. Πιο… πώς να το πω, υπομονετικές.
-Καρτερικές!
-Ν…ναι… Τι θα πει αυτό?
-Καρτερία… Να! Λυγίζεις μα δε σπας! Πολύ καλό πράγμα! Συνήθως το έχουν οι γυναίκες.
-Ναι, μπορεί… αυτό! Ή ίσως, η δουλειά είναι πολύ σημαντική για τον άνδρα. Άμα τη χάσει κάτι σπάει μέσα του. Για μας τις γυναίκες το πιο σημαντικό είναι τα παιδιά. Άμα ο άνδρας χάσει τη δουλειά είναι σα να χάσει η γυναίκα ένα παιδί.

    «Άντεξα 5 χρόνια. Με βοήθησε και η μητέρα μου… Έπειτα, εμείς στη Μολδαβία είμαστε αγρότες. Παστώναμε το  χοιρινό, φτιάχναμε τουρσιά, μαρμελάδες, κρατούσαμε τη ντομάτα, μέσα σε γυάλινα βαζάκια… μελιτζανάκι… φτιάχναμε μακαρόνια, είχαμε αλεύρια, ζυμώναμε ψωμί… Έτσι κρατήσαμε 5 χρόνια. Το 1995 δεν άντεχα άλλο και πήρα τον δρόμο. Υπήρχανε  γραφεία ελληνικά στη Μολδαβία που στέλνανε γυναίκες στην Ελλάδα.
  
    Στη Θεσσαλονίκη έπαθα σοκ! Όταν έφτασα, κατέβηκα από το λεωφορείο στο ΚΤΕΛ, να πάρω φρούτα και νερό. Μάνα, τι πλούτος ήταν αυτός! Παντού μάρμαρα! Κατάλευκα, πεντακάθαρα! Στις τουαλέτες όλα καθαρά, ζεστό νερό, χαρτί τουαλέτας, σαπούνι… Μάρμαρα παντού… Τέτοια πολυτέλεια δεν την είχα φανταστεί! Είναι δυνατόν να υπάρχει μάρμαρο παντού? Τέτοια ομορφιά! Σε μας ήταν όλα σκοτεινά. Φως δεν υπήρχε πια στους δρόμους. Όταν έπεφτε η νύχτα έβγαιναν οι συμμορίες και ‘μεις κλεινόμασταν μέσα.»
   
    Είναι απομεσήμερο, ντάλα καλοκαίρι, η πιο σκληρή ώρα, το φως είναι μυστηριώδες και σκοτεινό. Ξέρω ότι -όπως το μεσονύκτι- είναι η ώρα των εκμυστηρεύσεων εδώ στον Νότο. Μόνο που τώρα η ερημιά σαρώνει.

    -Πώς σου φέρθηκε ο κόσμος εδώ στην Ελλάδα?
    Έστυψε τη σφουγγαρίστρα, στηρίχτηκε ξανά στο κοντάρι και κοίταξε πέρα…
    -Ήρθα κατευθείαν στη Ρόδο. Τον πρώτο καιρό δούλεψα σε μια κυρία. 4μιση μήνες. Δεν με πλήρωσε ούτε μια φορά. Όταν παραπονέθηκα είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία… σου λέω: δεν υπάρχει καλύτερο μέρος απ’ τον τόπο σου!

    «Το ’99 πήγα πίσω για πρώτη φορά. Πήγα με αεροπλάνο. Το 2009 χρειάστηκε να ξαναπάω για τη μητέρα μου. Ήταν ακριβά τα ναύλα και πήγα αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί έβγαλα εισιτήριο με λεωφορείο για πάνω. Τότε έπαθα, ας πούμε… δεύτερο σοκ! Όλα βρώμικα! Παρατημένα! Σπασμένοι καθρέφτες, καμένες λάμπες, έκλεβαν ως τα σαπούνια και το χαρτί από τις δημόσιες τουαλέτες, διαλυμένα παγκάκια… Τι συμβαίνει εδώ? είπα μέσα μου…»
    -Α χα! Το βλέπεις ε? Έρχεται κι εδώ, κάνω με σαρδόνιο χαμόγελο!
    -Ναι.
    -Το βλέπεις κι εσύ ε, δεν το βλέπεις? επιμένω και νοιώθω μια κρυφή υστερία στη φωνή μου.
    - Ναι, ναι, έρχεται κι εδώ, επαναλαμβάνει ρίχνοντας μου μια γρήγορη ματιά.
    - Πέρυσι, πήγα για μια βδομάδα στην Αθήνα, διακοπές. Έχω μια παλιά φίλη, μένει κάτω από την Πατησίων, στην Αριστοτέλους…
    -Αα!
    -Είχαμε βάλει κάτι να φάμε αργά το βράδυ και ξεσηκώθηκα να κατέβω στο μινι-μάρκετ να πάρω ψωμί: «Κάτσε κάτω! Φάε χωρίς ψωμί… δεν βγαίνουμε τη νύχτα έξω! Εδώ δεν είναι Ρόδος!» …Ναι, σιγά-σιγά έρχεται κι εδώ! 

    -Και δε μού λες, έχει φτιάξει καθόλου η κατάσταση τώρα στη Μολδαβία?
    -Μπα… ούτε και πρόκειται να φτιάξει!
    -Καλά γιατί δεν αντισταθήκατε καθόλου όταν άρχισε η διάλυση?
    -Τι να κάναμε δηλαδή?
    -Δεν ξέρω… να βγείτε στον δρόμο… να φωνάξετε.
    - Κοίτα, είναι πολύ μικρή χώρα η Μολδαβία. Εδώ, η Ελλάδα είναι πλούσια, έχει δύναμη. Εμείς ακολουθήσαμε εκεί που πήγαν και οι άλλοι.
    Παίρνω τον καφέ μου και βαδίζω προς το καβαλέτο μες τις σκέψεις μου… «τι μαθαίνει κανείς από έναν άνθρωπο που μιλά χωρίς ιδεολογία!»

   Τι χώρες κι αυτές! Η Σοβιετική Ένωση! Μυθική χώρα! Σαν την παλιά Γιουγκοσλαβία. Ποτέ δεν τις συμπάθησα στ’ αλήθεια. Ξαφνικά μού ‘ρχεται μια θύμηση: Λίγα χρόνια πριν, καθόμαστε, περασμένα μεσάνυχτα, τρεις φίλοι σ’ ένα μπαράκι στην Καλλιδρομίου. Έχουν απομείνει ακόμα δύο τύποι στην άκρη του μπαρ που σιωπηλοί πίνουν όλο το βράδυ. Πρέπει να ‘χουν παρακολουθήσει μεγάλα κομμάτια από την συζήτησή μας, πρέπει ακόμα να ειπώθηκε κάποιο φαρμακερό σχόλιο «για τη φύση του Σοβιετικού καθεστώτος» και αυτό ήταν η «σταγόνα» για τον έναν απ’ αυτούς: «Ε, ακούστε εδώ…» έκανε με στεντόρεια φωνή… και μας συστήθηκε σαν «ομογενής από Ρωσία» που είχε 15 χρόνια στην Ελλάδα. Τρικούβερτος άναψε ο καυγάς με τον έναν από μας για τον οποίο οι σταλινικοί είναι «κόκκινο πανί». Κάποια στιγμή ο άνθρωπος έκανε πίσω και με χαμηλωμένη φωνή ακούστηκε να λέει, «εγώ είμαι παιδί της Σοβιετικής Ένωσης…» φράση που ουδόλως πτόησε τον αντίπαλό του αλλά εγώ έκανα μώκο λαβωμένος από τον πόνο και την νοσταλγία που έκρυβαν αυτά τα λόγια.

    Και τότε, γιατί δεν αντιστάθηκαν, αναρωτιέμαι ξανά...Όταν οι διευθυντές των εργοστασίων γίνονταν, εν μια νυκτί, ιδιοκτήτες των εργοστασίων. Όταν οι κομματικοί γίνονταν ακριβοπληρωμένα στελέχη του νέου καθεστώτος. Το ερώτημα παραμένει και δεν μου αρκεί η απάντηση της καθαρίστριας.
    «Ήταν εφησυχασμένοι. Δεν είχαν τις κοινωνικές οργανώσεις…» πιστεύει ο φίλος μου ο Σ. Μα πώς είναι δυνατόν να είναι εφησυχασμένος ο οδηγός ενός αυτοκινήτου? ρωτώ κι εγώ τον εαυτό μου. Οι επιβάτες, ναι! Αυτοί μπορούν να εφησυχάζουν. Άρα… επιβάτες ήτανε οι άνθρωποι, της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και της Ιστορίας! Και οι οδηγοί? Α, εδώ πλησιάζουμε κάτι ακανθώδες: Τούτοι εδώ είναι οι ισχυροί του κόσμου με το τσαγανό και το περίσσιο θράσος, που μαζεύουν πλούτο άτακτο, όλο περιφρόνηση, κι όταν το παρακάνουν και ξεσηκωθεί ο κόσμος κρύβονται για 70 χρόνια πίσω από μια κομματική ταυτότητα, σε ένα άχρωμο γραφείο (αρκούμενοι στη χαρά της «οργάνωσης των άλλων») κι όταν ξανάρθει η ώρα, πετώντας την προβιά φαίνεται ο άκαμπτος λαιμός του λύκου κι αρχίζουν το φρικαλέο γιουρούσι!

    Άλυτο φαίνεται το κοινωνικό πρόβλημα αν το δεις με όρους φυσικής επιλογής. Από τη μια οι λίγοι συνασπισμένοι ισχυροί, με συνείδηση του ρόλου τους, κι από την άλλη οι πολλοί κι ασύντακτοι, αδύναμοι, με το μυαλό γεμάτο φουσκί!  Αν βάλεις όμως μέσα στο πρόβλημα και τον όρο συνείδηση και τη δημιουργία θεσμών και αποτρεπτικών μηχανισμών… ε, τότε ναι, μπορεί να υπάρχει κάποιο φως! Α, και το «όπλο πάντα παρά πόδας!»

    Δεκαετίες τώρα, το’ χω το πρόβλημα μέσα μου λυμένο. Εννοώ το πρόβλημα των δύο κόσμων-όψεων του καπιταλισμού. Εδώ στη Δύση έχουμε να κάνουμε με τη «μαγεία» του και το αντιφέγγισμα των πολλαπλών κατόπτρων. Τα φωσφορικά φαινόμενα. Κοντολογίς, την διαβρωτική τρέλλα! Στην Ανατολή, το πρόβλημα ήτανε πιο καθαρό- εκεί ήταν ένα βήμα απ’ την αλήθεια: είχαν αρπάξει τον έμπορο από τους γιακάδες, δεν είχανε παρά να μπούνε μέσα στα γραφεία και να τραβήξουνε επίσης τους Διευθυντές και τους κομματικούς έξω στις μηχανές. Και να φτιάξουν ύστερα μεγάλα δρύινα τραπέζια για τις συσκέψεις τους και τα γλέντια! Μετά, δεν έμενε παρά να ανοίγουνε τα κλειδωμένα γραφεία σε επετείους: φριχτά μνημεία μιας αρχαίας ανελεύθερης ζωής! Όχι ότι δεν προσπαθήσαν εκεί οι λαοί -ο καθένας με τη σειρά του- αλλά μάταια ματώσαν. Έπειτα έκαναν υποστροφή. Κι επέσαν στα χειρότερα, στην αγκαλιά των μαυλιστών Εμπόρων!
    Και μου φαίνεται πως όλες χώρες τώρα μπήκαν στον μακρύ «Διάδρομο του Θανάτου», στο χαμηλοτάβανο θανατερό λαγούμι που οδηγεί στο Θυσιαστήριο. Μερικές συντρίβονται κανονικά με πόλεμο κι άλλες δίχως να πέσει ντουφεκιά. Σπάζεται ο σκελετός τους, με κρούση ή συνεχή πίεση καταρρέουν οι μπετοκολόνες μες τον μπουχό τη σκόνη. Έπειτα με όλους τους κανόνες και τα τερτίπια, πανηγυρικά, αρχίζει η λεηλασία. Και οι άλλες, οι αναπτυγμένες, οι «ευνομούμενες» και καλά οργανωμένες καταστρέφονται κι αυτές. Όμως αλλοιώς: ξηλώνεται η ύφανσή τους από μέσα, κι ας μοιάζουν με κοτζάμ σπίτια που στέκουν μια χαρά. Αργά-αργά καίγονται εσωτερικά. Χωνεύει από μέσα η φωτιά ό,τι αρπάζει πρώτα, τις κάσες από τις πόρτες, τα πλαστικά και τα χαλιά αλλά ακόμα δεν έχει φτάσει στις κουρτίνες. Τούτες δω μου φαίνονται και οι πιο τραγικές πατρίδες. Πεθαίνουνε χαμογελώντας μη αντέχοντας την «οργανωμένη ευτυχία». Χάνονται κι οι άλλες, οι μικρές «προσωπικές» πατρίδες: οι απόμερες ψυχικές φωλιές - άγριο μπότζι δοκιμάζει την ανθρώπινη καρδιά. Κι ερημώνουνε τα σπίτια, γεμίζουν οι δρόμοι ανθρώπινα κοπάδια!

    Κι εγώ, πολίτης της… Άλλης Χώρας, εξόριστος στον Αιώνα μου! Παράξενη Μοίρα μ’ έρριξε σ’ αυτό το ξενοδοχείο… Διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας με τούτη τη γυναίκα και τριγυρνώντας στα καμένα ανασκαλεύω στάχτες… αν είναι να διαλυθούν οι  χώρες, καλώς να διαλυθούνε αν είναι να φτιαχτεί η άλλη· Πατρίδα του Ανθρώπου!
                                               ………………………………

    -Θα ‘χεις διαβάσει τα «Παιδικά Χρόνια» του Γκόργκυ? Τις αναμνήσεις του από την προεπαναστατική Ρωσσία, της κάνω ένα άλλο μεσημέρι. Θυμάσαι εκεί που ο μικρός περιγράφει τη στιγμή του αποχαιρετισμού με τον γέρο-Χημικό, έναν από τους πλάνητες που μάζευε στην κουζίνα της η φοβερή γιαγιά και τον διώχνει ό άτεγκτος παππούς γιατί δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι της κάμαρας στη σοφίτα? «Έτσι τέλειωσε η φιλία μου με έναν από ’κείνους τους ξένους που γύρναγαν τη Ρωσσία, τους καλύτερους ανθρώπους σ’ αυτή την χώρα!» καταλήγει ο μικρός Γκόργκυ.
    - Α, διαβάζεις! Και μια γαλάζια λάμψη άστραψε στο βλέμμα της.
    -Θυμάσαι κι εκεί που ο παππούς τού διηγείται πώς πήγε με το ποταμόπλοιο και τους υλοτόμους, όταν ήταν νέος, να κόψουνε ξυλεία? Δάση, ατέλειωτα δάση, απλώνονταν από τον Βόλγα έως τα Ουράλια… «και ο επιστάτης, ένα βράδυ στη φωτιά, πέταξε το καπέλο του στο χώμα και άρχισε να φωνάζει: Βαρέθηκα να σας διευθύνω και να σας φροντίζω! βαρέθηκα να σας υπηρετώ! Θα φύγω! -Πού θα πας? -Στα δάση! …Σκεφτήκαμε να τον βάλουμε κάτω και να τον δέσουμε, έτσι που έκαμε σαν τρελλός αλλά τον σεβαστήκαμε. Έφυγε πριν την αυγή. Τις επόμενες μέρες μάς φύγαν άλλοι εφτά! Να τι μας έκαναν τα δάση!» -Θυμάσαι κυρία Μαρία?
    Όπως μ’ άκουε με σκυμμένο το κεφάλι, μίλησε ρώσσικα. Λέξεις άρχισαν να κυλούν από το στόμα της, μια-μια στην αρχή, αργά κι ύστερα όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, ένας βαθύσκιωτος χείμαρρος από ήχους που ‘χαν έναν ρυθμό βαθύ και επίσημο και στο πιο ψηλό ανέβασμα ξαφνικά κόπηκε.
    -Τι είναι αυτό?
    -Σάσσα! Αλέξανδρος Πούσκιν!
    -Τι λέει?
    -Για το χώμα! Τη γη! Το καλοκαίρι ο κάμπος σκόνη, μετά με τις βροχές έρχεται η λάσπη και το χειμώνα το χιόνι. Η Σιωπή. Είναι πλατιά η δικιά μας γη και τα ποτάμια κυλούν αργά. Έχουμε και ‘μεις τον Δνείστερο. Η Υπερδνειστερία είναι η δική μου η πατρίδα!
 
                                             ………………………..

    -Δεν μου λες κυρία Μαρία: Με ποιόν είσαι σήμερα στο Μουντιάλ, που παίζει Ρωσσία-Σουηδία? Με τη Ρωσσία? Την ρωτώ χαμογελώντας, ύστερα από μερικές μέρες. Από μέσα, το μεγάλο μπαρ, και από τα άλλα μπαρ στα γύρω ξενοδοχεία, μπροστά στις μεγάλες οθόνες plasma, πλήθη τηλεθεατών καθηλωμένα, έκθετα στο μεγάλο Θέαμα «που ανεμίζει πάνω απ’ τα κεφάλια τους», ξεσπούν σε ζητωκραυγές και επιφωνήματα απογοήτευσης και ανακούφισης. Γκολ «πέφτουνε» και γκολ χάνονται. Ο μυκηθμός του πλήθους, σαν στεναγμός μεγάλου ζώου που το τσιγκλάν με την βουκέντρα και το καθίζουν στα πίσω πόδια με την προσμονή και το μαστίγιο, σκεπάζει κατά κύματα τη συζήτησή μας.
    -Α, ναι, μου λέει, έχει καλή ομάδα!
    -Την αγαπάς τη Ρωσσία, ε, κυρία Μαρία?
    Με κοιτάζει με στοχαστικό μάτι χαμογελώντας ελαφρά: Α, βέβαια, μου κάνει: Μάατ Ρασσία! Μητέρα Ρωσσία!
                                             ………………………….

    Περιεργάζομαι αυτόν τον άνθρωπο που διατρέχει χιλιόμετρα κάθε σαιζόν μέσα στο ξενοδοχείο, σε μια τεθλασμένη πορεία, με τη σφουγγαρίστρα πάντα μπροστά, που αδειάζει κουβάδες σκουπιδιών, που καθαρίζει τουαλέτες, που, με το walkie-talkie στη ζώνη, τρέχει παντού όπου την καλέσουν. Ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της δουλειάς της? Μα βέβαια, ο αγώνας ενάντια στη βρωμιά. Τα πάντα καθαρίζονται και την αμέσως επόμενη στιγμή αρχίζουν να λερώνονται. Το έργο είναι Σισύφειο και αποκαρδιωτικό. Το κοντέρ «μηδενίζεται» διαρκώς και αμέσως οι βαθμοί ρύπανσης αρχίζουν να ανεβαίνουνε ξανά. Τα ανθρώπινα ίχνη πρέπει να απαλείφονται διαρκώς. Αυτή η γλίτσα που αφήνει πίσω του το ανθρώπινο σαλιγκάρι-και μαζί η αιώνια σκόνη- πρέπει να σβήνεται επιμελώς κι ο χώρος να επαναπαραδίδεται άσπιλος σαν την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Αν η βρωμιά μπορεί να νοηθεί σαν κάτι κακό, η κυρία Μαρία έχει αναλάβει-καμιά αμφιβολία- τον αγώνα ενάντια στο Κακό!
   Άρα, γιαυτό μοιάζει σαν να προσεύχεται έτσι όπως βαδίζει ζιγκ-ζαγκ δουλεύοντας σκυφτή. Υπάρχει κάτι υπερβατικό σ’ αυτό το συγκεντρωμένο σκεφτικό πρόσωπο. Και χρειάζεται μια πίστη σχεδόν θρησκευτική για να δοθεί κανείς σε τέτοιο ασήμαντο και ακατόρθωτο έργο. Χωρίς να υποτιμάται και κάποιος συγκεκριμένος πατριωτισμός. Και χρειάζονται ψυχικά αποθέματα για να αντέξει κανείς κάτι τόσο περιφρονημένο. Ιδού λοιπόν η απόδειξη μιας σπάνιας ταπεινοφροσύνης!
    Είπα όμως, «ασήμαντο»? Όχι, λάθος! Γιατί αυτή η προσήλωση έχει κάτι από προσευχή. Προσευχή και άσκηση που κάνουν οι ερημίτες. Αλλά χωρίς αυτούς και χωρίς τις χιλιάδες Μαρίες ο κόσμος θα κατέρρεε μέσα στο χάος που «κατά πόδας» τον ακολουθεί.

    Μετά, μια μέρα, συνέβη ένα άσχημο περιστατικό. Ήμουνα έξω, δίπλα στο χαμηλό βρυσάκι που βγαίνω και πλένω τα χέρια μου από τα κάρβουνα. Μια νεαρή διοικητική υπάλληλος βγήκε στον κήπο, και με το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί, ήλεγξε τους μικρούς κάδους σκουπιδιών κι ενώ τους βρήκε μισοάδειους, με ύφος περισπούδαστο, κάλεσε την κυρία Μαρία και την διέταξε να έρθει και ν’ αλλάξει τις σακούλες τους. Κατέφθασε αμέσως, ξεκαπάκωσε νευρικά τους κάδους και ενώ η άλλη έφευγε ποζάτη, η κυρία Μαρία κρατώντας σε κάθε χέρι από δυο μισοάδειες σακούλες σήκωσε το πρόσωπο (ανεπαίσθητα και τις σακούλες)  με απόγνωση προς τον ουρανό. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου -σαν να γύρευε δικαίωση από μένα- η περιοχή των ματιών της πλημμύρισε από ένα γρήγορο κόκκινο, το γαλάζιο πνίγηκε σε ένα φευγαλέο βούρκο. «Καλύτερα ν’ αλλάξει αυτή μυαλά παρά εσύ σακούλες!» σφύριξα μέσα από τα δόντια όπως περνούσα δίπλα της. Ήταν ξεκάθαρα μια άσκηση εξουσίας, ένα καψόνι!

    Πού είναι λοιπόν το σύγχρονο προλεταριάτο? αναλογίστηκα. Αυτό που μάταια ψάχνουν να βρουν οι κοινωνιολόγοι? Το πάντοτε διαφεύγον μέσα από τις συνεχείς μεταμορφώσεις του και έντεχνα αποκρυπτόμενο πίσω από διαφορετικές στρεψόδικες ονομασίες? Μα καμιά αμφιβολία: εδώ μπροστά μου στέκεται το σύγχρονο προλεταριάτο! Έτοιμο αδιαμαρτύρητα να υπακούσει, έτοιμο να προσβληθεί! Έρχεται από τις μεγάλες αναστατώσεις που προκαλούν αδιάκοπα κύματα μετανάστευσης και από την καθίζηση των κοινωνιών. Αποτελείται από ανθρώπους που έχασαν μια χώρα, ένα σπίτι, από κάθε λογής απάτριδες και ανέστιους. Την ύστατη στιγμή υιοθετημένοι από την Μεγάλη Μηχανή που αλέθει ζωές και μεταποιεί όνειρα - κι αυτοί, ευγνώμονες, σκύβουν και της φιλούν τα πόδια. Αδύναμους που είχαν την κακιά τύχη να συναντήσουν κάποια στιγμή την Τρομερή Θεά. Κάθε λογής φουκαράδες που αγωνίζονταν να κρατήσουν ενωμένες τις δυό άκρες ενός υφάσματος που λέγονται έσοδα και έξοδα για να σκεπάσουν την ανθρώπινη γύμνια τους. Αυτούς δηλαδή που δεν είχαν ποτέ καμιά εξουσία απά’ στη ζωή τους και είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω στην Ιστορία. Α, χα, ή μάλλον αυτή να πέσει απάνω τους! Αυτούς, μ' άλλους λόγους, που «έπαθαν Ιστορία»! Κι ακόμα παραπέρα, τον φτωχό τον άνθρωπο, φτωχό με όλη την έννοια της λέξης φτώχεια, που δεν έχει ένα κονάκι για την ψυχή του και είναι πράγματι για λύπηση.

    Για αυτό ‘δω λοιπόν το τελευταίο ας πω και τούτο: την κυρία Μαρία δεν γίνεται να την λυπηθεί κανείς. Μόνο να την συμπονέσει. Έχει  επίγνωση του κόσμου της, ενός κόσμου ανοιχτών εκτάσεων, βαθύ το ίχνος από το ζύμωμα του ψωμιού, το πάστωμα και τα βαζάκια με τις μαρμελάδες και το μελιτζανάκι. Φέρει ακόμα μέσα της μια στιβαρή ποίηση και μια μεγάλη Λογοτεχνία… Ξέρει επιπλέον να προσεύχεται. Δεν είναι λοιπόν ψυχικά ξερριζωμένη, είναι μια δεινοπαθούσα.
    Αυτές που λυπάμαι είναι οι κόρες της, που κατάφερε να φέρει στην Ελλάδα, κι ακόμα περισσότερο τις αγγόνες της. Αυτές τις έρμες «τυχατέρες», τις μεγαλωμένες μες τον χυλό που προωθεί ο προχωρημένος καπιταλισμός και οι τεχνολογίες του… αυτή η αρρωστημένη καζανιά! Χρόνια μετά, που το πρόσωπό της Μαρίας θα ‘χει γυρίσει στην πέτρα και που η ψυχή της θα ‘χει επιστρέψει στις λάσπες του Δνείστερου, μάταια θα προσπαθούν να τυλιχτούν τις νύχτες με ανύπαρκτα σκουτιά.
                                  …………………………………

    Τι μένει άραγε? Απόμεινε τίποτα? Όπως βαδίζω προς το καβαλέτο και κάθομαι ξανά μπρος στη δουλειά που άφησα πριν λίγο, νοιώθω ξαφνικά μια ανεξήγητη σιγουριά. Ο αφανισμός απ’ το κενό δεν πρέπει να έπαψε ποτέ να ακολουθεί την ανθρωπότητα. Ούτε η αιώρηση πάν’ απ’ την άβυσσο. Ούτε εγώ πρέπει να είμαι ο πρώτος που έφτασε μπρος στις Σκαιές Πύλες. Με το μάτι στυλωμένο στον Άδη υπολογίζω: ό,τι και να γίνει, πάντα κάτι θα μένει απ’ την ανθρώπινη ουσία και θα επιμένει πεισματικά. Όταν άγνωστοι λαοί θα κατοικούν αυτό τον κόσμο και θα μιλούν άγνωστες γλώσσες δεν θα μένει παρά αυτό το παλιό πείσμα. Κι απ’ ό,τι αποφασίσουν εκείνοι οι μακρινοί απόγονοι, απ’ ό,τι αποφασίσουμε εμείς τούτη τη στιγμή, εξαρτάται η πορεία του Ανθρώπου πάνω στη γη.

    Για αυτό Αγαπημένοι, μη λυπάστε, μη λυπάστε λέω! Έχετε τον νου σας στον Άδη! Και μην απελπίζεστε! Μόνο «κρατάτε» γερά!  Όταν πιά δεν θ’ ακούγεται παρά το φρικτό φτεροκόπημα, όταν ο Σάσσα θα ’χει από καιρό ξεχαστεί, όταν μόνο σ’ όνειρο θα φτάνει ως εσάς ο αέρας που κατεβαίνει απ’ τα μεγάλα δάση… θα ‘ναι ένας ξένος που αφήνοντας τη Δημοσιά θα σταθεί στο κατώφλι σας και θα σας χτυπήσει την πόρτα στάζοντας από Νυχτερινό ταξίδι.

                                                                           Β.Η








Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Αυτή είναι η Πατρίδα μας






     Η πόλη πήδηξε πάνω απ’ τα βουνά. Δεν μιλάμε πλέον για λεκανοπέδιο της Αττικής αλλά για Attica -με ό,τι αυτό το όνομα μπορεί να υποδηλώνει! Ο μισός σχεδόν πληθυσμός της χώρας είναι συγκεντρωμένος εδώ. Τέσσερα με τεσσεράμισι εκατομμύρια σε ένα τόπο που δεν μπορεί να σηκώσει πάνω από ενάμισι χωρίς να θιγεί η περιλάλητη ηπιότητα του τοπίου και η ισορροπία ολόκληρης της χώρας. Οι συνθήκες συγκέντρωσης κατακερματισμού και αποξένωσης έχουν ενταθεί στο έπακρο και η περιοχή μπαίνει στη δίνη της απορρύθμισης και των αλλεπάλληλων συμφορών. Κι εντέλει όπως το ψευδές όταν πυκνώνει, το πευκόδασος -υπό συνθήκες- αυτοαναφλέγεται επίσης.
     Και οι απολεσθέντες απωλέσθησαν αλλά για τους επιζήσαντες τώρα αρχίζει η ανάβαση· η θλίψη, οι "ανεξήγητες" κρίσεις άσθματος, οι επιθέσεις του πανικού και κάποιες μορφές καρκίνου.
   
 Εκατό χρόνια μετά τον Κωνσταντίνο Μαλέα, η Αττική του δεν υπάρχει πια. Όλος ο κόσμος τώρα, μια Attica.


                                             



Δεν μπορείς να πληγώσεις την ομορφιά...


                                                 Β.Η
    







Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Πορτραιτάδες, Τεχνίτες, Ιερείς, Κρυφοί Ονειροπόλοι


  
    Σύντροφοι αγαπημένοι, κάποιες στιγμές με πιάνει νοσταλγία για το τυπωμένο χαρτί και το δεμένο βιβλίο και στέλνω γραπτά σε οίκους και περιοδικά. Πάντα η απάντηση που παίρνω (μερικές φορές ύστερα από μήνες) είναι η ίδια στερεότυπη και ευγενική απόρριψη.

    Πάντα είχα την άποψη ότι λίγοι άνθρωποι ξέρουν πιά να γράφουν σ’ αυτή τη χώρα, μιας και για να γράψεις καλά πρέπει να ’χεις ζήσει και ποιος μπορεί σήμερα να περηφανευτεί για κάτι τέτοιο! Πρόσφατα όμως σιγουρεύομαι ότι πολύ λίγοι επίσης ξέρουν και να διαβάζουν. Διαπιστώνω δε, ότι τόσοι πολλοί ακατάλληλοι άνθρωποι βρέθηκαν σε κάποιες θέσεις και επιπλέον, ότι όσοι ξέρουν ακόμα να διαβάζουν δεν κατέχουν καμμία θέση σ’ αυτόν τον κόσμο.

    Τόσο εγώ, που, έχοντας μια ζωγραφική παιδεία και μια αγάπη για το σχέδιο, πέρασα στο γράψιμο, όσο και κάποιοι ζωγράφοι που εδώ και δεκαετίες πήραμε τον δρόμο για τον Νότο, συνειδητοποιούμε ότι αν δεν ήταν η λαϊκή Αγγλία, η τρυφερή Σκανδιναβία που ονειρεύτηκε μια πατρίδα στον ήλιο, και η κραταιά Γερμανική εργατική τάξη να μας δώσουν το o.k, ότι δηλαδή, καλώς στεκόμαστε σε μια γωνιά του δρόμου και κάνουμε ό,τι κάνουμε, να μας πληρώσουν για τον κόπο μας και να μας δώσουν ένα εγκάρδιο χτύπημα στην πλάτη, αν δεν υπήρχαν εκείνες οι γυναίκες να μας αγγίξουν τρυφερά στον ώμο για τη ζωή που δώσαμε στο βλέμμα τους, όχι μόνο δεν θα ‘χαμε τα μέσα για να ζήσουμε αλλά θα είχε ίσως γεμίσει και η καρδιά μας πίκρα.
    Ας συνεχίσω λοιπόν κι εγώ να σας στέλνω τους εγκάρδιους και συντροφικούς χαιρετισμούς μου από τούτες τις σελίδες, ας συνεχίσουν και οι φίλοι μου να ζωγραφίζουν τις νύχτες βουβοί στα εργαστήριά τους… κρατήσαμε μια σταθερή στάση έξω από «πράγματα» που ήταν αξιοπεριφρόνητα αλλά Τύχη ευγενική μας ένευσε και έδειξε μακριά στον Νότο κι έτσι δεν κλειστήκαμε έξω από τον κόσμο.
    Εδώ, τα καλοκαίρια, μπαρκαρισμένος καλλιτέχνης, υψώνω το χέρι κι ακουμπώ με το κάρβουνο το αγριωπό χαρτί, οι παλιοί δάσκαλοι παρακολουθούν και κρίνουν… δεν μπορώ να πω ότι κάνω ακριβώς Τέχνη, ένας τεχνίτης είμαι, σαν λιθοξόος σαν τσαγκάρης. Άνθρωποι από παντού έρχονται προς το μέρος μου και με εμπιστεύονται να «ξανασχεδιάσω» το πρόσωπό τους, όπως εμπιστεύονται έναν τσαγκάρη να τους φτιάξει ένα παπούτσι για να συνεχίσουν να βαδίζουν.
    Όπως αυτοί, νοιώθω κι εγώ την πρόκληση από την αντίσταση των υλικών κι ο έλεγχός τους μού ξυπνά έναν σιωπηλό ενθουσιασμό… κάποιες φορές το κάρβουνο είναι ατίθασο κι άλλες απλώνει μαλακά σα μελάνι, και κάποιες ευτυχισμένες στιγμές οι ράγες, οι αύλακες, του χαρτιού «φθείρουν» το μαλακό παστέλ με τέτοιο τρόπο ώστε το χρώμα να καλύπτει επιφάνειες σα να αναβλύζει από πηγή. Μιας μάχης τ’ αποτύπωμα πάνω στο χαρτί είναι αυτό που παραλαμβάνει ο πελάτης. Και πάντα η ίδια παλιά χαρά ενώπιον ενός στιβαρού σχεδίου!
    ….κι ακόμα το εξής: αν και δεν δουλεύω πια ζωντανό πορτραίτο αλλά, ακολουθώντας τις τάσεις των καιρών, δουλεύω από φωτογραφίες, μηχανικά και αβαθή αποτυπώματα του ζωντανού μοντέλου… το σχέδιο πάνω στο χαρτί έχει ένα βάθος και μια υφή που λείπει από τη φωτογραφία που χρησιμοποιώ. Παρ’ όλη την τεχνική πρόοδο, που σκοπό έχει να εφησυχάζει, τίποτα δεν γλυτώνει απ’ το Άπειρο όταν αυτό σηκώνει τα μανίκια!
…και δεν είμαι εγώ παρά ένας «μεσάζων» ανάμεσα σε έναν κόσμο απροσδιοριστίας και ανθρώπους που δεν ευχήθηκαν παρά την καλήν ασφάλεια κι έκτοτε ζουν νοσταλγικοί.
…και δεν είμαι εγώ παρά ένας «μεσάζων» ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και κάποιον άλλον αφού μού φέρνουν και τους νεκρούς τους. Ούτε μου διαφεύγει η ιερότητα της στιγμής όταν μια κόρη φέρνει την υπέργηρη μητέρα για να έχει μια εικόνα της όταν αυτή δεν θα είναι κοντά της.

    Δεν μπορώ να πω ότι κάνω μεγάλη Τέχνη αλλά, ενδεδυμένος τον νυχτερινό μανδύα της ζωγραφικής, κάποια ίχνη της παρεισφρύουν μέσα στο πορτραίτο, ένα ενιαίο φόντο ηρεμεί και στηρίζει την πολυπλοκότητα από τις φόρμες του προσώπου, ένα αδιόρατο μπλε ξυπνά μια τάση προς ονειροπόληση, μια φωτεινή σκιά χαμηλόφωνα υπαγορεύει, κάποιες χρωματικές σχέσεις προκαλούν την έκπληξη, μια κρυφή γοητεία αλλάζει κάποια δεδομένα.  
    Τότε, άγνωστοι σε μένα άνθρωποι που παρατηρούν με την άκρη του ματιού τους, με κάποιο νεύμα, μια κουβέντα, επικροτούν όλη αυτή την διαδικασία, συμπαρίστανται στη μάχη που δίνει ένας χειρώνακτας σαν κατά κάποιο τρόπο να τους αφορά προσωπικά. Τη στιγμή που το χέρι που κρατά κάρβουνο ή μολύβι υψούται με κάποιο κρυφό φόβο για ν’ αγγίξει πρώτη φορά το άδειο χαρτί, ένας μακρινός απόηχος που φθάνει από τα σπήλαια τούς περιτυλίγει. Τι και αν έρχονται από ένα υπερτεχνολογικό σύμπαν, τι κι αν το «τεχνικό πνεύμα» έχει, από καιρό, αποσπάσει τη συγκατάθεσή τους… η αρχαιότητα θα κοιμάται μέσα στον άνθρωπο ως το τέλος του κόσμου.
   
    Είν’ αλήθεια πως, τελευταία, τούτο το παράξενο επάγγελμα όπως και άλλες πιο επίσημες δραστηριότητες αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες, εγώ όμως ένας «πλανόδιος» και «αυτόκλητος», ένας καταγραφέας, νοιώθω τυχερός απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση για την παρατήρηση κάποιων φευγαλέων όψεων της ανθρώπινης ψυχής. Μπορεί τα άλλα τα λεφτά να λιγόστεψαν αισθητά αλλά τα ψυχικά λεφτά δεν είναι καθόλου αμελητέα. Και νοιώθω διπλά τυχερός γιατί, σε όλη τούτη την πορεία, (κι ούτε που με βάρυναν ποτέ!) ολόκληρα «φορτώματα» από ένα αχανές παιδικό νοικοκυριό διασώθηκαν μαζί μου… Πράγματι, άλλοι άνθρωποι απόμειναν πάμφτωχοι!

    Κι αν κάποτε, ένας νεαρός, σχεδόν παιδί, μισοξαπλωμένος σ’ έναν καναπέ στη Σκανδιναβία και αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί στον απέναντι τοίχο και στο καδραρισμένο πορτραίτο κάποιων συγγενών του, νοιώσει μιάν ανεξήγητη συγκίνηση και ταυτόχρονα απορία: πώς από το χάος γραμμών και από την εναλλαγή όγκων φωτός και σκιάς ξεπροβάλλει μια μορφή από έναν κόσμο «ανύπαρκτο» κι όμως αόριστα «γνωστό» και πώς κάποιο μυστήριο τείνει να τού φανερωθεί παραμένοντας όμως διαρκώς σε κάποιες «παρυφές», τότε ένα μέρος του έργου μου θα έχει εκπληρωθεί. Και είναι αυτό η προεργασία για να τού γίνει κατανοητή η μεγάλη Ποίηση του Καιρού μας η οποία γράφεται ανελλιπώς στο περιθώριο μιας εργασίας σχεδόν «ανεπίσημης» και σε χρόνο και τόπο ορισμένο.
    Όσον αφορά εμένα και τις ανομολόγητες φιλοδοξίες μου, πάντα θα παραμένω ένας νοσταλγός του εαυτού μου.

                                                                                                   Β.Η

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Περί Τουρισμού συνέχεια

                                                      (Αυτή την Ικαρία αγαπήσαμε)

    Αναγνώστης της προηγούμενης ανάρτησης, σε σχόλιό του, συμφωνώντας ότι ο μαζικός τουρισμός αποτελεί πλέον πληγή, επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ήπιου και «χαμηλής έντασης» τουρισμού ο οποίος ξαναδίνει ζωή σε μικρά μέρη που μαραζώνουν, φερ’ ειπείν στα νησιά της άγονης γραμμής. Επειδή αυτή η άποψη είναι διαδεδομένη και εκ πρώτης όψεως λογικοφανής, νομίζω πως χρειάζεται μια πιο εκτεταμένη απάντηση που να ξεπερνά τα όρια του σχολίου.
   
    Αγαπητέ Αναγνώστη, συγχώρα με αλλά τα ξέρω και τα μικρά νησιά της άγονης γραμμής. Θα ‘θελες να ήσουν εκεί σερβιτόρος? Θα ‘θελες να ‘σουν καμαριέρα? Θα ήθελες να ήσουν μικροξενοδόχος και να κοιτάς τους «επισκέπτες» σου στο πορτοφόλι? Και να γεμίζεις το καλό νησάκι σου με μπετά και να ψάχνεις να βρεις σκουπιδότοπο? Και να σου φέρνει η υδροφόρα το νερό για τις ντουζιέρες και να μένουν απότιστες οι ντοματιές και να εισάγεις με τη νταλίκα φρούτα, λαχανικά και κόκα-κόλες… να ταΐσεις δηλαδή την ακρίδα που πληρώνει και πρέπει να φεύγει κατευχαριστημένη. Και να γκρινιάζεις που δεν έχετε 7 μήνες σαιζόν σαν τη Ρόδο και την Κρήτη αλλά μόνο Ιούλιο κι Αύγουστο? Γιατί είναι τόσο δημοφιλές αυτό το ψέμμα? Διότι εκεί πάει το παραμύθι του «εναλλακτικού τουρισμού»!
    Αλλά αυτό που έκανε την Ελλάδα πραγματικά αγαπητή τη δεκαετία του ’60 και του ’70, ώσπου κατάντησε «διάσημη», ήταν η δύναμη του αυθεντικού: εκείνοι οι άνθρωποι ήταν ψαράδες, τεχνίτες και αγρότες, πήγαιναν και στα κατσίκια τους το σούρουπο, και μόνο περιθωριακά ασχολούνταν με κανένα σερβίρισμα στην ταβέρνα ή κάποτε έχτισαν πέντε δωμάτια. Από εκεί και πέρα η κατάσταση «ξέφυγε απ’ τα λογικά της». Τα παιδιά τους και τ’ αγγόνια τους είναι πονηρεμένα. Βάζουν κάτω το λαπ-τοπ και την «κληρονομιά» και μιλούν για σωστό μάρκετινγκ! Το εργασιακό τους ιδανικό  είναι πώς θα γίνουν σωστοί υπηρέτες, πώς θα χαμογελούν χωρίς λόγο και πώς θα «διαχειρισθούν» έξυπνα τον τόπο τους!
    
    Δυό ερωτήσεις μόνο: τί θ απογίνουν τα εκατοντάδες χωριά της ηπειρωτικής χώρας που δεν έχουν ούτε θάλασσα, ούτε «παραδοσιακότητα»? Μήπως θα έπρεπε να αδειάζει σιγά-σιγά η Αθήνα (πού ακούστηκε 4 στα 10 εκατομμύρια!) και να βάλουμε μπροστά, συνολικά, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας αντί να σκεφτόμαστε πώς θα εξυπηρετούμε? Ίσως τότε να μπορέσουμε να υποδεχθούμε πραγματικά τους λίγους επισκέπτες που θα μας κάνουν την τιμή να έρθουν να δουν ποιοι πραγματικά είμαστε και πώς ζούμε.
   
    Στην προηγούμενη ανάρτηση, μίλησα για το τι υπάρχει «κυτταρικά» μέσα στο φαινόμενο του τουρισμού και που η ανάπτυξή του μού φαίνεται νεοπλασία! Με τον τουρισμό-από τη μια μεριά οι τόποι και από την άλλη οι άνθρωποι- όλα γίνονται εμπόρευμα. Εξ ου και ο πόλεμος. Ο τουρίστας είναι άνθρωπος που έγινε πελάτης, με τον επισκέπτη επικοινωνείς. Υπάρχει διαφορά! Γιαυτό εγώ δεν ζητώ «εναλλακτικό τουρισμό» αλλά εναλλακτική στον τουρισμό!
    Νομίζω δε, ότι υπάρχει έδαφος για αγροτική και βιοτεχνική ανάπτυξη σε κάθε τόπο, όσο μικρός κι αν είναι, αρκεί να πάνε εκεί νέοι και ορεξάτοι άνθρωποι. Αλλά είναι έργο ενός άλλου καθεστώτος και μιας άλλης κοσμοθεωρίας να φέρει τέτοιους ανθρώπους εκεί.

    Και εξηγούμαι! Τι θα έχει σαν σκοπό ένα τέτοιο μελλοντικό καθεστώς:
(Μεταφέρω σχεδόν αυτούσιες μερικές παραγράφους από ανάρτηση του 2012-σε ένα παλαιότερο ιστολόγιο, τον «Πύραυλο των Υπογείων», με τίτλο: «Η Δημοκρατία ξανάρχεται στην Ελλάδα».)

    …Θα θέσει σε κίνηση την αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή με σκοπό την αυτάρκεια. Προς τούτο, θα φέρνει για ένα η δύο χρόνια- πριν τη στρατιωτική τους θητεία, και υποχρεωτικά, όπως σήμερα οι νέοι γιατροί- αγόρια και κορίτσια από τις πόλεις στην ύπαιθρο για να επανδρώσουν «αγροτικά κοινόβια» συνδεδεμένα με μικρές βιοτεχνίες, για να καλλιεργήσουν τη χέρσα γη, και να επισκευάσουν και να κατοικήσουν τα ερημωμένα σπίτια. Θα απλώσει ένα τέτοιο δίκτυο σε όλη την χώρα.
        Με το ζωηρό τους πνεύμα και λίγες ώρες δουλειάς κάθε μέρα, αυτά τα παιδιά θα δώσουν ζωή στην παρατημένη γη και με την παρουσία τους θα ξυπνήσουν τα ναρκωμένα χωριά. Παρέχοντας τους την δυνατότητα μετακίνησης από κοινόβιο σε κοινόβιο θα τους δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουν τη χώρα τους.
       Αναπόφευκτα, κάποιοι απ’ όσους στάλθηκαν εκεί θα παραμείνουν για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Μετανάστες και ξένοι φίλοι απ’ όλο τον κόσμο θα βρουν μια θέση σ’ αυτά τα ζωντανά κύτταρα.

       Θα ενθαρρύνει συστηματικά την σκληραγωγία  και την εκπαίδευση των πολιτών από την φύση. Θα το κάνει αρχίζοντας από την πιο τρυφερή ηλικία . Αυτά τα παιδιά της νεαρής Δημοκρατίας, ελεύθερα ανάμεσα σε ουρανό και γη να ζήσουν τον έρωτα κάτω από τα άστρα και να παλέψουν με τα εδάφη και τους καιρούς, μαθαίνοντας από πρώτο χέρι αιώνιους Νόμους, θα γίνουν τα δυνατότερα στηρίγματά της.
        Ξεκινώντας έτσι, η πολιτεία θα διευκολύνει την έξοδο κατοίκων που έχουν εγκλωβιστεί στις πόλεις προς την αναζωογονημένη ύπαιθρο. Οι άνθρωποι ανασυστήνοντας εκεί μικρές κοινότητες «θα ζουν όπως θα ’πρεπε να ζουν».

    Μπορεί, αγαπητέ αναγνώστη, να φαίνονται υπερβολικά περίπλοκα όλα αυτά… έως και λίγο επικίνδυνα αλλά δεν ξέφυγε κανείς εύκολα από τους μπελάδες του.

                                                                             Β.Η

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Και τούτη τη σαιζόν θα χάσουμε άλλο ένα καλοκαίρι


  



   «Από τους τρεις λόγους για να ταξιδέψει κανείς στην αρχαιότητα: Πόλεμος, Εμπόριο, Προσκύνημα, κάποιος θα έλεγε ότι ο Τουρισμός προέρχεται από το Προσκύνημα. Όμως πιο πολύ φαίνεται ο πραγματικός του πρόγονος να είναι ο Πόλεμος!»

    Αυτά έγραφε ο Αμερικανός στοχαστής, Χακίμ Μπέη. Ένας μειλίχιος άνθρωπος με αίσθηση του μέτρου (...σπάνιες αρετές για κάποιον με τόσο περιθωριακές απόψεις) που έτυχε να συναντήσω στα μέσα της δεκαετίας του΄90 στην Ιρλανδία.

    Και ένας έμπορος γούνας, σε μια συζήτηση μεταξύ γουναράδων που έτυχε να παρακολουθήσω στη Ρόδο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 (ναι, τόσο παλιά!) τελικά απεφάνθη:

Ο Τουρισμός είναι ο μόνος στρατός που δεν νικήθηκε ποτέ!

    Πράγματι:

    Οι φάλαγγες των τουριστών προχωρούν και φωτογραφίζουν, φωτογραφίζουν και προχωρούν πάνω στα ερείπια που άφησαν τα τμήματα που προηγήθηκαν μέσα σ’ ένα τοπίο κατεστραμμένο από τσιμέντο, άσφαλτο, θόρυβο, φώτα, σκουπίδια, εξαντλητική δουλειά!
                       
(Πέργαμος, πεζικό)
         

    Το πρόσταγμα shoot αφορά τώρα το πάτημα ενός κουμπιού που ανοιγοκλείνει το κλείστρο της κάμερας, όπου shoot (πυροβολώ) ισχύει και για το τράβηγμα της φωτογραφίας όταν σκοπεύεις μέσα  από τη φωτογραφική μηχανή, αυτό το ερμαφρόδιτο σύμβολο-παιχνιδάκι και σύγχρονο ξόρκι.
    Οι κάμερες υψώνονται προς κάθε κατεύθυνση, κάθε στόχο που προβάλλει, ρουφώντας τη ψύχη των ντόπιων και του τοπίου.
    Ο σημερινός μαζικός τουρισμός είναι το απόγειο της εκλέπτυνσης ενός παλιού πολεμικού παιχνιδιού που λέγεται search ‘n' destroy- ερευνήστε λοιπόν και καταστρέψτε, αλλά μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε η καταστροφή να μπορεί να ονομασθεί «αξιοποίηση».
     Αντίθετα από το προσκύνημα όπου ο προσκυνητής προσέρχεται με δέος και κατάνυξη και, προσφέροντας πίστη, αυξάνει τη «χάρη» που αναδίδει ένας Ιερός Τόπος, ο Τουρισμός απομυζά τις ιδιαιτερότητες κάθε «ξεχασμένης» γωνιάς του πλανήτη και ομογενοποιεί κάθε μέρος που πλήττει. Γιατί αυτό που αποζητά ο τουρίστας είναι «πολιτισμική διαφορά» για να την καταναλώσει. Έτσι κι αλλιώς θα του ήταν αφόρητο να την ζήσει.

     Η Φαντασία πέθανε στη Δύση εδώ και καιρό. Χρειάστηκαν αμέτρητες ποσότητες ορθολογισμού και κατήφειας για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Για να καταπραϋνθεί και να σβήσει κάτι τόσο δυσλειτουργικό και άβολο, αλλά τόσο βαθειά ανθρώπινο. Τώρα λοιπόν η Δύση, πηγή του Τουρισμού, πρέπει να την αποκτά σε ασφαλείς δόσεις και σωστά πακεταρισμένη.
    Αυτό που γοργά απονεκρώνεται έχει ανάγκη από κάτι ζωντανό για να παρατείνει τον χρόνο επιβίωσής του. Αλλά όπου αγγίζει απονεκρώνει. Πρέπει λοιπόν συνεχώς να προχωρά! Πράγματι, νέοι τουριστικοί Παράδεισοι ανοίγονται στο κοινό. Νέοι «τουριστικοί προορισμοί» μπαίνουν στο χορό ανακοινώνοντας απλά: Ανοίξαμε (τα πόδια) και σας περιμένουμε! 
     ΑΝ η παλιά αποικιοκρατία ύφαινε στην ψυχή του αποικιοκρατούμενου την αλλοτρίωση και την τρέλλα, και εκμεταλλευόταν τις υλικές πηγές, η σύγχρονη προχωράει παντού και σε μεγάλο βάθος. Για να γίνει κατανοητή η έννοια αυτού του βάθους ας ειπωθεί ότι τώρα δεν είναι μόνο η ανεξαρτησία ή οι πηγές πλούτου που κινδυνεύουν, αλλά τουριστική έκθεση σημαίνει… να ανοίγεις το σπίτι σου στους ξένους! Ο Τουρισμός μετατρέπει μια χώρα σε έκθεμα και εικόνα του εαυτού της.
    ...Και φυσικά, να ανοίγεις το σπίτι σου με το "αζημίωτο"! Άπαντες δε προφασίζονται άγνοια του ότι η ζημιά είναι ανυπολόγιστη! Πώς όχι; Ο τουρισμός είναι "ιερή αγελάδα" και ένα από τα ταμπού του πολιτισμού μας.

    Χοντρικά, μπορούμε να πούμε ότι, η  επιδρομή της Δύσης στα χωριά και στις καλύβες του κόσμου ακολούθησε την εξής πορεία: Πρώτα οι εξερευνητές, μετά οι ιεραπόστολοι, μετά ο στρατός (και περισσότεροι ιεραπόστολοι), μετά οι περιηγητές, κατόπιν διανοούμενοι και συγγραφείς, εν συνεχεία αγνοί ταξιδιώτες (και οι χίππυς κάποτε), μετά ο ήσυχος ιντιβιντουαλιστής τουρίστας με το πραγματικό ενδιαφέρον και τέλος η πλημμυρίδα του μαζικού Τουρισμού.

    Ο στρατός βέβαια δεν παύει, κατά καιρούς, να κάνει την εμφάνισή του με τα βρώμικα άρβυλά του, ανοίγοντας και κλείνοντας την τουριστική αυλαία!  Έτσι το Βιετνάμ ή η Καμπότζη που κάποτε ήταν υπό το καθεστώς του Ναπάλμ και του βομβοτάπητα είναι τώρα πρόθυμοι «τουριστικοί προορισμοί». Ενώ η Σομαλία που σήμερα εμφανίζεται στους χάρτες των τουριστικών οδηγών «λευκή», κάποτε μπορεί να αποδειχτεί θαυμάσιο τουριστικό εύρημα και προϊόν. Ή ένα αμερικανοκίνητο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα στέλνει για λίγο τη χώρα στα τουριστικά αζήτητα μέχρις ότου «κάποια προβλήματα διευθετηθούν».

     Όπως πάντα, η γλώσσα αποκαλύπτει τα πάντα για τα οποία μιλά, έτσι έχουμε: Τουριστικές μονάδες, πράκτορες, tour operators, target group, έρευνα, συνοδούς, tourist guides, ξεν-αγούς, τουριστικά γκρουπ, αρχηγούς γκρουπ, σχεδιασμό, ανεφοδιασμό και, αν τα πράγματα πάνε στραβά, εκκένωση! Ακόμα και όταν συγκαλύπτει η γλώσσα, προδίδει!
    Αποδεικνύεται λοιπόν αυτό που ειπώθηκε στην αρχή, ότι ο τουρισμός  είναι ο μόνος στρατός που δεν νικήθηκε ποτέ! 
   
    Ακόμα, ο τουρισμός, που δεν μπορεί πια παρά να είναι μαζικός, δηλαδή μια βιομηχανία διασκέδασης, χαλάρωσης και "κολακείας" για τους προλετάριους κάποιων χωρών, για τους προλετάριους κάποιων άλλων σημαίνει σιδηρά πειθαρχία, ασταμάτητη δουλειά σε «στρατόπεδα διακοπών», μόνιμη κούραση. Έτσι ώστε μια χώρα στον ήλιο που έχει πληγεί από τον τουρισμό να γίνεται αναπότρεπτα μια «ηλιόλουστη κόλαση». Και υπάρχουν όλο και «κατώτερα πατώματα», όλο και βαθύτερα κάτεργα, σ’ αυτή την κόλαση στον ήλιο!

    …Κι ακόμα ακόμα, η αδυνατότητα μιας επανάκτησης της ζωής οφείλεται στο ότι: και στις καλές εποχές τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν προτιμήσει το χρήμα από την πάλλουσα ζωή. «Έρρεε το χρήμα!» είπε κάποιος βετεράνος του τουρισμού και εδονείτο από συγκίνηση μες την επανάληψη του «ρο» αντί να ξεσπάσει σε ένα: «έρρεε η ζωή»!


                                                     Ευπειθέστατος                                                                    διατελώ   
                                                             Β.Η


    
Υ.Γ 1: Πέρυσι πέρασε από πάνω μας η κοσμοπλημμύρα και «κραιπάλη» των 30 εκατομμυρίων και αναμένεται μια επόμενη. Παρ' όλα αυτά, κάπου θα βρεθεί ένα μοναχικό πεύκο και για σας, ένα έρμο αρμυρίκι, και όταν γέρνει ο ήλιος και οι παραλίες ησυχάζουν, κάποιος μπορεί  πέρα απ’ τις ομπρέλες και τα άδεια πλαστικά μπουκάλια να ατενίσει τα μεγάλο ήσυχο μπλέ. Για αυτή την ώρα που η Μεγάλη Ζέστη υποχωρεί ζούμε όλη τη μέρα, εμείς που αξιωθήκαμε το μακρύ καλοκαίρι του Νότου χωρίς να είμαστε άξιοί του!

                                                                                                                  

    Υ.Γ 2: Αυτοί που προσφάτως, και μετά τις κινητοποιήσεις σε Βενετία και Βαρκελώνη, αρθρογραφούν ενάντια στον μαζικό τουρισμό μπορούν να μεμψιμοιρούν για την ποιότητα του τουριστών και την χαμηλή αγοραστική τους δύναμη, αλλά δεν καταλαβαίνουν ή κλείνουν τα μάτια μπρος στην πραγματική φύση του τουριστικού φαινομένου. Μιλούν για «λελογισμένη αξιοποίηση» λες και θα ήταν ανεκτή μια λελογισμένη εκποίηση του πατρικού σου σπιτιού. Μιλούν για «ποιοτικό τουρισμό» και εννοούν να πουλάς ακριβά το κορμί σου. Μιλούν για «ανεξέλεγκτη αύξηση» λες και θα ήταν δυνατή μια χαμηλής έντασης και μετρημένη εισβολή. Μιλούν για «δυσμενείς επιπτώσεις» λες και θα μπορούσες να παίξεις ένα παιχνίδι διατηρώντας τις αμφιβολίες σου. Εμείς όμως, που ζώντας για δεκαετίες μέσα στον τουρισμό τον γνωρίζουμε όσο λίγοι και είδαμε την άνοδο και την πτώση τού τουριστικού μύθου, μπορούμε να γράφουμε ό,τι θέμε! Δηλαδή αυτά που ζήσαμε! Άλλωστε δεν πληρωνόμαστε για αυτά που γράφουμε!

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Η Τάφρος


Πάλλεται και τρέμει ο ποιητής τις νύχτες πιο πολύ κι απ’ τη φλόγα του κεριού όταν σκέφτεται την εποχή του. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να παραπονεθεί για την παρακμή της αφού όλα παρακμάζουν. Ξέρει πως μόνο να λυπάται μένει που έτυχε σ’ αυτόν να ζήσει σε τέτοιους μικρόψυχους καιρούς.
Δεν θα αγωνισθεί στον Μαραθώνα, δεν θα πάρει μέρος στην αέρινη επέλαση, δεν θα σταθεί πάνω στα καταστρώματα την ώρα που σηκώνεται η αύρα απ’ τη Σαλαμίνα και υψώνεται ο παιάνας, ούτε θα αντιμετωπίσει τους Πρώσσους στο Βαλμύ. Και ζηλεύει τον Αισχύλο όχι τόσο για τη δόξα του την ποιητική αλλά γιατί δεν έζησε το παρατεταμένο τέλος αλλά την ακαριαία αρχή. Όσο και να υπολογίζει με το χαρτί και το μολύβι, δεν θα ‘ναι αυτός που θα δοξάσει την αυγή μίας μεγάλης εποχής. Γιατί ξέρει πως 50 χρόνια αφανούς προετοιμασίας χρειάζονται για τέτοια νίκη.

Συνέβαινε κάποτε, ένας στρατός που έκανε επίθεση να πέφτει μες τις τάφρους που είχε σκάψει με επιμέλεια ο αμυνόμενος. Άνθρωποι και άλογα και όπλα έπεφταν σ’ αυτά τα φριχτά χάσματα ώσπου οι επερχόμενοι να περάσουν πατώντας στις πλάτες των σκοτωμένων.
Θα ζήσουμε αρκετά ώστε να περάσουμε πάνω από τα σκάμματα που γέμισαν οι προπορευόμενοι? Θα ‘μαστε εμείς οι τυχεροί που θα διασταυρώσουμε τα σπαθιά με την ανακτορική φρουρά?
 Κι αν ναι… ας είμαστε ανάμεσα και στους 700 εκείνους Θεσπιείς!

Επίσης, κάποτε πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα: υπάρχει μια κραταιά αυτοκρατορική φρουρά ή πρόκειται μόνο για τις δικές μας σκιές?

                                                                                                                           Β.Η