Σκοτεινή ήπειρος, μαζεύουμε τα πράγματά μας... Δεν έχουμε ανάγκη από πολλά, ταξίδευε ελαφρά, ταξίδευε αργά! Αν χρειαστεί να φύγεις από κάπου φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Κατρακυλάμε με θόρυβο τις σκάλες. Σκοτώσατε ανθρώπους που δεν σας έφταιξαν σε τίποτα. Που το μόνο που έκαναν ήταν πως προσπαθούσαν να κρατηθούν απ’ το μπαντζάκι της ζωής. Δεν μας έμεινε παρά η αυτοκτονία. Θα πάρει λίγο χρόνο. Ως τότε δεν έχουμε παρά μόνο ο ένας τον άλλον. Κι έναν νυκτερινό ουρανό που εσείς δεν θα αντικρύσετε ποτέ. Θραύσματα ειδήσεων από μακρινούς σταθμούς πνίγονται στα παράσιτα... μετά τίποτα! Α, ώστε ξεκινήσατε τον πόλεμο; Το κουφάρι που βάζατε να περπατάει μέσα στα πολυάνθρωπα σπήλαια, να περπατάει και να τρέχει, απ’ το σπίτι στη δουλειά, απ΄ τη δουλειά στο σπίτι, αποφασίσατε να το ρίξετε στη φωτιά; Πάει καλά! Για καιρό πολύ μπαινόβγαινε παντού, σε αυτοκίνητα και υπόγεια τραίνα, τώρα πάτησε τη νάρκη!
Όσο για μας… προδώσαμε την καταγωγή μας, δραπετεύσαμε από την Ιστορία μες στη Γεωγραφία. Περάσαμε στην πίσω μεριά του κόσμου σας σαν να περάσαμε μέσα από καθρέφτη. Στη σκιά του Οίκου σας, στη φόδρα της αντίληψή σας. Εκεί από όπου έρχονται οι εφιάλτες σας, εκεί όπου παραμονεύουν οι ενοχές σας. Εκεί από όπου έρχονται οι ξένοι σας. Τεράστια πέτρινα μνημεία στην απεραντοσύνη... εδώ υψώνεται το τέλος του Κόσμου. Ένας άπειρος ναός. Κόσμος σιωπής, ψιθύρων, σκόνης, πέτρας τριμμένης απ’ τον άνεμο… Εδώ είναι το βασίλειο της σαύρας.
Όταν σταματάνε τα μοτέρ μάς κυκλώνει η σιωπή. Σαν παύει ο καθησυχαστικός βόμβος της Benz και της Renault Dassault που μας συνδέει με την ανθρωπότητα τότε νοιώθουμε λίγο μοναξιά. Μια νύχτα ξύπνησα και μες στο σκοτάδι άκουσα τη βουή των πλανητών. Ταξιδεύουμε τώρα μες στη μουσική. Μόνο που ‘ναι αδιάκοπος ρυθμός. Ο ρυθμικός παλμός του αίματος μες στον λαβύρινθο των αρτηριών. Αλλά μας έλειψε η μελωδία, μια οποιαδήποτε μελωδία, έστω για μια στιγμή! Είμαστε στερημένοι από μελωδία… Ας ήταν το τραγούδι μιας δεκατετράχρονης νεράιδας των βουνών, μιας βόσκισσας από τους καταυλισμούς. Ας ήταν μια τρομπέτα που σηκώνεται απ’ το ονειρικό νερό. Είμαστε στερημένοι από θεωρία. Συναρτώ τη θεωρία με τη μελωδία. Ο ρυθμός είναι κάτι άλλο.. Ατόφιο ένστικτο. Έρχεται απ' έξω όσο κι από μέσα. Υπήρξε μια στιγμή μοναδική που έπρεπε να πάρουμε τα όπλα. Ύστερα, μόλις πέρασε η στιγμή, ήτανε κι έφεγγε παντού κι ολούθε γύρω μας η ήττα… Ταξιδεύουμε τώρα με τον εκτυφλωτικό θάνατο. Υπάρχει πολύ σκοτάδι μέσα σ’ αυτό το φως.
Φύγαμε από την Γκουελλιμίν προς το Ταν Ταν. Ένας συνοριακός σταθμός όλο άμμο ήταν η Γκουελλιμίν. Κι έπειτα, από τον Νότο του Μαρόκου σερνόμαστε αργά προς το εσωτερικό, μέσα απ' τη Μαυριτανία με κατεύθυνση το Μάλι. Αν επιζήσουμε απ’ αυτό το ταξίδι του χαμού... Κάθε νύχτα που σταματάμε κάτι σφίγγει γύρω μας όλο και πιο πολύ. Υπάρχουν νύχτες που δεν σταματάμε. Πηγαίνουμε προσεκτικά με το φως των προβολέων. Το νοιώθουμε πως η έρημος λογαριάζει να μας κλείσει μέσα της. Λένε πως οι αμμόλοφοι κάποτε τελειώνουν, πως σιγά-σιγά δίνουν σε θαμνότοπο, έκταση επίπεδη, σαβάνα, οι πρώτες κατσίκες τα πρώτα παιδιά-βοσκοί, οι πρώτες οάσεις, οι πρώτες καλλιέργειες. Μέρες πριν, όσο είσαι ακόμα στην έρημο, βλέπεις τα πρωινά, προς τα νότια, έναν θόλο από αχλύ. Πρέπει να ‘ναι ο Νίγηρας… Ας είναι να φτάσουμε στο Γκάο. Ας είναι να πετύχουμε τον μεγάλο ποταμό στο Μπουρέμ ή στη Γκουρμά-Ραρούς, ας είναι να φτάσουμε στο Γκάο, να αφεθούμε στη φιλοξενία των Σονγκάϊ… Ας είναι να απολαύσουμε το θρόϊσμα των καλαμώνων, το βούϊσμα των εντόμων πάνω από το πράσινο νερό, εξιλέωση, έλεος, έλεος!
Β.Η.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου