Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Οχηματαγωγόν Ελλάς


Τον Δεκέμβρη του 1966 το «Ηράκλειo» βυθίστηκε στη μέση του Αιγαίου, στη θαλάσσια περιοχή της Φαλκονέρας, παίρνοντας μαζί του 250 ανθρώπους. Ήταν πολύ κρύος εκείνος ο χειμώνας του ­’66 προς ’67 - και οι Συνταγματάρχες ήδη ερχόντουσαν.

    Η εν πλώ καταστροφή του Norman Atlantic είχε κάτι πέρα από το ρίγος και τη δραματική ειρωνεία που νοιώσαμε βλέποντας ανθρώπους­ -σε ζωντανή μετάδοση­- να κινδυνεύουν να καούν περικυκλωμένοι από νερό. Ένα οχηματαγωγό μετασκευασμένο κακήν κακώς σε επιβατικό, ένας Ιταλός καπετάνιος, ένας Έλληνας ύπαρχος, ένα μικτό πλήρωμα της τελευταίας στιγμής χωρίς συνοχή και χωρίς κοινή γλώσσα. Οι Ιταλοί δεν μιλούσαν αγγλικά, ούτε καν ο πλοίαρχος ο οποίος αδυνατούσε να συνεννοηθεί με τα ελληνικά λιμεναρχεία. Επί πλέον το πλήρωμα άργησε να κληθεί σε συναγερμό με αποτέλεσμα, «χωρίς στολή, χωρίς κανένα διακριτικό, χωρίς οδηγίες να χαθούμε μέσα στον κόσμο» όπως είπε ένας απ' τους ανθρώπους του καραβιού.

    Πίσω απ’ όλα αυτά, ένας πόλεμος ιταλικών και ελληνικών εταιριών για την κυριαρχία στο Ιόνιο και την Αδριατική. Και πάλι καλά λοιπόν τα κατάφεραν όλοι τους –ένα ασύντακτο πλήρωμα και άνθρωποι που ξύπνησαν στις καμπίνες τους απ’ αυτό που ερχόταν μέσα από τους εξαεριστήρες και τις φωνές και το ποδοβολητό στους διαδρόμους αυτών που έτρεχαν εδώ κι εκεί για να βρούν τις εξόδους, τα σωσίβια, τις λέμβους. Όσο περνούσε η ώρα όλοι, επιβάτες και πλήρωμα, κατέφευγαν στα ψηλότερα καταστρώματα γιατί τα δάπεδα έκαιγαν από τη φωτιά που κατάτρωγε τ' αμπάρια.

    Η σωτηρία τώρα είχε αφεθεί στο φιλότιμο και το πείσμα των πληρωμάτων των ελικοπτέρων και των αντρών των ρυμουλκών που έκαναν την κατάσβεση. Οι Ιταλοί αποφάσισαν -πολύ σωστά- η εκκένωση να γίνει από αέρος. «Είχαν πολύ καλό συντονισμό» αλλά και πάλι τα πρώτα ελικόπτερά τους πραγματοποιούσαν τη διάσωση με καλάθια δύο ατόμων ή με την αρτάνη (ένα ειδικό σχοινί, ιμάντας που παίρνει έναν κάθε φορά). Μόνο όταν έφτασε το πρώτο ελληνικό Super Puma«τα δικά μας παιδιά» όπως είπε ένας Έλληνας οδηγός, επιταχύνθηκε η διάσωση καθώς μάζευε τους επιβάτες ανά 6 ή ακόμα 8 άτομα. Οι Έλληνες τελικά στις δύσκολες στιγμές υπερβαίνουν την πραγματικότητα.

    Κάποιες αφηγήσεις επιζώντων που κατάφεραν να περάσουν μέσα από τον επίπεδο δημοσιογραφικό λόγο αφήνουν να φανεί η εφευρετικότητα και η ευγένεια των πληρωμάτων παραπλεόντων εμπορικών πλοίων, όπως εκείνου του Aby Jeannette που οι Φιλιππινέζοι ναύτες του έκλαιγαν πάνω από τα παράπετα επειδή δεν μπορούσαν να ανεβάσουν με την ανεμόσκαλα τους επιβάτες που κρατούσαν παιδιά στην αγκαλιά. «Δεν επέμεναν, ήταν έξυπνοι άνθρωποι, έφτιαξαν γρήγορα ένα δίχτυ και μ’ αυτό ανέσυραν έναν-έναν τους πενήντα ανθρώπους από τη βάρκα», όπως είπε μια μάνα.

    Σαρανταοκτώ χρόνια μετά το «Ηράκλειο» ζήσαμε μια ακόμα ναυτική τραγωδία που όμως αυτή τη φορά είχε διεθνή χαρακτήρα. Και εμείς που νομίσαμε ότι μέσα στην Ευρώπη θα γλυτώναμε από το χάος!  

    Τώρα το πλοίο, που η τύχη του έγερνε για πολλές μέρες πότε προς Αλβανία και πότε προς Ιταλία, ρυμουλκήθηκε σε ιταλικό λιμάνι και, μπρος στο κομφούζιο που έχει δημιουργηθεί από την ιταλική πλευρά, συγγενείς ταξιδεύουν για τη γειτονική χώρα για να βρουν τους ανθρώπους τους, όπου μπορεί αυτοί να ευρίσκονται.

    Όλα αυτά θυμίζουν τραγικά τη χώρα που μετά την καταστροφή ρυμουλκείται. Εξ ου και η μελαγχολία των ημερών, κάτι περισσότερο από τη θλίψη για τους ανθρώπους που χάθηκαν.

    Αντίο Norman Atlantic δεν θα σε ξαναδούμε ποτέ. Ήσουν η πιο ζωντανή απεικόνιση αυτού που έχει συμβεί στην πατρίδα μας!

 

                                                                                        Β.Η


Σημ. Το κείμενο πάρθηκε από τον "Πύραυλο των Υπογείων" εκείνης της εποχής. Το πλοίο πήρε φωτιά στις 28 Δεκέμβρη του 2014. Πάνε εφτά χρόνια από τότε. (Κάποιοι υποστηρίζουν πως εξακολουθεί να καίγεται).

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Στους Μελλοντικούς Συντρόφους απ’ την Ουράνια πατρίδα

 

    Μαζεύονται μες στην οικογένεια, στολίζουνε το δένδρο, κάνουνε τα ψώνια, μαγειρεύουν διπλά και τρίδιπλα και το ρίχνουν στο φαΐ μπρος στο ακοίμητο και κακόβουλο μάτι τής τηλεόρασης. Ξαναπιάνουν τις ίδιες συζητήσεις, εύχονται και ξαναεύχονται και στο τέλος ανοίγουνε τα δώρα. Και ύστερα φεύγουν. Χωρίς να αντηχεί στ’ αυτιά τους καμία μουσική. 

    Στερημένοι τον πολιτισμό τους κατάντησαν φαντάσματα σε εμπορικά κέντρα, οπαδοί των νεόκοπων «Κέντρων Πολιτισμού» και πελάτες των διασκεδαστών. Στερημένοι τη δική τους γλώσσα τραυλίζουν σαν κατακτημένοι αυτόχθονες και σαν κάποιους μιγάδες στις γλώσσες των διαφόρων επιτηρητών τους και στην αργκό των τεχνικών αδυνατώντας να επικοινωνήσουν. Μια Βαβέλ από μοναξιές. Κι όταν η ανία τούς περισφίγγει, καταφεύγουν στα κινητά τους και καταβροχθίζονται απ’ αυτά.

    Μνημόσυνα είναι τέτοιες γιορτές. Ούτε να ντραπούν που ξέχασαν πώς είναι να γιορτάζεις! Μνημόσυνα των μεγάλων γιορτών που έσβησαν είναι τούτες οι πένθιμες γιορτές. Ωχρή ανταύγεια ενός αρχαϊκού κόσμου και των συνεκτικών τελετών του παρελθόντος που επιβεβαιώναν την ενότητα. Χάθηκαν αυτοί που πριν φάνε ευλογούσαν το ψωμί. Χάθηκαν οι τραγουδιστάδες και οι παλιές υφάντρες.

 -«Τα Χριστούγεννα είναι οικογενειακή γιορτή», λεν σαν δικαιολογία. Λες και θα μπορούσε η οικογένεια να αντέξει μέσα σε μια κατακερματισμένη και ηττημένη κοινωνία! Τελευταία στιγμή γίνεται επίκληση στο «χαμένο νόημα» και επιστρατεύεται ο παπά-Φραγκούλης που πάει με τη βάρκα στο Χριστό στο Κάστρο, αλλά αποκρύπτεται το γεγονός ότι το παιδί γεννήθηκε πεθαμένο και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μες στα αγοραστικά πλήθη και πίσω από τις πλάτες των τηλεθεατών το μεταφέρει στον ουρανό. Μάταιη και η αναφορά στις γιορτές του Ανίκητου Ηλίου. Μια κοινωνία που συλλυπείται τον εαυτό της. Κι έρχεται ο Γενάρης. Πικρά που είναι τα φρούτα της λειψής χαράς…

   Πού είναι το κάλεσμά σε έναν αχανή κόσμο; Πού είναι οι τελετές; Πού είναι λοιπόν η Γιορτή; Τα δρύινα τραπέζια με τα λινά τραπεζομάντηλα βρεγμένα από κρασί; Ο αδιάκοπος ερχομός και το καμπανάκι τής εισόδου που δεν έχει σταματημό; Οι καλοδεχούμενοι ξένοι, οι φίλοι από μακριά και οι πεθαμένοι γλεντοκόποι; Και οι χοροί, τα ξεμοναχιάσματα και τα ενθουσιασμένα βλέμματα που ξεσηκώνουν την καρδιά;

    Κουράγιο σύντροφοί μου που ακόμα δεν έχουμε ανταμώσει! Οι τελετές μας θα αναπαριστούν το πέρασμά μας μέσα από την βαρβαρότητα. Οι δικές μας οι γιορτές θα ξεσπάσουν πάνω στα αποκαΐδια αυτού του έρημου κόσμου. Θα είναι γιορτές που κανείς δεν θα φεύγει λυπημένος. Θα είναι γιορτές αυτών που έχοντας κοινή ζωή και κοινή πνευματική πατρίδα διακινδύνευσαν τα πάντα.

                                                     Β.Η.




                                                                    

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

Φωτιά Ποίηση

 


                                                                (τα Φαντάσματα της Βενζίνης)

       

Εκείνη τη χρονιά μια πνοή άνοιξης φύσηξε μες στην καρδιά του χειμώνα. Βράδυ τού Δεκέμβρη πήρα ένα ταξί απ’ τον Κεραμεικό. Το αυτοκίνητο διέσχιζε τον λαβύρινθο των έρημων δρόμων σιωπηλά σα νεκροφόρα. Μόλις βρόντηξα την πόρτα και ξεκινήσαμε άρχισα να νοιώθω την παρουσία μιας οντότητας βαρύτερης κι από τον Κρόνο. Ένας υπέρτατος όγκος εκπομπών χαμηλής συχνότητας γέμιζε την καμπίνα τού αυτοκινήτου. Κάποιος καθόταν στην πίσω θέση. Δεν ήμουν λοιπόν ο μοναδικός επιβάτης και σιγά-σιγά διαπίστωνα ότι επρόκειτο για έναν καλοζωισμένο κύριο με καμηλό παλτό. Μιλούσε στο τηλέφωνο - πιθανώς με μια εξ ίσου αξιοσέβαστη κυρία - και μουρμουρίζοντας πνιχτά, όλο αγανάκτηση, διηγείτο πώς ύστερα από μικρή περιπέτεια έφτασε ως ένα θέατρο που το βρήκε κλειστό και την παράσταση ματαιωμένη.

Ανόητε! σκέφτηκα. Δες λοιπόν πως οι πόρτες ήτανε κλειστές και οι θεατές άφαντοι γιατί το Θέατρο, το Μέγα Θέατρο, μεταφέρθηκε στους δρόμους! Δεν βλέπεις γύρω σου τους ποιητές με τα φλόγιστρα; Δεν βλέπεις παντού γύρω σου το Έργο; Δεν καταλαβαίνεις ότι η Ποίηση έρχεται;

Αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή… μια χαμηλή φωνή ακούστηκε καθαρά, πίσω απ’ το δεξί μου αυτί σε μια τυχαία σύμπτωση σιωπής (σίγουρα τυχαία;), μα εγώ δεν έδωσα σημασία. Προσδεδεμένος στο κάθισμα παρατηρούσα έξω από τα τζάμια τα πολλαπλά πρόσωπα της φρίκης... Τους σαλταδόρους και τις σκιές. Ναι, άκουγα συνεπαρμένος από μιαν άγρια ομορφιά τις αέρινες φρικτές τραγουδίστριες!

    Μου πήρε λίγα χρόνια για να ξαναγυρίσω στον ψίθυρον εκείνο… Κι έλεγε, εκείνη η εμπιστευτική φωνή: Δεν καταλαβαίνεις πως θα ζήσουμε σ’ έναν κόσμο εξεγέρσεων και καταναγκασμού; Εξεγέρσεων και απελπισίας; Παγιδευμένοι στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε ζωή και θάνατο; Καταδικασμένοι σε μια Ποίηση που δεν καταφέρνει ν’ αποκτήσει σώμα;

    Αρχίζω πιά να σιγουρεύομαι: πρέπει οι ίδιοι οι ποιητές να δώσουν σάρκινην υπόσταση στη φωνή τους… να βάλουν το ίδιο το κορμί τους, τη ζωή τους, προσάναμμα σ’ αυτή την υπόθεση φωτιάς.

 

 Έκτοτε – και κάποιες φορές πιο παλιά χωρίς να το ‘χω καταλάβει, μόνο τώρα συνειδητοποιώ ότι έχει ξαναγίνει – βρέθηκα ξανά μέσα σ’ εκείνο το μυστηριώδες όχημα που ακόμα διασχίζει τους άδειους δρόμους. Σαράβαλο τρακαρισμένο με την εξάτμιση να κρέμεται δεμένη, οι πόρτες του δεν κλείνουν, προφυλαχτήρες σέρνονται στην άσφαλτο, μαρσαρίσματα και σπιναρίσματα τροχών ώσπου μυρίζει λάστιχο καμένο και με λαμαρίνες που βροντούν, βγαίνοντας με αέναο αγκομαχητό από γαλάζια σύννεφα βενζίνης ακόμα καταφέρνει να κινείται. Ο οδηγός πάντα σιωπηλός, τον κοιτώ κλεφτά, δεν έχει στόμα. Τα μάτια μόνο κάποτε γελούν. Δεν είμαι σίγουρος ούτε για το φύλο του. Αν είναι καν άντρας για γυναίκα. Μα ούτε αυτό έχει σημασία. Γίνεται μια περιφορά. Δεν ξέρω καν ποιανού πράγματος. Πότε κάθομαι πίσω μοναχός, πότε δίπλα, στη θέση του συνοδηγού. Τότε το πίσω κάθισμα γεμίζει πλάσματα. Πότε μιλούνε δυνατά, πότε ψιθυρίζουν. Δεν καταλαβαίνω πάντοτε τι λεν, μόνο λίγες λέξεις αρπάζω σε γλώσσες γνωστές και άγνωστες. Κι αυτά που πιάνω είναι πάντα διφορούμενα… Ανεβαίνουν - κατεβαίνουν, απ’ το πουθενά έρχονται, στο πουθενά πηγαίνουν. Κάποια φορά σε μια διεύθυνση κάποιοι τους περιμένουν στο κατώφλι… Άλλοτε μια έρημη διασταύρωση και το κόβουν με τα πόδια.

            Οι ίδιες καταραμένες συνοικίες

            η μια στρογγυλή πλατεία μετά την άλλη

            η ίδια αιώνια κούραση των δρόμων…

            είμαστε τα Φαντάσματα της Βενζίνης.

 

Άλλοτε το όχημα μετατρέπεται σε βάρκα. Ο ίδιος πάντα άνθρωπος, αμίλητος, είναι ορθός μ’ ένα κοντάρι. Διασχίζουμε τις σκοτεινές Αχερουσίες. Πότε μεταφέρομαι σαν επίσημος νεκρός, πότε είμαι μπροστά με το σκαντάλι και μετρώ το βάθος. Ήχος νερών, άπειρος κόσμος ψιθύρων… Είναι η φιλήδονη ουσία που υπάρχει πριν απ’ όλες τις μορφές τής ηδονής. Μπας και είναι η καταγωγή τού κόσμου;

Και κάποτε βρίσκομαι σ’ ένα νυσταγμένο αεροδρόμιο σε μια χώρα που δεν γνωρίζω… Παρατηρώ τα κύματα της ζέστης που διαθλούνε τις γραμμές. Μήπως τούτες οι μορφές, τούτες οι ανάερες γραμμές, είναι μόνο το ύστατο κάλυμμα μιας τελειωτικής γύμνιας; Ακίνητο, τυλιγμένο στη σιωπή, περιμένει ένα αλλόκοτο αεροσκάφος σε έναν διάδρομο μακριά από τα κτίρια του αεροδρομίου. Μεταφέρομαι εκεί χωρίς διατυπώσεις. Με πηγαίνουν συνοδεία. Ο ίδιος πάντα άνθρωπος δίχως στόμα έχει αναλάβει κι εποπτεύει τη διαδικασία. Κάποτε η αναχώρηση έρχεται ύστερα από μακρά αναμονή και γίνεται στο πιο βαθύ σκοτάδι. Τρεις ή τέσσερις η ώρα, λίγο πριν το χάραμα, τότε που η νύχτα αγωνίζεται ακόμα και με τα σωθικά της να κρατήσει έδαφος από την προέλαση του αρχαίου Sol Invictus, του Ανίκητου Ηλίου… που ‘ρχεται από τα ανατολικά τα βάθη και μια βουβή και λυσσασμένη πάλη γίνεται μέσα στην Πλάση. Πότε είμαι κρατούμενος, πότε έρχομαι και κάθομαι στην άδεια θέση τού συγκυβερνήτη.

Άλλοτε, είναι πάλι τροπικό μεσημέρι όταν προαιώνιο σκοτάδι προχωράει μέσα στο εκτυφλωτικό φως κι απλώνει μουγκαμάρα· όλα κείτονται κυκλωμένα από αλλόκοσμη σιωπή γεμάτη κρυφούς ήχους. Ο τζίτζικας κι η σαύρα ακινητούν. Μόνο το μάτι τού κουρκούταυλου ανοιγοκλείνει μια στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο. Κι εγώ περιμένω την επόμενη φορά, αγωνιώντας για έναν καλύτερο χρησμό από το προφητικό ερπετό. Ποτέ δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι για καλό ή για κακό. Ούτε αυτό όμως μοιάζει να έχει σημασία.

Δίχως άχνα γύρω μου κοιτώ. Βλέπω παντού το καθήκον και το συμφέρον να δένονται αριστοτεχνικά στην υπηρεσία των εξουσιών. Βλέπω λευκές σημαίες, μια-μια, να υψώνονται διστακτικά. Παντού μυρίζει φόβος. Πηχτός σα να κόβεται με το μαχαίρι. Αποτρόπαια μυρουδιά· κάτι πνιγηρό! Αρχίζει ο σιωπηλός πανικός που ακολουθεί πάντα κατά πόδας την προδοσία. Μετά ακούγονται ποδοβολητά, πνιχτές διαταγές και κάποιοι αναλαμβάνουν. Όμως εγώ δραπετεύω. Χωρίς να διασταυρώσω τη ματιά με τους νεοφερμένους, σαν να ‘μαι αόρατος, περνώ αλύγιστος ανάμεσό τους. Εγώ ο καταγραφέας φεύγω! Με ένα πυκνογραμμένο τετράδιο στη μασχάλη - το μόνο που ενδιαφέρομαι να σώσω. Στέκομαι για μια στιγμή ψηλά στις πλαγιές. Αδύνατον να μη στραφώ γιατί η βουή είναι πάντα τρομερή· φτάνει ως την συντέλεια του κόσμου. Και στο τέλος έρχεται πάντα η φωτιά. Είναι η Τροία που καίγεται τόσον καιρό.

Περπατώ μονάχος δρόμο μακρύ. Ύστερα με περιμένει ένα αμάξι. Μια βάρκα. Ή φτάνω ξανά σε ένα ακόμα μοναχικό αεροδρόμιο.

                                                                                                                                                         Β.Η.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

Γύρεψα παρηγοριά στο πολιτικό το πλήθος...

Τέτοια μέρα που ήταν ένοιωσα την ανάγκη του πλήθους. Πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο και το ελικόπτερο που ήταν όλο το απόγευμα από πάνω μας. Σαν να με καλούσε. Βγήκα λοιπόν να ρίξω μια ματιά και στο τέλος πήγα και στάθηκα απέναντι απ' την πρεσβεία. Εκτός απ' αυτή την τρομακτική εικόνα με τους Τσιγγάνους που η ανορθογραφία την έκανε ακόμα πιο σοκαριστική (σα φωνή που ζήταγε βοήθεια μέσα στην έρημο) και ένα πανό αναρχικών ενάντια στο Υγειονομικό Απαρτχάιντ και για όσα τεκταίνονται γύρω από την πανδημία, η χθεσινή πορεία για το Πολυτεχνείο ήταν για ακόμα μια φορά εκτός τόπου και χρόνου.

    Πέρα λοιπόν απ’ αυτό το μικρό κομμάτι της πορείας "που φώναζε σοβαρά και επίκαιρα συνθήματα για τη συγκυρία, η υπόλοιπη διαδήλωση, αν και ομολογουμένως μεγάλη, ήταν από αυτή την άποψη, θλιβερώς, στην κοσμάρα της. Τα ίδια και τα ίδια πολυφορεμένα συνθήματα - που τα έχει βαρεθεί ακόμα και η ηχώ τους...", όπως γράφτηκε κάπου.

    Πράγματι, είδα να κυλούν από μπροστά μου τα σκοτεινά πλήθη των αναρχικών, σιωπηλά, χωρίς πανό (άμα δεν έχεις τίποτα να πεις, καλύτερα μην πεις τίποτα και niente!), το τεράστιο μπλοκ του ΚΚΕ που μπροστά στην πρεσβεία έπαθε αντιαμερικανικό αμόκ και στο τέλος τα απολειφάδια του Σύριζα.

    Επομένως… εκείνοι οι παρίες από ποιον ζητούσαν δικαιοσύνη; Από μας τους νεκρούς ή από ‘κείνους τους παλιούς απ' τους οποίους κάθε χρόνο τελετουργικά ζητούμε κι εμείς ζωή και σωτηρία; Γύρεψα παρηγοριά στο πολιτικό το πλήθος, αλλά δίχως καμιά πολιτική ήταν απογοητευτικό και μοναχικό, σα σκέτο πλήθος. Δεν είναι οι Ατσίγγανοι οι μόνοι ξένοι στον κόσμο τούτο...

                                                                                                                                                                B.H.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Μυστηριωδώς χαμογελά ο Μινώταυρος μες στον Λαβύρινθό του

Ο Κικέρων παρατήρησε πως όσο πλησιάζει το τέλος μιας αυτοκρατορίας τόσο οι νόμοι της γίνονται αλλόκοτοι. Βέβαια οι αρχαίοι ρήτορες, οξείς παρατηρητές των ηγεμονιών, δύσκολα θα μπορούσαν να βρουν ισάξιον αντίστοιχό τους σήμερα λες και οι καιροί ακόμα έχουν κουραστεί. Κλείνουν λοιπόν για τους ανεμβολίαστους οι πόρτες (και) των μουσείων! Αλλά μισανοίγουν οι πόρτες της φυλακής! Πολύ ωραία! Θαυμάσια! Κύριοι αμφισβητίες, θα γνωρίσουμε τον πολιτισμό των φυλακών! Η Ελλάδα έχει διαπρέψει και σε αυτόν οπότε θα έχουμε ένα πρώτο κέρδος γνωρίζοντας τη χώρα μας κι απ' την ανάποδη. Έτσι θα καταλάβουμε καλύτερα και τον υμνημένο Μίκη Θεοδωράκη. Έπειτα, 47 χρόνια μιλάμε ανέξοδα. Εκ του ασφαλούς, δίχως δηλαδή προσωπικές συνέπειες. Απόψεις έχουμε πολλές, αλλά όχι πεποιθήσεις. Τώρα θα μάθουμε πώς και πόσο αποτιμάται η συμφωνία λόγου και πράξης και επιτέλους από τι μέταλλο είμαστε φτιαγμένοι. Και αυτό είναι το δεύτερο κέρδος. Πρέπει ο άνθρωπος να το διαπιστώσει μια φορά προτού πεθάνει. Τέλος, από τη φυλακή η κοινωνία φαίνεται ξεκάθαρα μιας και, με το γύρισμα του κλειδιού, τελειώνουν μια κι όξω όλες οι αυταπάτες. Κυρίες και Κύριοι θα τα πούμε στον πρώτο προαυλισμό. Εκεί, παρ’ όλους τους περιορισμούς, θα βρεθούμε εν όψει πρωτόγνωρων προοπτικών και θα έχουμε τη χαρά να είμαστε μεταξύ ανθρώπων που έχουν δική τους γνώμη.

Μια στιγμή όμως, σταθείτε! Για να τα καταφέρει κανείς να πάει φυλακή για πολιτικούς, ούτως ειπείν, λόγους δεν είναι εύκολο στη Δημοκρατία τους. Όμως επιτέλους, ξαναγίνεται δυνατόν κατά κάποιους τρόπους να διωχθείς! Αρκεί να στυλώσεις τα πόδια! Γίνεσαι τότε ενοχλητικός. Δεν χρειάζεται να κάνεις αγριάδες. Με μια απλή άρνηση τραβάς το πέπλο. Αμέσως χάνεται η ψυχραιμία. Οι πιο πολλοί βέβαια θα φοβηθούν… θα κάνουν πίσω. Αλλά υπάρχουν και τρελοί. Υπάρχουν και φανατικοί. Μερικοί είναι δύστροποι, άλλοι ιδιότροποι. Καλύτερα να τους ταλαιπωρείς. Να τους υποβάλλεις σε συνεχόμενους πνιγμούς. Και να βαστάς τις κοινωνίες σε συναγερμό. Δεν συμφέρει να ‘χεις ανθρώπους στη φυλακή για πολιτικούς λόγους. Πολύ περισσότερο αν κάποιοι απ’ αυτούς τα πάνε καλά και με τον λόγο. (Οι πολλοί σιωπούν, αλλά ακούν. Πόσο μάλλον αν έχουν νοιώσει και ταπεινωμένοι!)   

Μα για να κλειστεί στα κάγκελα ένας αντιφρονούντας σήμερα πάει να πει ότι άγγιξε κάτι πολύ βαθύ κι ανάερο συνάμα. Πάει να πει ακόμα ότι έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα. Κι αν είναι και δεν είναι ο ταύρος τούτος αόρατος ή, καλύτερα, όλοι κάνουν πως δεν τον βλέπουν! Κι ας μαίνεται ο ταύρος (ο δήθεν αόρατος) εν υαλοπωλείω! Κι ας καταρρέουν βιτρίνες και θραύονται υαλικά σαν να τ’ άγγιξε κάποιο μαγικό ασώματο χέρι! Αλλά εγώ λέω πως Μινώταυρος υπάρχει και πολύ κακά έκανε η Δημοκρατία τους και τα ‘φτιαξε μαζί του. Κάποιοι θέλουν πολλά και τα θέλουν γρήγορα... Θα την πληρώσουν λοιπόν απ’ αυτούς που τα θέλουν όλα! Τούτοι οι τελευταίοι δεν φάνηκαν ακόμα, αλλά εγώ λέω πως είναι στον δρόμο και κάποτε θα φανούν. Πολύ κακά έκανε ο καπιταλισμός και μπλέχτηκε σ’ αυτή την ιστορία με τους ιούς και με την επιβίωση των υπηκόων. Ο σκλάβος, ακόμα κι αυτός που κάνει πως δεν βλέπει τη μοντέρνα σκλαβιά, όλα μπορεί να τα δεχτεί αρκεί να επιβιώνει. Άμα κι αυτό τεθεί εν κινδύνω τότε εξαγριούται! Πολύ κακά έκανε αυτή η Δημοκρατία που στις υποθέσεις της έμπλεξε τον Θάνατο. Έβαλε έτσι, άθελά της, το ερώτημα «τι είναι η ζωή». Πολύ κακά έκανε η κυριαρχία και μπήκε στην αίθουσα με τον κεντρικό υπολογιστή του Κόσμου. Και μάλιστα έβγαλε τον σκληρό δίσκο κι άρχισε να τον σκαλίζει. Το RNA του άρχειν δεν το ξέρουμε. Με τους ρετροϊούς δεν παίζουμε! Και μάλιστα με τέτοιους ρετροϊούς!

Πρέπει να ‘ναι πολύ στριμωγμένοι αλήθεια (ή πολύ ανόητοι) για να παίζουν με αυτά τα τόσο λεπτά πράγματα τέτοιο χοντρό παιχνίδι! Η κυριαρχία παίζει τις ρεζέρβες της.

Ακόμα και η μεταξοκέντητη Δύση μπορεί να παρακμάσει… Πάει περίπατο η παλιά αυτοπεποίθηση… την έκανε τόσο ελκυστική.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει κουραστεί από τον εαυτό του. Ο Κόσμος είναι πάντα σε διαρκή αιώρηση, από το σφριγηλό στο χαλαρό κι από ‘κει πίσω στο σφριγηλό. Αυτό ήταν πάντα το παιχνίδι του Χρόνου. Η ενηλικίωση, ο θάνατος και η αναγέννηση των Κόσμων.

 

                                                                                  Β.Η.



Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

Μπρος στα σημάδια αμήχανοι και γερασμένοι

             



Ας κάνουμε μια υπόθεση: η Γη έχει μπει σε διαδικασία αυτοΐασης. Πρώτα η λεγόμενη οικονομική κρίση του 2008 (ένα ενιαίο σύνολο είναι όλα: άνθρωποι, ζώα, νερά, πέτρες, χώμα και δολάρια) και τώρα τούτη δω, η επιδημική κρίση. Κατά την ολιστική αντίληψη της Ομοιοπαθητικής: δεν δώσαμε σημασία και ταπώσαμε το δερματικό του ’08 και τώρα η πάθηση πέρασε στα όργανα, στο συκώτι (ή στα πνευμόνια αν θέλετε). Από το αν θα ερμηνεύσουμε τα συμπτώματα σωστά και θα συνεργαστούμε με τον Οικοδεσπότη μας, ώστε οι κρίσεις αυτές να αποβούν θεραπευτικές, θα εξαρτηθεί το αν θα σώσουμε το σαρκίο μας… ίσως και την ψυχή μας. Η Γη δεν μας έχει ανάγκη! Μας το είπε καθαρά: είτε θέτετε υπό έλεγχο τον υπερφίαλο εαυτό σας ή σας κλείνω σπίτι και αρχίζω να ανθώ!

Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, επαναλαμβάνω: δεν δώσαμε την πρέπουσα ερμηνεία στην κρίση του 2008 που θεωρήθηκε ως κρίση οικονομική, ενώ ήταν κάτι βαθύτερο. Τότε η οικονομία «έσκασε» ή αλλιώς, η «κατσαρόλα τίναξε το καπάκι». Ας πούμε λοιπόν ξανά ότι ήταν μια κρίση υπαρξιακή που εκφράστηκε με όρους οικονομικούς. Αντιμετωπίστηκε φυσικά σαν ένα πρόβλημα που μπορεί να θεραπευτεί με πολλή προσπάθεια που συνοδεύεται από κάποια «εργαλεία» και τεχνάσματα. Δηλαδή τεχνικά. Έπειτα όλοι περίμεναν την «ανάκαμψη». Δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε σε ένα σύμπτωμα που εκδηλώθηκε στην επιφάνεια, ας πούμε, στο δέρμα των πραγμάτων. Γιατί η οικονομία, αντίθετα από ό,τι πιστεύεται πλατιά, δεν είναι η βάση των πραγμάτων αλλά στέκει στον «αφρό του αφρού» για να το πούμε έτσι. Από κάτω είναι το πολιτικό, το κοινωνικό, το πολιτισμικό και τέλος, το ίδιο το πνευματικό, η διακηρυγμένη αρχή, δηλαδή το τι πιστεύει μια κοινωνία ότι έχει αξία. Ωσαύτως, από κάποιους θεωρήθηκε ότι κάτι βαθύτερο σοβούσε.

Τι είναι λοιπόν η επιδημία που ενέσκηψε σύμφωνα με αυτή την αντίληψη; Προσέξτε κάτι: αν η οικονομική κρίση απείλησε τα πορτοφόλια, η επιδημική κρίση στρέφεται βαθύτερα, στην ίδια τη ζωή. Βλέπετε εδώ μια εξέλιξη που ακολουθεί την πορεία της ασθένειας όπως την περιγράφει η ομοιοπαθητική; Όσο δηλαδή δεν εφαρμόζεται μια αποτελεσματική θεραπεία, όσο δεν επιτυγχάνεται πραγματική ίαση, αλλά ακολουθείται (μέσω τεχνικών) η μέθοδος καταστολής των συμπτωμάτων, η ασθένεια προχωρά από το εξώτερο στο εσώτερο, από την επιδερμίδα στα όργανα και από εκεί βαθύτερα στην διανοητική και ψυχική σφαίρα, δηλαδή στον πυρήνα.

Αν είναι λοιπόν έτσι, πού βρισκόμαστε τώρα; Πιθανώς κάπου ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στάδιο. Πιθανώς η βλάβη έχει αρχίσει και αγγίζει την ψυχοδιανοητική σφαίρα. Πώς αλλοιώς να εξηγηθεί ο σχεδόν οικειοθελής εγκλεισμός του πλανήτη για να αντιμετωπισθεί ένας ιός μέτριας μεν επικινδυνότητας, αλλά όχι μικρής σημασίας, η εμφάνιση του οποίου έπρεπε να σημάνει άλλου είδους συναγερμό; Πώς αλλοιώς να εξηγηθεί αυτή η ταραχή με τα χαρακτηριστικά της νεύρωσης; Πρόκειται για μια μέθη! Πληθυσμοί, κυβερνήσεις, ειδικοί και ΜΜΕ - απ’ όπου ξεκίνησε όλη η τρέλα και διεσπάρει μέσω του ίντερνετ- συμφώνησαν ότι σχεδόν πλησιάζει το τέλος του κόσμου. Ο φόβος του ενός μολύνει τον άλλον. Ένας πανικός χαμηλής έντασης. Οι φωνές λίγων λογικών επιστημόνων που προσπαθούν να δουν καθαρά το πρόβλημα και στις σωστές του διαστάσεις μόλις που ακούγονται. Λες και τα κρυμμένα ορμέμφυτα θανάτου βγήκαν στη φόρα. Ένας προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να πει ότι μια συλλογική ενοχή της ανθρωπότητας για αυτά που έκανε στη φύση, για αυτά που επωφελήθηκε, αλλά και για αυτά που κάνει στον εαυτό της, επιστρέφει σαν φόβος. Τον ζούμε δεκαετίες τώρα. Ένας φόβος διάχυτος που ολοένα και πυκνώνει. Έπρεπε λοιπόν να συγκεκριμενοποιηθεί. Να αποκτήσει μια μορφή γιατί το διαρκές διάχυτο και άμορφο κάποια στιγμή γίνεται αφόρητο. Είναι η στιγμή όπου, όπως στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση, το άμορφο αποκτά πρόσωπο και γίνεται μια βασανιστική ιδέα. Ένας ιός είναι ό,τι χρειαζόταν. Κάτι απειροελάχιστο, ύπουλο και επικίνδυνο που επιμένει και καταλαμβάνει τη σκέψη. Επιτέλους τώρα έχουμε έναν εχθρό. Επιτέλους ο ορίζοντας έχει στενέψει. Το βλέμμα καθηλώνεται, η απειροσύνη των πραγμάτων περιορίζεται σε ένα. Ας αρχίσουν λοιπόν τα μαγικά, η τελετουργικοποίηση του φόβου: κάποια βήματα επαναλαμβανόμενα με προσήλωση είναι αναγκαία, ένα υγειονομικό τελετουργικό διατυπωμένο με σαφήνεια νόμου είναι απαραίτητο. Όμως, Ω Κατάρα! Το ένα αποκαλύπτει ξανά την πολυπλοκότητα και την απειρία και επιστρέφει με σωρεία μεταλλάξεων ή και επιπλοκών. Φυσικά μέσα σ’ αυτή τη απόπειρα ελέγχου και αποσυμπίεσης του άγχους το θέαμα θριαμβεύει. Για την ακρίβεια είναι αυτό που κάνει τη δουλειά, έχει γίνει η ίδια η απόπειρα. Αλλά τη στιγμή του θριάμβου αποκαλύπτει την βαθύτερη φύση του. Πρόκειται για ένα θέαμα θανάτου, γιατί μόνο θάνατος υπάρχει στην καρδιά του θεάματος.

Ας θυμηθούμε τώρα όλες τις ταινίες καταστροφής των τελευταίων δεκαετιών. Πόλεις κατακρημνίζονται από σεισμούς ή σαρώνονται και χάνονται στα κύματα. Εδώ και καιρό η ανθρωπότητα κρυφά ονειρεύεται τον χαμό της. Καθόλου παράξενο! Ένας ζωντανός οργανισμός, υπό κάποιες συνθήκες αδιεξόδου, στασιμότητας και ψυχικής ανημπόριας μπορεί να ποθεί την τελική λύτρωση. Πολύ περισσότερο αν ζει υπό το βάρος μιας ανεξιλέωτης ύβρεως.

Αλλά και εδώ θα υπάρξει απογοήτευση. Ούτε και τώρα έφτασε το τέλος του κόσμου. Ακούγονται και… ψύχραιμες φωνές. Όχι όμως αυτές που θα ευχόμασταν ν’ ακούσουμε, αλλά η πίεση της μάζας που θέλει να βγει για δουλειά, γιατί σε λίγο θα αρχίσει η πείνα, ο φόβος των πολιτικών μπρος σε εκρηκτικές καταστάσεις, οι εκτιμήσεις των ΜΜΕ που μετρούν την κόπωση του κοινού. Τότε το πράγμα μαζεύεται λιγάκι. Μια περίοδο αυστηρότητας την διαδέχεται μια άλλη, «χαλάρωσης των μέτρων», ώστε ο πληθυσμός να πάρει μιαν ανάσα. Σε κάθε φάση η κυριαρχία μετρά τα κέρδη της. Το «υγειονομικό κράτος» άνοιξε τον βηματισμό του, τώρα πια είναι φανερό ότι η επίσημη ιατρική κρατά τους πληθυσμούς υπό έλεγχο με μεγαλύτερη επάρκεια απ’ ό,τι έκανε στο παρελθόν η Εκκλησία. Έτσι, κάθε τόσο προκρίνεται η επιστροφή σε μια ελεγχόμενη κανονικότητα… Ως την επόμενη φορά! Μπροστά σε όλο αυτό το πράγμα «που δεν τελειώνει», αυτό το γαϊτανάκι, αυτή τη μέθοδο των «συνεχόμενων πνιγμών» η φύρδην-μίγδην ανθρωπότητα, κουρασμένη από τον ίδιο της τον εαυτό, πιασμένη στο δόκανο κρατών και εταιρειών, αδυνατεί να ιδεί τον εαυτό της και να συγκροτηθεί.



Αντί υστερόγραφου: Τι πρέπει να γίνει; Όχι με τη νόσηση καθεαυτή, αλλά με τον φόβο της και την τρέλα των ημερών. Γιατί χωρίς αυτό το «δέον γενέσθαι» το παραπάνω άρθρο, όσο και αν είναι ίσως κατατοπιστικό, θα παρέμενε στα όρια ενός σχολίου. Πιστεύω λοιπόν ότι κάτω απ’ αυτόν τον καταιγισμό ο καθένας μας πρέπει να κρατήσει μια απόσταση από τα πράγματα. Ή μάλλον απ’ αυτό που του εμφανίζεται σαν πραγματικότητα. Απέναντι στην ενασχόληση με την νόσηση η οποία, τόσο στανικά, υποδαυλίζεται από παντού να ορθώσει φραγμούς. Ας είναι αυτή η δική του «αποστασιοποίηση. Πρέπει, αντιθέτως, η φοβία να αντιμετωπισθεί σαν ένα σύμπτωμα και σαν τέτοιο διαρκώς να παραμερίζεται. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, σε τέτοιου είδους κρίσεις, τα συμπτώματα, όσο κι αν είναι κραυγαλέα, δεν φέρουν κανένα ίχνος αλήθειας και λειτουργούν μόνο συσκοτιστικά και παραπλανητικά. Είναι ας πούμε το ρούχο της κρίσης. Ταυτόχρονα, η ίδια η κρίση (ο φόβος εν προκειμένω) είναι εξόχως διδακτική. Τα ερωτήματα, τι είναι ο ιός, ποια η πραγματική του απειλή, τι κάνει στην κοινωνία και τι κάνει ο φόβος εντός μου πρέπει να τεθούν. Όπως σε κάθε κρίση, υπάρχει μια πλευρά που με ρίχνει πιο βαθιά μέσα της και μια άλλη που είναι η έξοδος προς την υγεία και την ελευθερία. Το ερώτημα: γιατί ο φόβος και τι ακριβώς φοβάμαι πρέπει απαντηθεί. Το ερώτημα: ποιο κενό άφησα μέσα μου, μια ολόκληρη ζωή, όπου ο φόβος αντηχεί και πολλαπλασιάζεται πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί. Όπως σε κάθε κρίση, ας φαντασθούμε το χειρότερο, ας σταθούμε μέσα σ’ αυτήν με το ένα πόδι όμως μόνο. Ας κρατάμε πάντα ένα πόδι έξω. Αυτό λέγεται: μη συνθηκολόγηση με τον φόβο. 

Κάθε κρίση, οικονομική, πολιτική, επαγγελματική, συναισθηματική, μας βάζει το πρόβλημα του τρόπου ζωής κάπως συγκεκαλυμένα, σε δεύτερο πλάνο, όμως μια κρίση που στρέφεται ενάντια στη ζωή, όπως μια αρρώστια, βάζει μπρος μας, ακέραιο, ολόκληρο το υπαρξιακό πρόβλημα χωρίς να επιτρέπει διαφυγή. Εδώ βρισκόμαστε τώρα, η βελόνα δείχνει κέντρο. Η κατάσταση έχει φρακάρει, τέρμα τα μπαλώματα! Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει είναι: μπρος στις απανωτές επιπλοκές, μπρος στα σημάδια γήρανσης και όλο και βαθύτερα υποτροπιάζουσας κατάστασης, υπάρχουν οι δυνάμεις για μια αναγέννηση ή η ανθρωπότητα θα ζει θεωρώντας τον εαυτό της σαν έναν άρρωστο οργανισμό που χρήζει διαρκούς υποστήριξης;

Τέλος, ας εξεταστεί το θέμα και απ’ την πολιτική του πλευρά γιατί χωρίς την πολιτική του διάσταση ο άνθρωπος παραμένει λειψός. Δηλαδή ποιοι σπέρνουν τον φόβο; Προς ποιες «επείγουσες» αλλαγές ωθούνται αγεληδόν οι κοινωνίες; Ποιες είναι οι ειλημμένες αποφάσεις και ποια η νομιμότητά τους όταν παίρνονται κεκλεισμένων των θυρών;

Κατόπιν ας βρούμε ανθρώπους που στέκονται απέναντι στα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Είπαμε: χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο.



                                                                                                 Β.Η.

Σημ. Τα παραπάνω γράφτηκαν πριν τις καταστροφικές φωτιές και τις εικόνες Πομπήιας που ζούμε μέσα στο μουσταρδί φως ενός ηλίου που μοιάζει να βρίσκεται σε έκλειψη. Το μήνυμα έγινε επιτέλους κατανοητό: είναι ο πολιτισμός μας που μπαίνει σε έκλειψη. Τούτο το πεθαμένο, άρρωστο φως είναι ένα αδιάψευστο σημάδι. Όλοι λοιπόν καταλάβαμε: χρειάζεται αυτοπεριορισμός και συνειδητή λιτότητα. Απαιτούνται αποφάσεις που θα ληφθούν στις γειτονιές και στα χωριά. Πρέπει να ομιλήσουν άπαντες γιατί η σωτηρία είναι έργο ολονών. Αν οι αποφάσεις αυτές αφεθούν στις ελίτ τότε αυτές θα προετοιμάσουν ένα τρομακτικό απαρτχάιντ για να σώσουν τους εαυτούς τους και θα εγκαταλείψουν τις μεγάλες μάζες που τις θεωρούν πλεόνασμα σε έναν κόσμο που θα θυμίζει Mad Max. Επαναλαμβάνω: η Γη (ο Κόσμος, "το Όλον") το ‘χει πάρει απόφαση να αντιδράσει. Το καράβι στο οποίο επιβαίνουμε και τόσο αυτάρεσκα αποκαλούμε «Πολιτισμό» θα συντριβεί σαν τσόφλι. Πριν όμως χαθεί, ο μέθυσος και αιμομίκτης καπετάνιος κι οι μπράβοι κι οι ρουφιάνοι του θα ορμήξουν να πάρουν την πιο γερή βάρκα και το ταμείο του σκάφους. Νομίζουν οι άρρωστοι τρελοί ότι θα υπάρξει σωτηρία μόνο για αυτούς. Εδώ όμως θα χυθεί τελικά αίμα. 

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Η ανθρωπότητα ενάντια στο κράτος

 


  Θα θέλαμε να μοιραστούμε κάποιες σκέψεις για το πού σπρώχνει τον κόσμο μας αυτό το «πλέγμα εξουσίας» που αποτελείται από υπηρέτες του κράτους, ιθύνοντες των εταιρειών, ανθρώπους των ΜΜΕ, επιστήμονες και τεχνοκράτες. Ή ίσως, λίγο ακριβέστερα, προς τα πού ωθείται από την δύναμη των πραγμάτων ένας χαώδης κόσμος που αποπειρώνται να διευθύνουν όλοι αυτοί οι παρακοιμώμενοι του κεφαλαίου. Υπόθεση που γίνεται όλο και πιο δύσκολη, με διαφωνίες και φραξιονιστικές διαμάχες που αναμένεται να ανεβάσουν το επίπεδο της γενικής οχλαγωγίας.

   Πάνω στο «δικαιωματικό κράτος» δεν μπορείς να στήσεις δικτατορία. Το αντίθετο! Πάνω στο «υγειονομικό κράτος» μπορείς θαυμάσια να το κάνεις. Και μάλιστα - στον βαθμό που τα σύγχρονα κράτη ομογενοποιούνται και γίνονται παραρτήματα ενός άτυπου παγκόσμιου κράτους – μπορείς να το κάνεις πολύ καλύτερα από τον σεχταριστικό, μονόχνωτο Ναζισμό που τα ‘βαλε με όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

    Το ερώτημα είναι: γιατί να θέλουν τη «δικτατορία» και τι δικτατορία θα είναι αυτή; Μια χαρά δεν τα πηγαίναν με τη διάχυση και τον σχετικισμό; Δεν τους έφτανε ο έλεγχος που τα τεχνικά συστήματα επιβάλλουν αυτόματα; Η απάντηση είναι: μάλλον όχι!

     Σαν γνήσια παιδιά της Τεχνοκρατίας είναι μανιακοί με τον έλεγχο. Όλο το τεχνικό πνεύμα σπρώχνει από τα κάτω και επιτάσσει από τα πάνω: περισσότερη ανίχνευση, κατόπτευση, μέτρηση, ταξινόμηση. Περισσότερο έλεγχο, αξιολόγηση και πειθαρχία. Επιπλέον, η παραπαίουσα «δημοκρατική» Δύση μένει άναυδη μπρος στις επιτυχίες της εμπορικής και αυταρχικής Κίνας και της ΝΑ Ασίας. Δεν είναι μόνο οι οικονομίες των δυτικών κρατών που πάνω τους πέφτει βαριά η σκιά της Κίνας. Η ανερχόμενη παγκόσμια Δύναμη έχει αρχίσει και προβάλλει στην οθόνη τού μέλλοντος τούς τρόπους και τα μοντέλα της. Η επιδημία είναι μια ευκαιρία που φτάνει στην κατάλληλη στιγμή.

     Η 11η Σεπτέμβρη ήταν μια μερική επιτυχία της δικτατορικής τάσης εν μέσω πολλών αντιρρήσεων. Η κρίση του ’08 τα πήγε πολύ καλύτερα, αλλά με τον covid-19 επετεύχθη επιτέλους η παγκοσμιοποίηση του φόβου. Όπως θα έλεγε χαιρέκακα και ο αεί παρών Χένρυ Κίσσιγκερ: «είναι το καλύτερο πράγμα που συνέβη από τότε που ο Μέττερνιχ δείπνησε για τελευταία φορά με τον Τσάρο».

 

    Απορίας άξια λοιπόν, η αισιοδοξία κάποιων –στην αρχή της πανδημίας (συγκρατημένη είναι αλήθεια)–  ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να βελτιωθούν με το χτύπημα της παγκοσμιοποίησης από έναν ιό. Παλιοί σταλινικοί, φωτισμένοι νέο-χριστιανοί, καινούργιοι πατριώτες σε στυλ «παλαιοί πολεμιστές», όλοι τους νοσταλγοί μιας δικής τους εξουσίας που ηττήθηκε από καιρό, με αρκετή κακεντρέχεια προσδοκούσαν μια κάποια δικαίωση από την Ιστορία. Μαζί και κάποιοι οικολογούντες, ενώ ποικίλοι «άνθρωποι καλής θέλησης» περίμεναν την επόμενη μέρα με κάποια ίσως ελπίδα. 

    Ποτέ όμως η ανθρωπότητα –ή αν θέλετε, η ανθρώπινη ελευθερία– δεν βοηθήθηκε από κάτι που έρχεται απ’ το σκοτάδι. Και βέβαια, πλήρης σύγχυση επικρατεί σχετικά με την προέλευση και την φύση της επιδημίας. Ίσως χάρηκαν που εμφανίστηκε ένας απροσδόκητος σύμμαχος. Με χαρά προσμετρούσαν τις επιπτώσεις: ένα κομμάτι των παγκόσμιων υπηρεσιών και του διεθνούς τουρισμού ίσως χαθεί για πάντα. Σίγουρα θεωρούν ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος. Πόσο επικίνδυνος τρόπος να σκέφτεσαι σε έναν κόσμο κινούμενης άμμου όπου κάθε παίκτης γρήγορα αλλάζει θέση!

    Πολύ σύντομα έμελλε να απογοητευθούν. Καταλαβαίνουν τώρα ότι οι ελίτ δεν έχουν σκοπό να αφήσουν τον κόσμο σε χλωρό κλαρί. Πράγματι, εδώ έχουμε μια αρρώστια που ξεσπάει και, αντί να ξυπνήσει συνειδήσεις, χρησιμοποιείται σαν μοχλός.

    Η αναταραχή βέβαια σύντομα κάπως θα κοπάσει ώστε «να κινηθεί η οικονομία». Οι γιατροί πρέπει να ξανακάνουν χώρο στους οικονομολόγους γιατί η οικονομία παραμένει η δύναμη που αξιώνει να είναι η "παγκόσμια σταθερά". Στη σκιά οπωσδήποτε της επιδημίας και με το φόβητρο άλλων μελλοντικών επιδημιών. Έτσι οι εκτελεστικοί που για κάμποσο, αναγκαστικά, αφέθηκαν στους ρυθμούς της πανδημίας, βλέπουν με ανησυχία να ορθώνεται μπροστά τους ο τοίχος της οικονομίας. Αυτοί από πάντα ήξεραν ότι τίποτα καλό δεν προκύπτει όταν έχεις γιατρούς και δημοσιογράφους να αλωνίζουν. Αλλά εδώ και καιρό αλλάζει και η οικονομία. Ολοένα και περισσότερο γίνεται μια «οικονομία του φόβου». Νέα επαγγέλματα θα αντικαταστήσουν αυτά που χάνονται. Ο τομέας της ασφάλειας θα γιγαντωθεί και άλλο. Ο τομέας της πληροφορικής επίσης. Στρατιές υποαπασχολούμενων θα προστεθούν στους ήδη χαμηλόμισθους. Ο κόσμος θα μένει περισσότερο στα σπίτια του και θα δουλεύει, θα ψωνίζει και θα συνδιαλέγεται από ‘κει. Όχι και τόσο άσχημα! Ο Τουρισμός θ΄ αλλάξει πρόσωπο. Θα στρατικοποιηθεί όπως και τα αεροδρόμια. Η οργανωμένη «ξεγνοιασιά» θα δώσει τη θέση της στην ασφάλεια. Κάποια κεφάλαια θα καταστραφούν, κάπου αλλού θα μαζευτεί πολύ χρήμα. Κάποια εργοστάσια θα κλείσουν τη στιγμή που άλλα ανοίγουν. Αλλά τα στάνταρ ποιότητας θα πέφτουν διεθνώς. Οι αυριανοί τρωγλοδύτες δεν μπορούν να ελπίζουν στα τρόφιμα που γεύθηκαν κάποτε και θα νοσταλγούν την υφή των υφασμάτων που έντυσαν τους προγόνους τους, ενώ οι παλιότεροι τεχνίτες θα αναπολούν τα εργαλεία που ταίριαζαν κάποτε σε ένα έμπειρο χέρι. Η παγκόσμια παραγωγή σκουπιδιών προς βρώσιν, ένδυσιν και χρήσιν θα γνωρίσει την απόλυτη δόξα.

    Έτσι η ευτέλεια κάθεται μασκαρεμένη σε ένα ομοίωμα θρόνου! Είναι θάνατος και αναγέννηση του κεφαλαίου! Έπονται λοιπόν νέες μεταλλάξεις και φήμες νέων μεταλλάξεων και οι συναγερμοί θα έρχονται και θα επανέρχονται ώσπου να εμπεδωθούν τα νέα ήθη. Ο καπιταλισμός δεν αμύνεται πλέον, επιτίθεται. Υπόσχεται σωτηρία στους εμβολιασμένους του και ετοιμάζει τα προσκυνοχάρτια του. Οι άνθρωποι συναντιούνται εδώ κι εκεί και συμφωνούν ότι «κάθε πέρυσι και καλύτερα»! Προφανώς εννοούν, όπως πάντα, την οικονομία και τους μπελάδες της. Πιθανώς εννοούν και την υγεία που τώρα ανακάλυψαν ότι κινδυνεύει. Ποσώς όμως φαίνεται να τους αφορά ότι το ανθρώπινο βλέμμα έγινε γρήγορο και αβαθές. Ποσώς φαίνεται να ενοχλούνται από το ότι θα αφήσουν πίσω τους λιγότερη ανθρώπινη υπόσταση απ’ όση κληρονόμησαν.

 

    Στην παρούσα κρίση τούς φέρθηκαν σαν να ήσαν παιδιά. Μια χαρά τα φόρεσαν τα παιδικά τα ρούχα! Όποιος όμως βλέπει τηλεόραση φοβάται. Αλλά δεν είναι και τόσο παράλογο να φοβάσαι όταν είσαι εγκλωβισμένος σε μητροπόλεις που εκρήγνυνται πληθυσμιακά τη στιγμή που καταρρέουν εσωτερικά. Δεν είναι εύκολο να παραμένεις άφοβος όταν παραπαίεις ανάμεσα σε ψευτοδουλειές που φθίνουν. Ούτε να παραμένεις ήρεμος όταν νοιώθεις ότι ο κόσμος καίγεται από μέσα. 

    Τι κρίμα σε μια τέτοια συγκυρία να είμαστε άοπλοι, κυριολεκτικά γυμνοί!

 

    Η ήττα της πολιτικής, η ήττα της πράξης, η παρακμή της κριτικής σκέψης είναι εδώ καιρό γνωστές και καθόλου άσχετες με αυτό τον χαμηλό πανικό. Τα σημάδια όμως μιας ήττας ολοκληρωτικής, δηλαδή πνευματικής –όπως η τελική ήττα της κριτικής σκέψης– έχουν πρόσφατα φανεί και πυκνώνουν ολοένα. Αδυναμία, μοιρολατρεία, σύγχυση, διάλυση της διανοητικής συγκρότησης, έξαρση θεωριών συνωμοσίας, αποφυγή της ατομικής ευθύνης και καιροσκοπισμός και, τέλος, απουσία ενός πραγματικά αντιπολιτευτικού προτάγματος είναι η κατάσταση της ανθρωπότητας σήμερα.     

    Οι άνθρωποι όλο και πιο δύσκολα μπορούν να αποφύγουν ή να παρακάμψουν το κράτος. Αντίθετα, είναι αυτό που διεισδύει παντού κι όλο και περισσότερο οργανώνει τη ζωή και καθορίζει τις συμπεριφορές. Είναι αυτό που απαλλάσσει από το βάρος του εαυτού και συμπιέζει σε μεγάλα ομογενοποιημένα σύνολα.

    «Αυτό που ονομάστηκε πολιτική –από τους Έλληνες και δώθε– δεν γίνεται πλέον αντιληπτό ούτε από τις μάζες ούτε από τις κουφιοκέφαλες αυτοθαυμαζόμενες ελίτ. Επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι έρπουν στη γήινη σφαίρα –μερικοί πλούσιοι, οι πιο πολλοί φτωχοί– μέσα στην οικουμενική κούραση, μετριότητα και ασημαντότητα». 

    Όλο αυτό το «rank ‘n’ file», η μάζα τής ανθρωπότητας, σαν να λέμε η «φανταρία», δηλαδή αυτοί που δουλεύουν για τη δόξα του καπιταλισμού και που, ως τώρα, αρκούνταν σε ένα αντίτυπο πραγματικής ζωής αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι στην αμέσως επόμενη φάση πρόκειται να συντριβούν. Ούτε αυτό όμως φαίνεται να τους νοιάζει. Λες και θα συμβεί σε κάποιους άλλους. «Τι να γίνει;» σκέφτονται. «Τα πράγματα αλλάζουν, ο κόσμος αλλάζει και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό». Η απάθεια τρομάζει. Είναι η ναρκωμένη ακινησία του ζώου που παγιδεύτηκε.

    Σε κάθε στροφή της Ιστορίας ο Άνθρωπος χάνει ολόκληρα κομμάτια απ’ την ψυχή του. Στο κενό θεμελιώνεται η εξουσία. Η εξουσία ενός κόσμου που πραγματικά αεροβατεί και εσχάτως έχει αρχίσει να βροντάει το κεφάλι του πάνω στους νόμους της γήινης σφαίρας. Και ιδού, μια παγκόσμια σταθερά που δεν γίνεται να αγνοηθεί!

 

    Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν μέσα σ’ αυτό το τοπίο που σιγά-σιγά σκοτεινιάζει; Τι μένει να κάνουμε μες σ’ αυτό το αργόσυρτο σούρουπο, εμείς οι φίλοι της ελευθερίας, εμείς οι νοσταλγοί αυτού που θα μπορούσε να υπάρξει και παραμένει άπιαστο; Μα τίποτα λιγότερο από τη δημιουργία του προτάγματος για έναν επόμενο πολιτισμό. Τίποτα λιγότερο από το σχέδιο και τη δημιουργία ενός κόσμου που σέβεται όχι τις ροές των κεφαλαίων αλλά τις ροές των ποταμών και τα ρεύματα των ωκεανών, το ταπεινό αεράκι και τον ψίθυρο των δασών, την αξία της εργασίας και την ιερότητα του έρωτα, τον έναστρο ουρανό και τα τραγούδια των ανθρώπων. Είναι ένα έργο ποιητών, ένα έργο στοχαστών, ένα έργο τεχνιτών και ταυτόχρονα το έργο ανθρώπων της βιοπάλης, ανδρών και γυναικών που θέλουν να ζήσουν και το έργο αγωνιστών που θα ορθώσουν το ανάστημά τους. Είναι μια υπόθεση που θα μας πάρει πενήντα χρόνια γιατί τόσο χρειάζεται για να σταθεί στα πόδια του κάτι που γεννιέται σε δυνατά μυαλά και γενναίες καρδιές. 

 

    Αν όμως, αυτός είναι ο στρατηγικός στόχος, έργο μακράς πνοής, τι άλλο μένει να κάνουμε κάθε μέρα που ξυπνάμε; Κάθε μέρα που αυτοί επιδιώκουν να αλλάξουν ξανά τον κόσμο; Κάθε μέρα που, απ’ το ημίφως, επιχειρούν να τον ζέψουν στις διαρκώς αυξανόμενες φιλοδοξίες τους; Κάθε μέρα που αποπειρώνται να απομυζήσουν κάθε ικμάδα της ζωτικότητάς μας; Κάθε φορά που κάνουν ακόμα μια απόπειρα λεηλασίας τόπων όμορφων; Κάθε στιγμή που επιτίθενται στη χαρά της ζωής και σκορπάνε την κατήφεια; Κάθε τόσο που αρχίζουν μια νέα τρομοεκστρατεία για να τελειώσουν με διατάγματα, πειθάρχηση και υποσχέσεις μιας διαρκώς απομακρυνόμενης ασφάλειας;

    Αφού λοιπόν έχουν αποφασίσει ν’ ανοίξουν καινούργια μέτωπα και να καταργήσουν τα κοινωνικά συμβόλαια, που ως τώρα ήταν αποδεκτά από τις πλατιές πλειοψηφίες, τότε εμείς θα αντιτάξουμε το σθένος και την απόφασή μας, ότι τούτη η ζωή μάς ανήκει· και δεν έχουμε σκοπό να την εκχωρήσουμε σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι είναι οι Διευθυντές του Κόσμου. Στην κρατική τους οργάνωση και στις εταιρείες τους θα αντιπαραθέσουμε λαϊκές οργανώσεις, απείρως πιο ευέλικτες· πρωτόφαντες «οικογένειες». Ανθρώπους οι οποίοι θα επιμένουν να διατηρούν δεσμούς· που θα τους συνδέει όχι το αίμα, αλλά μια κοινή πνευματική καταγωγή. Ό,τι ακριβώς δεν μπορεί να ανεχθεί, αλλά ούτε και να αντιμετωπίσει το σύγχρονο «δημοκρατικό» κράτος. Στις άψυχες «δομές» τους θα αντιτάξουμε ζωντανές υπάρξεις και στις «πλατφόρμες» τους, το ανθρώπινο χνώτο. Στην απληστία τους θα αντιτάξουμε την αδελφοσύνη και στην κυριαρχία τους αντίσταση. Και στην τρέλα τους την πιο στέρεα λογική.

    Εσείς τώρα, βρείτε τους ανθρώπους που αρνούνται να καμφθούν και αναζητείστε μαζί τους την ουσία των πραγμάτων. Γνωριστείτε σε βάθος και μην τους εγκαταλείψετε ποτέ. Σταθείτε ο ένας δίπλα στον άλλον. Έχετε ανάγκη από δεσμούς που θα οδηγήσουν σε αγώνα. Είναι το μόνο που μπορείτε να έχετε. Αργά ή γρήγορα θ’ αναγκαστείτε να πολεμήσετε για τη ζωή σας. Είναι μια κοινωνία χωρίς αντιπολίτευση. Δεν θα είναι για πολύ. Κάποια στιγμή θα συναντηθούμε.

 

                                                                         Β.Η.  

                                                             Λέσχη των Ανειδίκευτων



Σημ. Το παρόν κείμενο είναι η συμπλήρωση με έναν επίλογο ενός παλαιότερου που αναρτήθηκε εδώ, στις 7 Ιουνίου του 2020. Με την τωρινή του μορφή υιοθετήθηκε και κυκλοφόρησε σαν προκήρυξη από τη Λέσχη των Ανειδίκευτων.