Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Ό Ήρωας και ο Ποιητής



   
 Έχω να πω τα εξής: Χρειαζόμαστε επειγόντως (τούτη τη στιγμή)                δύο ανθρώπους.
Τον ποιητή και τον ήρωα. Δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες στο έργο που έχει αρχίσει να παίζεται - και πρόκειται να το ζήσουμε όλο – οι οποίοι όμως
κατά τρόπο μοιραίο, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.

    Τον ήρωα που θα κερδίσει τη μοίρα του λαού του
    και τον σκοτεινό χειροτέχνη της γλώσσας
    που με ζωντάνια βγαίνει μέσα απ’ τη γη του.
    Αυτόν που η πράξη του θα είναι πρωτόγονη αλλά η πρόβλεψη στρατηγική…
    κι αυτόν που θα μιλήσει έτσι ώστε να φωτιστούν
    τα κεκρυμμένα από καταβολής
    κι η απειροελάχιστη ουσία του Κόσμου.

    Αντάμα την πέννα και το σπαθί για να κερδηθεί μέσω μιάς πατρίδας το παγκόσμιο πεπρωμένο.
    Γιατί ο ποιητής δε μπορεί να προσδώσει στη γλώσσα του τούτο το πεπρωμένο
    αν δεν του παρασταθεί ο ήρωας
    ούτε αυτός να ορθωθεί και να βαδίσει αν δεν του παρασταθεί ο ποιητής.

    Αμήχανος συστρέφεται ο ποιητής γύρω απ’ τον εαυτό του, χωρίς τον ήρωα…
    Αγέννητος ο ήρωας περιμένει την πρώτη λέξη που θα ‘ρθει από μακριά.

    Και θα ‘ναι βαριά η φτώχεια μας και στέρφα η μοίρα μας χωρίς αυτούς τους δύο.

                                                                                         Β.Η



Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

Ο Φτωχός ο Άνθρωπος






Γυρίζει ο φτωχός άνθρωπος, αλαλιασμένος από τα πολλά χτυπήματα, προς το κράτος του και λέει: Προστάτεψέ με! Και με τρόμο βλέπει πως δεν υπάρχει πλέον τίποτα εκεί. Μόνο μερικοί υπάλληλοι-φαντάσματα που εκτελούνε οδηγίες που έρχονται από μακριά. Αντιπαθητικό βέβαια τού ήτανε το κράτος πάντα αλλά τώρα δεν είναι αισθηματικός ο καιρός. Όσο να πεις, ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
 Λοιπόν, κάτι καταπακτές ανοίγαν συνεχώς στον τοίχο και πέφτανε χαρτάκια στην αιωνιότητα και έσκυβαν οι υπάλληλοι και αντέγραφαν μηχανικά. Σκύβει και ο φτωχός ο άνθρωπος και κοιτώντας μέσα από τις καταπακτές, πέρα ως το μισοφωτισμένο βάθος ατέλειωτων γαλαριών, μονολογεί όλο απορία: Πότε στήθηκε αυτό? Πότε στήθηκε όλο αυτό το μεγαλείο?
-"Στα χρόνια του Πάρτυ", κάνει ένας αδύνατος γέρος στη γωνιά.
-"Στα χρόνια του…?" ρωτάει ο φτωχός ο άνθρωπος μην πιστεύοντας ό,τι άκουσαν τ’ αυτιά του.
-"...Του Πάρτυ!" επαναλαμβάνει ο γέρος χαμογελώντας αχνά.
                                ……………………………………
Παραπάνω, τώρα φίλοι μου, σας έχω μια φωτογραφία με οικεία πρόσωπα. Κι αν δεν σας αρέσει αυτό που βλέπετε, σας έχω κι άλλη μια, από παλιότερα χρόνια, με κάποιους νεαρούς όλο αυτοπεποίθηση, αυτό που λέμε τσαμπουκά.  Εάν στην πρώτη υπάρχει κάτι γερασμένο, με τρόπο αντιπαθητικό… ίσως το νεκρό που περπατάει, στη δεύτερη υπάρχει ένας αέρας θριάμβου. Νοιώθετε βέβαια το σφρίγος!
Υπάρχει όμως και μια τρίτη, σε περίπτωση που ποτέ δεν συμπαθήσατε την Κούβα και το αυταρχικό της καθεστώς μιάς και δεν έδειχνε την απαιτούμενη ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.



Η νεαρή γυναίκα με το βλέμμα που στοιχειώνει είναι μια από τις soldaderas, τις γυναίκες που ακολουθούσαν και υποστήριζαν τον Ομοσπονδιακό στρατό και τα ανταρτικά σώματα κατά την διάρκεια της Μεξικάνικης Επανάστασης. Αυτά γίνανε, σωτήριον έτος 1910. Μη ρωτάτε πώς βρέθηκε εκεί. Είναι αποτέλεσμα ευφυούς κολλάζ και προϊόν πολιτικής δημιουργίας, αυτού δηλαδή που ονομάζουμε πολιτική φαντασία. Και στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον αυτό που υπονοείται είναι "έλεγχος" και "φύλαξη".
Βλέπετε, όλα γίνονται αρκεί να θέλει ο άνθρωπος. Και όλα στο τέλος θα τα λύσει η ανάγκη. "Μην παραμυθιάζεστε ότι δεν θα χρειαστεί να πολεμήσετε, θέλετε δεν θέλετε, θα παλέψετε για τη ζωή σας".

                                                                                                    Β.Η

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Εν κενώ

    Τελευταία μέρα του χρόνου ανέβηκα την Ιπποκράτους, την ώρα που σκοτείνιαζε, και περνώντας έξω από τον φούρνο που φτιάχνει μαγειρευτό φαΐ και καφέδες είδα έναν «παλιό» να κάθεται στα τραπεζάκια απ’ όξω και να τρώει με λαχτάρα από ένα μαύρο πλαστικό κεσεδάκι. Τον θυμάμαι από τις πρώτες διαδηλώσεις της Μεταπολίτευσης, πάντα στα μπλοκ των Αντικοινοβουλευτικών. Πού και πού, μέσα στα χρόνια, τον έβλεπα πότε σε πορείες και κάποτε στους δρόμους της Νεάπολης. Σιγά-σιγά μια πάχνη έπεφτε στα μαλλιά του και στα γένια και τα τελευταία χρόνια αραιό το χιόνι. Πάντα μόνος και σκυφτός. Πάντα σε εσωτερική πορεία.
    Με δυσκολία ανακαλούσα στη μνήμη μου το ζωηρό παιδί, μέσα μου ήταν καταγεγραμμένος με την τωρινή του εικόνα, αυτή τη σκαμμένη μορφή, μόνο ήξερα ότι τον θυμόμουν από τα χρόνια ‘κείνα. Είχε την όψη του ιδεαλιστή, που η Ιστορία σε κάθε της στροφή αφήνει λίγο πίσω μέχρι να τον ρίξει στους αχρείαστους και τους ξεχασμένους και μ’ ένα τελευταίο κύμα της να τον ξεβράσει στην τελική σιωπή.
    Φανερό πως απόμεινε εργένης. Φανερό, θα μού πείτε.. φανερό από τι? Μα, από ‘κείνο το βορριαδάκι που δέρνει τους μοναχικούς.
     Γι αυτό κάτι χτύπησε ανάποδα μέσα μου, με τον άγριο ήχο που κάνει μια μηχανή όταν παθαίνει εμπλοκή, σαν τον είδα να τρώει τέτοιαν ώρα, τέτοια μέρα, έξω από έναν φούρνο- προφανώς δεν είχε πουθενά να πάει για νά ‘βγει η βραδιά.
    -Καλά, αναρωτήθηκα, δεν έχει φίλους να καταφύγει και να ξεχαστεί? Δεν έχει ούτε καν μιάν αδελφή να τον περιμαζέψει, να περάσουν οι δύσκολες ώρες?

    Γύρισα στο σπίτι, έφτιαξα καφέ και έκατσα στο τραπέζι μπρος στην μπαλκονόπορτα και χάζευα τον δρόμο. Αμέσως άκουσα μια δροσερή φωνή να σιγοτραγουδά κάτι ανάμεσα σε μπαλλάντα κι όπερα. Μια γυναίκα ανέβαινε αργά τις ανηφοριές και σε μια στιγμή η φωνή της ξέσπασε γάργαρη, θριαμβευτική έξω από τον εαυτό της. Σαν κάτι π' αναδύθηκε από έναν βαθύστερνο γυναικείο κόσμο. Ποια είναι αυτή που τραγουδά με τούτη τη φωνή και τούτο το κουράγιο αναρωτήθηκα οπότε σηκώθηκα ευθύς και, γύρω-γύρω απ’ το τραπέζι, βγήκα στο μπαλκονάκι υπερυψωμένου ισογείου. Είδα μια καλοντυμένη όμορφη νεαρή γυναίκα που κουβαλούσε σακκούλες με ψώνια και με δώρα.
    -Καλή Χρονιά, φώναξα… κι αυτή είχε μόλις προσπεράσει.
    -Α, έκανε πνιχτά, γυρνώντας ντροπαλή που κάποιος την είχε ακούσει. Καλή Χρονιά, μού αντιγύρισε την επόμενη στιγμή γελώντας.
    Έμεινα να την κοιτώ να ιδώ σε ποια είσοδο πολυκατοικίας επρόκειτο να μπει αλλά αυτή ανηφόρισε και άλλο κι έστριψε στην παραπάνω γωνία.

    -Χρόνε… είπα μέσα μου κι έκανα μιάν ευχή που μπορεί και να ‘ταν’ προσευχή… Χρόνε που έρχεσαι φουριόζος γίνεται να ‘σαι καλός με τους μοναχικούς? Δείξε το έλεός σου στους παλιούς τους Αντικοινοβουλευτικούς. Γίνεται να ‘σαι καλός και με τους άλλους, που κουβαλάνε άχρηστα δώρα και τρέφουνε ελπίδες? Γίνεται νά ‘σαι προσεκτικός με τις νεαρές γυναίκες που ‘χουνε φωνή κοντράλτα και χάνονται στις ανηφοριές του Λυκαβηττού?

                                                                                                                                 Β.Η                                                                                                                                                                                                   

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Ονειρεύτηκα πώς πρέπει να πεθάνω






Παλαιστίνη αγαπημένη
με τα παιδιά που δουλεύουν
σαν άσσοι τη σφεντόνα
με τις γυναίκες που βαδίζουν
στητές, έχοντας μέσα τους μία
γυναικεία θεότητα
με τους άντρες λιγόλογους και αυστηρούς
που έχουν το βλέμμα ίσια μπροστά
πέρα απ’ τη φυλακή και τη νυχτερινή ριπή
για σένα ας βγω από τον κύκλο
που μέσα του κλείστηκε η ζωή μου.

Μια λοφοπλαγιά στη Τζενίν
με τρία κυπαρίσσια περιμένει τον τάφο μου,
τάφο ενός σαχίντ,
τον μόνο που θα μου δώσει ησυχία.
Αρκεί να βλέπω τις κορφές τους
που γυρεύουν ν’ αρπάξουν λίγο ουρανό.
Αρκεί να ‘ρχεται η Αρίφα 
να μου σιγοτραγουδά.
Αρκεί να ‘ρχεται ο Γκαμάλ
και να μου φέρνει νέα
να ‘ρχονται κι οι φίλοι του
να κάθονται στη σκιά
ν’ ακούω για σένα Παλαιστίνη.
Ας έρχεται κι ένα πουλάκι σαν μένω μοναχός
να μου αλαφροκελαηδά
ότι ακόμα άνεμος παλεύει μ’ άνεμο
και το σφυρί χοροπηδά πάνω στ’ αμόνι.
Θα ξέρω τότε ότι είναι ζωντανός ο σιδεράς
κι οι παραγιοί στα φυσερά.

Θα ξέρω τότε ότι η άμμος στις σκάλες
μιάς πολυκατοικίας στη Γιάφφα
με περιμένει να ξαναγυρίσω.
Και στη Γάζα μετά τη βροχή
θα με χαιρετήσουν οι χαρταετοί.

Παλαιστίνη, θα μπορέσει η πατρίδα μου
να γίνει σαν και σένα αγαπημένη? 
Ας είναι τότε να πεθάνω
στην πατρώα γη!


                                                   Β.Η


Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Απόβροχο

Βγήκα στον κήπο με τ’ απόβροχο
και είδα τα κίτρινα λουλουδάκια
που ξεπετάγονταν μέσα απ’ τη νοτισμένη γη.
Πόσο καιρό μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος
χωρίς αγάπη? σκέφτηκα.
Μα σαν είδα το γεράνι ολόφωτο
να γέρνει μ’ ευγνωμοσύνη στο δώρο τ’ ουρανού
μέσα σ’ έναν κήπο που
εγώ τον είχα παρατήσει
τότε έκλαψα.


                                              Β.Η

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Υπό Ισραηλινή Κατοχή


Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε ύστερα από μια δίμηνη διαμονή μου στη Ραμάλα το 2007. Έκτοτε δεν έχω ξαναεπισκεφτεί την περιοχή ούτε ξέρω τι απόγιναν οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί. Όμως τα νέα που φτάνουν κάθε τόσο από την Παλαιστίνη λένε πώς όλα συνεχίζονται και μάλιστα με αμείωτο ρυθμό. Δημοσιεύω λοιπόν κάποιες σημειώσεις που κράτησα τότε, σαν μικρό προσωπικό αφιέρωμα στο θάρρος και τη σεμνή περηφάνεια με την οποία διάλεξαν να αντιμετωπίζουν τη μοίρα τους εκείνοι οι άνθρωποι που όχι μόνο δεν ξεχνώ αλλά στέκουν δίπλα μου σαν κάποιοι παραστάτες.

    Αρέσει στην Ιστορία να παίζει. Τη στιγμή που ρίχνει ένα τείχος στην Ανατολική Ευρώπη ορθώνει ένα άλλο στη Μέση Ανατολή. Τη μιά στιγμή δίνει τέλος στο απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής και την επομένη υφαίνει ένα άλλο στα εδάφη της Παλαιάς Ιστορικής Παλαιστίνης.
    Το Ισραήλ απέσυρε πρόσφατα τους 8.000 εποίκους του από τη Γάζα αλλά συνεχίζει με γοργό ρυθμό τον εποικισμό της Δυτικής Όχθης.
     Οι έποικοι στη Δυτική Όχθη ανέρχονται ήδη σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αλλάζοντας τα δεδομένα στην περιοχή. Πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι καν γεννημένοι στο Ισραήλ. Μετανάστες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ανατολική Ευρώπη ή τις ορφανεμένες Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ, οι περισσότεροι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, φερμένοι με πλούσιες υποσχέσεις, εξυπηρετούν τα σχέδια μιας εβραϊκής επέκτασης. Μερικοί απ’ αυτούς δεν είναι καν Εβραίοι, απλά δήλωσαν Εβραίοι σε κάποιο ντόπιο ραββίνο και έγιναν αμέσως δεκτοί στο Ισραήλ.
    Κάποιοι άλλοι, θρησκευόμενοι, με την Βίβλο στο χέρι, «ανακαλύπτουν» συνεχώς ιερούς τόπους στη Δυτική Όχθη, διακηρύσσουν την «πνευματική τους σχέση μ’ αυτήν τη γη» και στήνουν «αυθόρμητα» έναν οικισμό. Αμέσως το εβραϊκό κράτος φτιάχνει έναν δρόμο που συνδέει τον νέο οικισμό με τους υπόλοιπους και όλους μαζί με το Ισραήλ. Έτσι, ένα δίκτυο εποικισμών και δρόμων συνεχώς πυκνώνει, καταπατώντας παλαιστινιακά εδάφη, τα οποία απαλλοτριώνονται βίαια με τη βοήθεια δακρυγόνων και εκσκαφέων.
    Όλοι αυτοί οι εποικισμοί, που διαρκώς εξαπλώνονται, κάνουν τον χάρτη της Δυτικής Όχθης να μοιάζει με ένα κομμάτι γραβιέρα όλο τρύπες. Προστατεύονται από μόνιμα σταθμευμένες στρατιωτικές μονάδες οι οποίες, μέσα  από τους φρεσκοστρωμένους δρόμους, φτάνουν γρήγορα παντού. Ολόκληρη η Δυτική Όχθη κλείνεται μέσα σε ένα τείχος που διαρκώς συμπληρώνεται. Το τείχος είναι φτιαγμένο από μπλόκα τσιμέντου, ενισχυμένο με συρματοπλέγματα, πύργους ελέγχου, ηλεκτρονικά μάτια και φαρδείς δρόμους κατά μήκος του, συνεχώς περιπολούμενους από θωρακισμένα οχήματα. Το τείχος διασχίζει κατοικημένες περιοχές, αγρούς, περνάει έξω από χωριά, τρέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα, καμμιά φορά αφήνει έναν αγρότη από τη μιά μεριά και το χωράφι του από την άλλη.
    Οι Παλαιστίνιοι γράφουν συνθήματα πάνω του αφού δεν μπορούν να το γκρεμίσουν.
    Τις Παρασκευές, μετά την προσευχή, ξεκινάνε από τα τζαμιά και διαδηλώνουν μέχρι το τείχος. Μερικές φορές τέτοιες διαδηλώσεις έχουν αιματηρή κατάληξη.
    Προς τα ανατολικά και την κοίτη του Ιορδάνη, η περιοχή έχει τεθεί υπό ισραηλινό έλεγχο αποκόπτοντας τη Δ. Όχθη από το ποτάμι και την Ιορδανία. Επομένως οι Παλαιστίνιοι της Δ. Όχθης έχουν για καλά μαντρωθεί μέσα στο Ισραήλ.
    Στο εσωτερικό της, αυτή η Δ. Όχθη, που δεν είναι πιά όχθη, δεν είναι πλέον ούτε ενιαία. Έχει χωρισθεί σε κλειστές περιοχές-καντόνια που δύσκολα επικοινωνούν μεταξύ τους. Ισραηλινά μπλόκα ελέγχουν το πέρασμα από τη μία περιοχή στην άλλη. Όλες οι παλιές μέθοδοι κυριαρχίας: επέκταση, αύξηση, αποκλεισμός, κατόπτευση, έλεγχος, καταστολή, είναι παρούσες συνεπικουρούμενες από την πιο σύγχρονη τεχνολογία.


    Ένας νεαρός Παλαιστίνιος που ταξιδεύει από τη Τζενίν, στα βόρεια, με προορισμό την Ιερουσαλήμ, στο κέντρο, θα περάσει ένα μπλόκο για να μπει στη περιοχή της Ναμπλούς, άλλο ένα συνεχίζοντας προς τη Ραμάλα και ένα τρίτο, έξω από την Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το λεωφορείο θα σταματήσει αρκετές φορές για να ξαναγίνει έλεγχος. Μερικές φορές έποικοι οργισμένοι προσπερνούν κραυγάζοντας και σείοντας γροθιές.
    Όταν φτάνει στο check-point πρέπει να κατέβει, να περιμένει στην ουρά, να περπατήσει μέχρι την άλλη μεριά και να επιβιβαστεί σε άλλο λεωφορείο. Όταν το check-point κλείνει για άγνωστο λόγο και αόριστο χρόνο, μπορεί μια έγκυος γυναίκα, καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο, να γεννήσει δίπλα στο δρόμο. Ένας γέρος με κλειστό το ένα μάτι, ύστερα από επίσκεψη στο γιατρό, έρχεται από την άλλη μεριά υποβασταζόμενος από τις κόρες του. Ένας αγρότης διαπληκτίζεται με τους στρατιώτες γιατί δεν τον αφήνουν να περάσει για να πουλήσει τα γεννήματα στην αγορά. Ο νεαρός Παλαιστίνιος μπορεί να εξαναγκαστεί ν’ ανεβάσει το πουκάμισό του και να κατεβάσει τα παντελόνια του για να βεβαιωθούνε οι στρατιώτες ότι δεν είναι βομβιστής. Αυτό είναι διπλά υποτιμητικό για έναν Μουσουλμάνο. Μερικές φορές ο στρατιώτης που τον ελέγχει είναι Ρώσσος μετανάστης. Είναι κατάξανθος και δεν γεννήθηκε καν στην Παλαιστίνη. Δεν έχει, εμφανώς, καμία σχέση με τη Μέση Ανατολή. Αυτό μοιάζει με φάρσα. Αλλά το πρώτο πρόσωπο της κατοχής είναι η ταπείνωση.
    Όταν έχουν συμβεί γεγονότα οι στρατιώτες είναι νευρικοί και οι διαταγές αυστηρές. Οι Παλαιστίνιοι (όσοι δεν μιλούν τη γλώσσα) έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τις υποτιμητικές εκφράσεις και τις εβραϊκές βρισιές. Μερικές φορές κάποιος φαντάρος κάνει τα στραβά μάτια. Γεγονός ασήμαντο που όμως βάζει ερωτήματα βαθύτερα από μια κατοχή.
                                                         ………………………
                    
     Η Ιερουσαλήμ αποτελεί την καρδιά του μήλου της Έριδος. Εβραίικοι εποικισμοί περισφίγγουν, όλο και περισσότερο, την Ανατολική Μουσουλμανική Ιερουσαλήμ αποκλείοντάς την απ’ την υπόλοιπη Δ. Όχθη. Οι Εβραίοι ελπίζουν ότι με τον συνεχή εποικισμό θα εξουδετερώσουν το Αραβικό στοιχείο. Παρ’ όλα αυτά ο Ούρι Λιουπολιάνσκι, Δήμαρχος της Ιερουσαλήμ, παραπονιέται ότι σε 15 ή 20 χρόνια (ανάλογα με τις δημογραφικές μελέτες που έχει στα χέρια του) οι Άραβες θα είναι πλειοψηφία εκεί, μιας και γεννάνε πολλά παιδιά, και «η Χαμάς θα πάρει την πόλη χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό».
    
    Η Χεβρώνα είναι ένα καλό παράδειγμα τού τι συμβαίνει στη Δ. Όχθη. Η ισραηλινή οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Μπ’ Τσελέμ» καταγγέλλει ότι η πολιτική της Κυβέρνησης έχει εξαναγκάσει χιλιάδες Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και έχει μετατρέψει τη Χεβρώνα σε πόλη- φάντασμα. Η εγκατάλειψη της πόλης είναι αποτέλεσμα της πολιτικής του διαχωρισμού που εφαρμόζει το Ισραήλ. Μια δέσμη καταπιεστικών μέτρων με στόχο τους Παλαιστίνιους που ζουν στο κέντρο της πόλης είναι μέρος του σχεδίου του Ισραηλινού κράτους για να προστατέψει τους Εβραίους εποίκους στη Χεβρώνα. Οι έποικοι θα προστατευτούν διαχωριζόμενοι, με φυσικό και νομικό τρόπο, από τους Παλαιστινίους. Η Χεβρώνα χωρίστηκε de facto το 1977 όταν δημιουργήθηκε η ζώνη Η1 κάτω από παλαιστινιακό έλεγχο και η ζώνη Η2 κάτω από ισραηλινό. Εκείνη την εποχή ζούσαν περίπου 115.000 Παλαιστίνιοι στη ζώνη Η1 και 35.000 στην Η2. Η Παλιά Πόλη, το εμπορικό κέντρο, η κρεαταγορά και η λαχαναγορά βρίσκονταν στη ζώνη Η2. Υπήρχαν επίσης κάποιοι εβραϊκοί θύλακοι. Ο αριθμός των Εβραίων έφτανε περίπου τα 800 άτομα. Τα πρώτα αυστηρά μέτρα ήρθαν το 1999 όταν ένας Εβραίος φανατικός σκότωσε 29 Μουσουλμάνους στο Σπήλαιο των Πατριαρχών. Πολλά μαγαζιά στην οδό Σουχάδα, τον εμπορικό δρόμο της πόλης έκλεισαν. Επιβλήθηκε αυστηρός διαχωρισμός των τόπων λατρείας και από τότε σε πολλά μέρη της ζώνης Η2 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία στους Παλαιστινίους. Μαγαζιά και αγορές έκλεισαν κατόπιν στρατιωτικής διαταγής.
    Το δραματικό σημείο ήρθε με το ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάδα τον Σεπτέμβριο του 2002. Τουλάχιστον 1014 σπίτια (το 42% των σπιτιών) και 1829 επιχειρήσεις (το 76,6%) στην Η2 έκλεισαν, οι μισές απ' αυτές κατόπιν στρατιωτικής διαταγής. Κατά την Ιντιφάδα ο στρατός επέβαλλε αυστηρές απαγορεύσεις νυχτερινής κυκλοφορίας. Τα πρώτα 3 χρόνια για 377 μέρες επιβλήθηκε πλήρης απαγόρευση. Αυτές οι απαγορεύσεις έπληξαν την πόλη οικονομικά, χάθηκαν δουλειές, παρουσιάστηκαν ελλείψεις τροφίμων, έπληξαν τον πληθυσμό ψυχολογικά και ζημίωσαν εκπαίδευση και υγεία. Πολλοί Παλαιστίνιοι προτίμησαν να φύγουν από την ζώνη Η2. Πολλές φορές «παράνομα» ο στρατός επέβαλλε αυστηρές απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Για 6 χρόνια απαγορεύτηκε στους Παλαιστίνιους να περπατάνε σε τμήματα της οδού Σουχάδα, αν και στρατιωτικές πηγές αρνήθηκαν ότι έχουν εκδόσει τέτοια διαταγή. Ακόμα όμως και μετά από αυτή τη δήλωση οι απαγορεύσεις συνεχίστηκαν. Οι τέσσερεις οικογένειες που παρέμεναν στον άδειο δρόμο απαγορεύτηκε να βγαίνουν από τα σπίτια τους από την κύρια είσοδο και αναγκάστηκαν να σκαρφαλώνουν στη στέγη και να κατεβαίνουν από την άλλη μεριά και να βγαίνουν από τον πίσω δρόμο. Σύμφωνα με την έκθεση, ο στρατός εφάρμοσε πολλά απ' αυτά τα μέτρα ύστερα από πιέσεις των Εβραίων εποίκων της Χεβρώνας.
    Επίσης, «με τα χρόνια εμφανίστηκε το φαινόμενο του συστηματικού διωγμού, μερικές φορές με εξαιρετική βία, απ’ τη μεριά των εποίκων ενάντια στους Παλαιστινίους».
    Έτσι κι αλλιώς οι έποικοι της Χεβρώνας έχουν εξαγγείλει πολλές φορές την πρόθεση τους να επεκτείνουν τον εποικισμό σε άλλους τομείς της πόλης και είναι φανερό ότι αυτή είναι η αιτία της βίας. Ελπίζουν να κάνουν τη ζωή  των Παλαιστινίων στο κέντρο της Χεβρώνας αφόρητη για να τους εξαναγκάσουν να φύγουν.
    Σε απάντηση στην έκθεση της «Μπ' Τσελέμ» οι έποικοι αναφέρονται στην παρουσία των Εβραίων στην περιοχή από την εποχή της Βίβλου: στο βιβλίο της Γένεσης ο Αβραάμ αγοράζει την περιοχή του Σπηλαίου των Πατριαρχών, ότι εκδιώχθηκαν από εκεί από τους Άραβες βίαια το 1929 (όταν σκοτώθηκαν 67 Εβραίοι κάτοικοι) και ότι μετά τον πόλεμο των 6 ημερών το 1967 επέστρεψαν στα ίδια ακριβώς σπίτια που ζούσαν πριν από το 1929. Σχετικά με τον φυλετικό διαχωρισμό υποστηρίζουν ότι είναι αυτοί που δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν στο 97% της πόλης και να επισκεφτούν όλους τους ιερούς τους τόπους. Οι απαγορεύσεις για τους Παλαιστίνιους εφαρμόζονται μόνο στο 3% της πόλης και αυτό για να προστατευτούν οι Εβραίοι της Χεβρώνας από τις τρομοκρατικές επιθέσεις των Παλαιστινίων.

    Από την έκθεση της «Μπ' Τσελέμ» και την απάντηση των εποίκων βγαίνει το συμπέρασμα ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή κατοχή όπου ένας στρατός καταλαμβάνει μια χώρα, καταργεί τις ελευθερίες, καταπιέζει τον πληθυσμό και απομυζά τον τόπο αλλά με έναν αγώνα για τη γη. Πρόκειται για μιά υπόθεση προσάρτησης. Κάθε πόλη, χωριό, κάθε χωράφι, λοφοπλαγιά, βοσκοτόπι, ελαιώνας, ένας δρόμος, ένα σπίτι και ιεροί τόποι αποτελούν αντικείμενο διεκδίκησης. Η Βίβλος, ιεροί τόποι, εθνικές μυθολογίες, παλιά κτηματολόγια, προσωπικές αναμνήσεις, παλιές φωτογραφίες, γίνονται επιχειρήματα της διαμάχης δύο λαών που συμπλέκονται πάνω στην ίδια γη. Ο ένας από θέση ισχύος, ο άλλος σε θέση αδυναμίας. Είναι ο αρχαίος φυλετικός πόλεμος.

    Όσον αφορά την Γάζα, 1,4 εκατομμύρια άνθρωποι στην πλειοψηφία τους πρόσφυγες απ' όλες τις άκρες της Παλαιστίνης ζουν σε ακραίες συνθήκες φτώχειας, απομόνωσης και υπό το φάσμα περιοδικών εισβολών του Ισραηλινού στρατού.
    Πρόσφυγες απ' όλους τους πολέμους από το '48 και δώθε, εγκλωβισμένοι σε μια στενή λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα, χωρίς πόρους και ελπίδα διαφυγής, ένα τεράστιο στρατόπεδο συγκέντρωσης «ανεπιθύμητων», που έχει φτάσει στο σημείο έκρηξης. Αυτό που συμβαίνει τον τελευταίο καιρό εδώ, δεν είναι απλά μια πολιτική αντιπαράθεση Χαμάς-Φατάχ, αλλά μια διαρκής βεντέτα, ένας κύκλος αντεκδικήσεων και αίματος ανάμεσα σε οργανώσεις, σέκτες, περιοχές, οικογένειες, όπου το Ισραήλ βέβαια έχει χώσει βαθιά το χέρι του. Έλλειψη προοπτικής και μακρόχρονη κατοχή άρχισαν να φέρνουν το διαλυτικό τους αποτέλεσμα.
    Στα περίπλοκα μαθηματικά της Μ. Ανατολής, η Γάζα είναι ένα νούμερο, ένα ψηφίο που περισσεύει και πολλοί θα ήσαν ευτυχείς αν μπορούσαν να την αποκόψουν από την στεριά και να την σπρώξουν στη θάλασσα.
    Ό,τι επρόκειτο λοιπόν να γίνει Παλαιστινιακό Κράτος στη Δ. Όχθη και στη Γάζα έχει μετατραπεί πια σ' ένα σύνολο καντονίων - νησίδων, χωρίς εδαφική συνέχεια, που διαρκώς εποικίζεται, τεμαχίζεται, επιτηρείται.
    Και η συμφωνία του Όσλο, (δύο λαοί - δύο κράτη δίπλα-δίπλα) αργοσβήνει γιατί ο τόπος είναι πολύ μικρός για να μοιραστεί και αποτελεί μάλλον ένα μωσαϊκό όπου οι εθνικές ψηφίδες ρίχνονται ανάκατα παντού και οι εθνικές βλέψεις διασταυρώνονται συνεχώς. Οι Εβραίοι του Ισραήλ αντικρίζουν με άγχος το μέλλον όταν βάζουν κάτω τα νούμερα και τους δείκτες γεννήσεων των Παλαιστινίων. Το δε εβραϊκό κράτος του Ισραήλ, που θέλει να παραμείνει ένα εβραϊκό κράτος, στην αγωνιώδη προσπάθεια του για ζωτικό χώρο και επέκταση, εποικίζοντας την Δ. Όχθη, καταστρέφει τη λύση των δύο κρατών, υποθηκεύοντας χωρίς να το καταλαβαίνει την μελλοντική «καθαρότητά» του.
    Οι Παλαιστίνιοι, που αρνούνται να γίνουν σκιές στη χώρα τους, δηλαδή «κάποιοι» Άραβες πολίτες του Ισραήλ 2ης και 3ης κατηγορίας, αλλά επιμένουν να διατηρούν ταυτότητα και αίτημα σαν λαός, αφού τους αφαιρείται καθημερινά η δυνατότητα συμβιβασμού σε κάποιο, έστω και κολοβό, κράτος στη Δ. Όχθη και στη Γάζα θα διεκδικήσουν αργά ή γρήγορα ολόκληρη την Παλαιστίνη. Δηλαδή τη δυνατότητα επιστροφής στα σπίτια τους στη Γιάφφα, στη Χάϊφα και στην περιοχή του Καρμιέλ στα βόρεια. Από εκεί που έφυγαν το '67 και το '48. Αν οι Εβραίοι, ύστερα από 2000 χρόνια, μπορούν να επιστρέψουν στη Χεβρώνα και στην Ναμπλούς γιατί όχι και αυτοί? Από ‘κει που έφυγαν το ’67 και το ’48! Η Ιστορία αρέσκεται στο παίζειν.

    Όταν ο Έντουαρντ Σαΐντ, παλαιστίνιος καθηγητής στο Columbia, πρότεινε σαν λύση, μια χώρα για όλους, ένα κράτος δημοκρατικό, πολυεθνικό, πολυθρησκευτικό, πολυπολιτισμικό, με δύο γλώσσες, οι περισσότεροι τη θεώρησαν σαν ένα ανεδαφικό όραμα. Τώρα κάποιοι αρχίζουν να το ξανασκέφτονται. Βέβαια, προσπαθώντας να φτιάξεις μια Ελβετία ή ένα Βέλγιο στη Μ. Ανατολή το πιθανότερο είναι να καταλήξεις με μια Ν. Αφρική (αυτό δηλαδή που ονειρεύονται ή επιδιώκουν οι ιθύνοντες του Ισραήλ και η Δύση). Και είναι επίσης αλήθεια ότι ένας Γκάντι δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο στην Ινδία. Και ένας Νέλσον Μαντέλα δεν αναμένεται σε μια περιοχή που σπαράσσεται από φυλετικούς πολέμους εδώ και χιλιετίες και υποφέρει από υπερβολική δόση Ιστορίας. Και το Ισραήλ, όσο έχει την απόλυτη υπεροπλία, και για όσο η Αμερική, παραμένοντας η μόνη υπερδύναμη, έχει τη δυνατότητα αλλά και την θέληση να το υποστηρίζει (με 5 δις δολάρια τον χρόνο και σύγχρονα όπλα), δεν βρίσκει τους λόγους να ανταλλάξει τη… λογική των όπλων με τα όπλα της λογικής, δηλαδή τη λογική των συμβιβασμών. Ούτε διαθέτει μια ηγεσία με ιστορική διορατικότητα και πολιτική βούληση ικανή να το γλιτώσει από την αδιαλλαξία του.
    Όταν, όμως, αύριο ή μεθαύριο εξισορροπηθεί ο συσχετισμός δυνάμεων στη Μ. Ανατολή τότε θα βρεθεί και η θέληση και η «ανθρωπιά» για ισότιμες διαπραγματεύσεις με τους Παλαιστινίους. Αυτοί απ' τη μεριά τους πρέπει να μην εκφυλιστούν μέσα σε εμφύλιο κι αυτό είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν. Ήδη κάνουν το μέγιστο: αντέχουν κι επιδεικνύουν σθένος. Και όσο προχωράει η ηθική φθορά της Ισραηλινής κοινωνίας αναμένουν να πέσει από μέσα ο «Οίκος της Κατοχής».
    Μέχρι τότε η Μ. Ανατολή, κατά τη συνήθεια της, θα βάζει περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες μπορεί να δώσει απαντήσεις.


                                                β΄

      Συλλαλητήριο μετά την προσευχή της Παρασκευής στο χωριό Bil’ein

    Ξεκινήσαμε από την πλατεία του χωριού για τα σύνορα, 2-3 χιλιόμετρα απόσταση, έξω από το χωριό. Ντόπιοι και ξένοι. Βαδίζαμε μέσα στα ελαιόδεντρα. Ο στρατός μας περίμενε σε ένα ύψωμα. Μπορούσα να διακρίνω τα κράνη να γυαλίζουνε στον ήλιο. Όσο πλησιάζαμε άρχισαν απ’ τα μεγάφωνα να μας διατάζουνε στα εβραϊκά να μείνουμε μακριά. Η φωνή έφτανε σε μας καθαρά και μετά χανότανε ανάλογα με τον αέρα. Είχε ένα ξερό τόνο που έκρυβε καλά τον φόβο για αυτό που θα ήτανε σε λίγο αναγκασμένοι να κάνουνε. Που έκρυβε δηλαδή καλά τον προαιώνιο φόβο της σύγκρουσης. Το πλήθος συνέχισε. Τα δακρυγόνα άρχισαν να σκάνε μπροστά μας και πίσω μας. Έχω πείραν δακρυγόνων μέσα στις πόλεις αλλά ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα έτρεχα μαζί με τους άλλους, σκασμένος μέσα στους ελαιώνες για ν’ αναπνεύσω. Γυρίσαμε πίσω εξουθενωμένοι και μαζευτήκαμε γύρω από τις βρύσες. Οι ξένοι ήμασταν Ευρωπαίοι, Καναδοί, εγώ και μερικοί Εβραίοι. Οι Εβραίοι, νεαρά αγόρια και κορίτσια, συνοδεύονταν από Παλαιστίνιους «συντρόφους» για τη δικιά τους ασφάλεια. Ένα μέτρο φρόνησης πιθανώς αχρείαστο γιατί οι διαδηλωτές τους κοίταζαν με συμπάθεια. Ήτανε εκπρόσωποι μιας ελαχιστοτάτης αλλά πιθανώς όχι «ασήμαντης» μειοψηφίας. Η θέση τους δεν ήταν ευχάριστη ούτε από την άλλη πλευρά των συνόρων. Όλο και πιο πολύ είχαν αρχίσει να θεωρούνται «μίασμα».
    Αυτό το τελετουργικό συνεχίζεται σταθερά κάθε Παρασκευή για χρόνια.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                
                                               γ'                                                                                                                                                                                                                                                                                                              Κάθε   μέρα   εμφανίζονται   στις  Παλαιστινιακές   εφημερίδες   μικρές ειδήσεις όπως η παρακάτω: «Χθες τα ξημερώματα, Ισραηλινές δυνάμεις συνέλαβαν έναν πολίτη στο στρατόπεδο προσφύγων της Μπαλάτα στην πόλη Ναμπλούς της Δ. Όχθης. Μεγάλη ισραηλινή δύναμη από 15 στρατιωτικά οχήματα εισέβαλε στην πόλη υπό την κάλυψη συνεχούς πυρός. Ένας πολίτης συνελήφθη αφού εισέβαλαν στο σπίτι του και διεξήγαγαν έρευνα. Απήχθη προς άγνωστη κατεύθυνση».
Ή: «Οι ισραηλινές δυνάμεις συνέλαβαν μια γυναίκα στην πόλη Ντούρα νότια της Χεβρώνας. Οι ισραηλινές δυνάμεις μπήκαν στην πόλη χθες την αυγή, εισέβαλλαν στο σπίτι της και την απήγαγαν προς άγνωστη κατεύθυνση».
 Ή: «Η Παλαιστινιακή αστυνομία και αυτόπτες μάρτυρες ανάφεραν ότι μια ομάδα από 6 ισραηλινούς μυστικούς κύκλωσε κτίριο στο Αλ Χαντέρ δυτικά της Βηθλεέμ νωρίς τις πρωινές ώρες χθες. Οι ειδικές δυνάμεις διεξήγαγαν έρευνες σε μια σειρά από σπίτια. Άλλη ισραηλινή δύναμη, που έφτασε αργότερα, κάλυψε την επιχείρηση και κύκλωσαν αριθμό κατοίκων σε παρακείμενο οικόπεδο. Ισραηλινοί στρατιώτες συνέλαβαν ύποπτο, ο οποίος με δεμένα μάτια και χειροπέδες απήχθη προς άγνωστη κατεύθυνση, αφού προηγουμένως χτυπήθηκε από τους στρατιώτες.
    Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, συνήθως γίνεται ως εξής: 5-6 πράκτορες με πολιτικά, επιβαίνοντας σε αυτοκίνητα με παλαιστινιακά νούμερα, μπαίνουν στην πόλη και κυκλώνουν το σπίτι όπου, σύμφωνα τις πληροφορίες, μένει ο ύποπτος. Όταν ο στρατός έχει πληροφορίες ότι ο «στόχος» βρίσκεται σ' ένα καφενείο, νωρίτερα το βράδυ, θα μπουν στο καφενείο και θα απαγάγουν ή θα σκοτώσουν τον ύποπτο. Προτού υπάρξει αντίδραση, μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη, που είναι πάντα σταθμευμένη 5 λεπτά έξω από κάθε Παλαιστινιακή πόλη, καταφθάνει με θωρακισμένα οχήματα και πολλές φορές με τη συνοδεία ελικοπτέρου και βοηθάει τους δικούς της να αποτραβηχτούν.
    Σύμφωνα με τα λόγια Παλαιστινίων αστυνομικών σε περίπτωση τέτοιας επέμβασης οι διαταγές που έχουν είναι να αποσύρονται μέσα στα αστυνομικά Τμήματα και τους στρατώνες τους. Έχουν οδηγίες να απαντούν μόνο αν δεχτούν οι ίδιοι πυρά.
    Επομένως, δεν είναι παράξενο ότι σ’ όλες τις Παλαιστινιακές πόλεις, (πολύβουες και μέσα στα παζάρια κατά την διάρκεια της μέρας) αδειάζουν οι δρόμοι μόλις πέσει το σκοτάδι.


                                                δ΄

    Ένα βράδυ στη Ραμάλα, ένας νεαρός Παλαιστίνιος φίλος (ένα παιδί όχι παραπάνω από 25 χρονών), μέλος της Φατάχ, με συνόδευε ως το ξενοδοχείο γιατί η νύχτα ήταν ανήσυχη. Μια μικρή παρέα είχαμε μια μακρά συζήτηση ως αργά σ ’ένα καφενείο έξω από τη Ραμάλα. Η Αρίφα επέμενε ότι δεν έπρεπε να περπατήσω μόνος. Την είχα καθησυχάσει γελώντας αλλά η Αρίφα επέμενε: “Όχι Βασίλη, φοβάμαι εκείνο το πευκόδασος στα δεξιά, μπαίνοντας στην πόλη!” Το ότι χρησιμοποίησε το όνομά μου, ο τρόπος που- αυτή, μια αραβόφωνη!- χάιδεψε... τη δεύτερη συλλαβή του ονόματός μου, σαν να χάιδευε το κεφάλι ενός αγοριού, και ο τρυφερά επικλητικός τόνος που χρωμάτισε τη φωνή της όταν είπε: «Άκουσε και μένα! Δεν είναι καλό να είσαι μόνος σου εκεί!», είχαν την επίδρασή τους απάνω μου. Ήξερα αρκετά καλά την παρέα των παιδιών και είχα αίσθηση της κεντρικής θέσης που είχε η Αρίφα (από τον προσφυγικό καταυλισμό Μπαλάτα της Ναμπλούς -ένας χρόνος στις ισραηλινές φυλακές), ανάμεσά τους. Κάτι σαν αρχέγονη μορφή, γυναικεία ενωτική φιγούρα όρθια πάνω απ’ την «εστία». 
  Καληνυχτίσαμε κι αρχίσαμε να βαδίζουμε. Μακριά ακούγονταν ριπές αλλά δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Ο κόσμος περίμενε καταδρομική επιχείρηση του ισραηλινού στρατού και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Δύο μέρες πριν είχε γίνει νυχτερινή εισβολή και μακελειό στη Ναμπλούς.
    Περπατούσαμε και μιλούσαμε αλλά η προσοχή μας ήταν σε κάθε αυτοκίνητο που πλησίαζε, σε κάθε μακρινό θόρυβο μηχανών, σε κάθε μαρσάρισμα, σε κάθε τρίξιμο λαστίχων. Διασχίσαμε το πευκόδασος σιωπηλοί. Ύστερα ξαναπιάσαμε τη συζήτηση που είχαμε προηγουμένως όλοι μαζί στο καφενείο. Σε μια στιγμή είπε: έλα να κάνουμε μια παράκαμψη εδώ δεξιά, θέλω να σού δείξω κάτι. Ύστερα από λίγο βρεθήκαμε σ' ένα ύψωμα απ' όπου μπορούσαμε να δούμε την πόλη να τελειώνει προς τα δυτικά. Μετά σκοτάδια και πέρα στον ορίζοντα, μακρινά φώτα.
   - Εκεί κάτω είναι η Γιάφφα, τον άκουσα να λέει. Η θάλασσα! Εκεί γεννήθηκαν οι γονείς μου.                                                                                   Μπορούσαμε να δούμε ένα αεροπλάνο, από τα φώτα των φτερών που αναβοσβήνανε, όπως κατέβαινε χαμηλά πηγαίνοντας να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ. Η νύχτα ήταν ζεστή και καθαρή. Όλα φαίνονταν τόσο κοντά.
    - Σε 200 χρόνια θα φτάσω στη Γιάφφα, είπε ήσυχα. Όχι εγώ, τα παιδιά μου! Τα παιδιά των παιδιών μου! Θα τους μιλήσω για κείνη την πόλη. Θα τους κάνω να την αγαπήσουνε. Μισώ τη Ραμάλα! Είμαι ξένος εδώ. Εκεί είναι η πατρίδα μου. Πριν μερικά χρόνια, το '95, που τα πράγματα ήταν καλύτερα, μπορέσαμε και πήγαμε εκεί οικογενειακώς και είδαμε το πατρογονικό μας σπίτι. Κάποιοι ορθόδοξοι Εβραίοι μαζεύτηκαν γύρω μας και μάς έβαλαν τις φωνές. «Είναι το σπίτι μας», είπαμε. Θύμωσαν πιο πολύ, φώναξαν την αστυνομία και μας έσπρωξαν, στην αρχή  συγκρατημένα και μετά κακήν κακώς.
    Μια χαμηλή αύρα άρχισε να σηκώνεται. Ήρθε σιγανά και μας τύλιξε. Την αισθάνθηκα τη στιγμή ακριβώς που έλεγε: «Νοιώθεις αυτή την αύρα? Την νοιώθεις? Έρχεται από ‘κει κάτω. Από την θάλασσα!» Εγώ μπορούσα να πάω, αυτός όχι!
    Ήμουν ευγνώμων γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που πρέπει να περιμένεις πολύ καιρό για να το μάθεις. Οι Εβραίοι του Ισραήλ -σαν καλοί Δυτικοί- κάνουν τα σχέδια τους και κοιτούν το ρολόι τους μετρώντας το χρόνο σε λεπτά, ώρες, μέρες, χρόνια, ενώ οι Άραβες δίπλα τους, την ίδια στιγμή, μετρούν το χρόνο σε γενιές και αιώνες.
   
    Ταυτόχρονα ένοιωσα πως κάτι που ήταν σαν ανάμνηση ξεκινούσε από μια πολύ βαθειά περιοχή του εαυτού μου και την επόμενη στιγμή βγήκε στα ανοιχτά. Δίπλα σ’ αυτό το 25χρονο παιδί που δεν είχε καν τα μισά μου χρόνια αλλά έφερε το βάρος μιας παράδοσης ένοιωσα σα μαθητής. Πως μου παραδινόταν μια στάση ζωής. Πολύτιμη και ξεχασμένη.
    Και κανένα αίσθημα μειονεξίας δεν συνόδευε τέτοιο μάθημα, μόνο ευγνωμοσύνη- γιατί  ήταν δώρο.

    Φτάσαμε στο μικρό ξενοδοχείο. Αλ Ουάχ'χντα το όνομά του. Δηλαδή Ενότητα. Κτύπησα το κουδούνι. Μ’ ένα ξερό ήχο άνοιξε η πόρτα. «Πώς θα γυρίσεις πίσω?» ρώτησα. «Μη ανησυχείς, δεν θα έχω πρόβλημα». «Μόλις φτάσεις κάνε μου μια αναπάντητη κλήση. Αλλιώς θα ειδοποιήσω την Αρίφα και τους άλλους». Αποχαιρετιστήκαμε. Ανέβηκα στο δωμάτιο και άναψα το φως. Σε 15 λεπτά χτύπησε δυό φορές το τηλέφωνό μου.

                                                                                                   Β.Η

Υ.Γ.  Δύο εβδομάδες μετά τη δημοσίευση αυτών των παλαιών σημειώσεων οι Αμερικανοί ανακοινώνουν ότι αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του ισραηλινού κράτους.

Exclusive 'Two-state Solution Is Over,' Top Palestinian Diplomat Says After Trump's Jerusalem Speech
In exclusive comments to Haaretz, Saeb Erekat, chief Palestinian peace negotiator, said that Trump's decision forces Palestinians to strive for 'historic Palestine, from the river to the sea'

Noa Landau and Jack Khoury Dec 07, 2017 7:55 AM

Αποκλειστικό: «Η Λύση των 2 Κρατών τελείωσε», λέει κορυφαίος Παλαιστίνιος διπλωμάτης ύστερα από τον λόγο του Τραμπ περί Ιερουσαλήμ. Σε αποκλειστικό σχόλιο στη Χααρέτζ, ο Σαέμπ Ερεκάτ, επικεφαλής Παλαιστίνιος διαπραγματευτής για την Ειρήνη, είπε ότι «η απόφαση του Τραμπ αναγκάζει τους Παλαιστίνιους να αγωνιστούν για την Ιστορική Παλαιστίνη, από τον Ιορδάνη ποταμό ως τη Θάλασσα».
Δηλαδή όπως αναφέρω στο κείμενο: να επιστρέψουνε στη Χάιφα και στη Γιάφφα. Γιατί όχι? Μετά το Διάγγελμα Τραμπ έπεσε και η τελευταία μάσκα. Τώρα κι όσοι δεν ήθελαν να δουν, βλέπουν. Η αλαζονεία και αδιαλλαξία του νικητή σπρώχνει τον χαμένο “να πάει” για όλα! Τραμπ-αναγνωρίζει, Νετανιάχου- θριαμβολογεί. Ηγέτες της συμφοράς, σπρώχνουν τους ηττημένους πέρα από τα “επιτρεπτά” όρια! 
Και εμείς, ως ανύπαρκτοι, σιωπούμε και αφήνουμε να καταστραφεί η  μακρόχρονη σχέση μας με τον Αραβικό Κόσμο.


Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Νύχτα στο ΚΑΤ


    Ελλάδα, Χώρα του Φωτός!
    Ελλάδα Χώρα των Ονείρων!
    Ελλάδα των Κρατητηρίων!

  Τον φέραν νύχτα στο ΚΑΤ
  με κάταγμα στο γόνατο
  Τον βγάλαν από το περιπολικό
  και ζήτησαν φορείο
  δύο μπρατσωμένοι μπάτσοι
  που φόραγαν «μπανάνες»
  για να κρύβουν τα πιστόλια

  Τον παρουσιάσαν στους γιατρούς
  και στις νοσοκόμες και είπαν ότι
  τον πιάσανε στο αεροδρόμιο
  με καμπόσους άλλους με «πλαστά.
  Ο ίδιος είπε ότι ήταν απ’ το Ιράκ και
  πήγαινε στη Σουηδία για μια γυναίκα

  Πλακωθήκαν μεταξύ τους μέσα στο κελί
  είπαν οι μπάτσοι
  Ούτε οι γιατροί ούτε οι νοσοκόμες
  ούτε αυτοί που περιμέναν
  έξω απ’ τα Επείγοντα είπαν λέξη
  Μπας και δηλαδή τον δείρανε οι ίδιοι
  για τη πλάκα τους
  και του σπάσανε το γόνατο

 Έτσι ή αλλιώς στο ΚΑΤ γινόταν της μουρλής
 από παντού ερχόντουσαν αυτοκινητιστικά ατυχήματα
 Ένας γιατρός είχε πέσει πάνω σ’ έναν
 και του ‘κανε μαλάξεις στη καρδιά
 Πως σε λένε? του φώναζε
 Αλί, ψιθύρισε αυτός
 Τον παράτησε και έτρεξε αλλού
 Φώναξε σ’ έναν άλλο
 Πιάσε αυτόν στη γωνία
 Μη τον αφήσεις να κοιμηθεί
 Αλί τον λένε

 Αυτός με το χαλασμένο γόνατο
 δεν μίλησε άλλο
 Έμενε ξαπλωμένος στο φορείο
 με το γόνατο πρόχειρα δεμένο
 και τα χέρια μες τις χειροπέδες
 Οι μπάτσοι όρθιοι από πάνω του
 βλοσυροί κι αδιάφοροι

 Έτσι κι αλλιώς η πόλη από ‘κει μέσα
 εκείνη τη μεσονύκτια ώρα
 έμοιαζε με ζώο που αιμορραγεί μέσα στο σκοτάδι… 
 Και δεν έμοιαζε πως μπορεί ποτέ να ξημερώσει.

 Ελλάδα Χώρα του Φωτός
 που περνάς από τη μια κόλαση
 στην άλλη

 Χώρα των Ονείρων
 Δράκε
 που σκότωσες το γιό σου
 αυτόν που έκανες με τη δεκαετία του ‘60

 Χτύπημα γερό
 χτύπημα ζυγισμένο
 μέσα απ’ την καρότσα
 ανάμεσα σε πλήθος χωροφυλάκων
 μες τα φώτα

 Ξέρεις για ποιόν σου λέω ντε!
 Για την οδό Σπανδωνή σού μιλάω
 και το τρίκυκλο…
 Κι είναι πάντα νύχτα

 Ελλάδα, Ελλαδίτσα μου
 έχεις ταλέντο στο σκυλολόι!

 Μύκονο και Σαντορίνη…
 δε λες πουτάνα τίποτα (αθωώθηκες)
 για τη Μακρόνησο με τα εμβατήρια
 
  Για τη Μακρόνησο με τα τραγούδια και τις
  αιμοπτύσεις
  Ελλάδα Χώρα των Ονείρων!


  Δε λες τίποτα για τις αδελφές τους Χρυσαυγίτες
  τους χαπακωμένους
  Είπα εγώ ότι είναι κακό που βαράνε Πακιστανούς?
  Καλά κάνουνε και τους βαράνε
  τους βρωμιάρηδες…
  Όχι όμως εδώ!
  Να πάνε στο Πακιστάν να τους βαρέσουνε!
  Ελλάδα φασιστομάνα…
  Μητριά του Σεχζάτ Λουκμάν


  Ήσουνα ό,τι πλησιέστερο υπάρχει στον Παράδεισο
  όταν ήμουνα παιδί…
  Ελλάδα μου!

  Μείον τους Συνταγματάρχες
  που ερχόντουσαν…
  και τον Εμφύλιο
  μέσα στην ντουλάπα



  Αλλά στην Αμυγδαλέζα... έμαθα
  φοράτε άσπρα χειρουργικά γάντια
  μαζί με τ’ αλεξίσφαιρα γιλέκα
  τις μπλε στολές και τ’ άρβυλα
  κι είναι όλα καθαρά και όμορφα
  Ελλαδάρα μου!

  Κι έδωσες ξεφτιλισμένη
  τ’ όνομα του γιού σου
  σ’ ένα δρόμο στο Κερατσίνι

  Και πήραν τηλέφωνο το φονιά
  να ‘ρθεί
  ξέρεις για τι σου μιλάω ντε,
  για το φονικό
  έξω από την καφετέρια
  στη Γρηγορίου Λαμπράκη
  στο Κερατσίνι…

  Το ξέκαναν το παιδί τον ράπερ
  Και δεν έχει άλλο πιά να τον χαρεί η μάνα του
  ούτε η  κοπελιά του
  τέρμα, ως εδώ ήταν το ταλέντο του…
  χα χα χα!
  μες τα ίδια φώτα

  Ελλάδα χώρα των Ονείρων
  των στρατοπέδων
  των κρατητηρίων
  και της παγανιάς
  κι είναι πάντα νύχτα
  μέσα στη λιακάδα.
    
                                                                       Β.Η