Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

...Σαν σας ξαναβρώ

                                 

    Σήμερα 28η Οκτωβρίου, μετά από πολλά χρόνια, δεν θα πάω στην παρέλαση. Ντρέπομαι. Ποιό «Όχι» να γιορτάσω? Σε ποιό μνημόσυνο να συμμετάσχω? Στενεύει η ανθρώπινη βάση μας. Οι παλιοί φίλοι στα 4 σημεία. Τα κεφάλια κρύβονται στην άμμο τούτη την εποχή της «ανθρωπιστικής ήττας»! Αλλά το ξέρουμε: για να ζήσουμε χρειάζεται πλέον μια επανάσταση. Μην τρομάζετε από τη λέξη. Πηγαίνετε στο ρήμα. Επί-ανά- ίστημι, λέει το ρήμα. Ξανασηκώνομαι, στήνομαι στα πόδια μου, λέει το άτιμο το ρήμα.
    
    Αλλά θα 'ρθει καιρός που θα σταθούμε, όλοι οι παλιοί φίλοι, όλοι οι νέοι σύντροφοι, σύννοες, αμίλητοι, ορθοί, αντιθωρώντας στα μάτια τούς προγόνους μες την 28η και μες την 25η, και με ακράτητο ενθουσιασμό μέσα στις καινούργιες γιορτές. Θα ‘ρθεί καιρός..!
                                                                                                                        Β.Η

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Φωνές από την εξορία




Δεν υπάρχει λοιπόν ποίηση, δεν υπάρχει πιά λογοτεχνία… στις μέρες μας δύσκολο να βρεθεί καλή ζωγραφική. Το μόνο θέατρο που ήξερα ήταν αυτή η κακοπαιγμένη παράσταση των δρόμων. Των δρόμων και των προθαλάμων. Αυτή η άθλια φάρσα που λέγεται καθημερινή ζωή. Αυτή η συνομωσία σιωπής που ποζάρει στη θέση της πολιτικής. Είπαμε: Αν θέλει κανείς σήμερα να κάνει τέχνη πρέπει να πάρει τα όπλα. Να είναι η πράξη πρωτόγονη…αλλά η πρόβλεψη στρατηγική. Η μόνη καλλιτεχνική πρωτοπορία που μπορεί πλέον να υπάρξει είναι μια οργάνωση που θα έχει ένα στρατό. Όσοι θέλουν να είναι καλλιτέχνες πρέπει να γίνουν αντάρτες!

  Αν κανένας είχε τη ματιά… αρκεί να έχει τη ματιά… θα ένοιωθε πως κάλλιστα οι λέξεις μπορούν να αντικατασταθούν από σφαίρες. Κι αυτές μπήγονται, καρφώνονται, το ίδιο καλά  με τις λέξεις. Εννοώ βέβαια εκείνες τις λέξεις που βρίσκουνε τον στόχο. Και πως το περίστροφο είναι επίσης το ύστατο καλλιτεχνικό εργαλείο. Δεν εννοώ, προς θεού, πως δεν χρειάζονται πιά οι λέξεις. Αλλά κάπως πρέπει κι αυτές να υποστηριχθούν. Και μάλιστα σε τέτοιες εποχές. Μάλιστα παρακαλώ! Πάντα μπορούσε κάποιος να κάνει ποίηση με το όπλο αλλά αμφιβάλλω αν σήμερα μπορεί χωρίς αυτό!
   
    Αλλά τι εννοώ στρατό? Τι σόι στρατός θα ‘ναι αυτός? Παραφράζοντας έναν Γάλλο μυστικιστή λέω: «Για τον Ναπολέοντα ένας προδότης φέρνει την ήττα. Για τον Λεωνίδα ένας προδότης οδηγεί στη νίκη». Ξέρει ο Σπαρτιάτης ότι πίσω αρχίζει η λιποψυχιά. Και επείγεται να θέσει τον πήχη ψηλά.
    Α, βέβαια, μέσω της θυσίας φτάνει κανείς εκεί. Σ’ εκείνο το σημείο της μη επιστροφής. Σ’ εκείνο, δηλαδή, το σημείο όπου κανείς δεν μπορεί να κάνει πίσω. Εμ, πώς? Δεν ήταν κανένας νταής εκείνος που ήρθε από την άλλη όχθη του Αχέροντα και στάθηκε στη στενωπό για να φέρει μια δουλειά σε πέρας. Και το βασιλικό αξίωμα αδιάφορο τού ήτανε κι αυτό. Μάλλον Μύστης ήτανε και γνώριζε σε βάθος τα ανθρώπινα. Όχι λοιπόν νίκη και κουραφέξαλα… τι να την κάνεις την νίκη? Άπιαστη και άπιστη είναι, σού ξεφεύγει μέσα από τα δάκτυλα με κάθε ιδιοτροπία των καιρών. Ενδιαφέρει μόνο τους εμπόρους… Και τους μπακαλόγατους που εκείνοι οι εμπόροι στέλνουν για να εισπράξουν το λογαριασμό. Ενώ εγώ μιλώ για μια ανταρσία ενάντια στον θάνατο. Έτσι είναι… το αίμα νικάει το σπαθί! Αλλά για κάτι τέτοιο, τόσο τρομερό και υπέροχο, χρειάζονται άντρες! Πραγματικοί άντρες! Που θα έχουν εκπαιδευτεί μες τη σιωπή. Που θα έχουν εκπαιδευτεί κάτω από ένα τρυφερό και αβάσταχτο ουρανό! Και που θα έχουν μάθει να αντέχουν τούτη τη σιωπή…

…και χρειάζονται γυναίκες! Γυναίκες που να γνωρίζουν την καρτερία. Και να διατηρούν τη φωτιά αναμμένη μέσα στην εστία. Και να μεταφέρουν τη θράκα ζεστή, άσβεστη, όπου χρειαστεί. Και να εμψυχώνουν την κρίσιμη στιγμή… και να χάνονται μαζί με τους άντρες τους παίρνοντας το όπλο.
   
    Συγχωρέστε με, δεν μιλώ όπως έχετε συνηθίσει να ακούτε! Μιλώ για έναν τρομερό αιώνα. Ο πόλεμος έχει κηρυχτεί από καιρό… δεν βλέπω να έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε από το να σκύψουμε και να μαζέψουμε το σιδερένιο γάντι.
    Μη διστάσετε, λέω. Μη δειλιάσετε! Κοιτάξτε προσεκτικά και μη σας καταβάλει η φρίκη όταν δείτε ότι αυτό το άδειο γάντι που πετάχτηκε από αόρατο χέρι μες τη σκόνη, μπρος στα πόδια σας, είναι το ίδιο σας το τομάρι.

    Μα, θα πούνε κάποιοι ότι θέλω να βάλω τον λαό, δηλαδή τους φιλήσυχους ανθρώπους, σε περιπέτεια. Λες και δεν μπήκανε ήδη σε περιπέτεια δίχως να  το ‘χουνε καταλάβει! Θα πούνε ότι μιλώ για πόλεμο, για εμφύλιο αλληλοσπαραγμό, κι ότι δεν λογαριάζω τις φρίκες του πολέμου. Ωραία λοιπόν! Θα λογαριάσω μπροστά σας και τις φρίκες της ειρήνης. Και ζυγίστε! Και πέστε μου μετά, τι είναι προτιμότερο: ο σωστός ακριβοδίκαιος πόλεμος ή μια κακή ειρήνη?


    Μα ποιοι είν’ αυτοί?  Αυτοί που λέτε πως μας έχουνε προγράψει… ρωτάει ο φιλήσυχος πολίτης της σάπιας Δημοκρατίας μας. Και στριφογυρίζει νευρικά και η φωνή του είναι όλο ανησυχία. Γιατί βολεμένος μες την ανημπόρια του σκιάζεται πως «ήρθε η ώρα». Και δηλώνει πως αυτός είναι ένας μετριοπαθής. Αλλά εγώ σας λέω πως όλοι οι βολεμένοι είναι μετριοπαθείς. Κι επίσης πως χωρίς αίμα δεν έγινε τίποτα ποτέ. Αυτό είναι το σύνορο κι αυτό είναι το θεμέλιο. Γιατί άραγε λένε πως, όπου ντουφέκι δε λαλεί αργεί να ξημερώσει?
   
 Μυστήριο πλάσμα είναι το ανθρώπινο όν! Δηλώνει πίστη στην ειρήνη, καμώνεται το ειρηνόφιλο, και με κάθε του πράξη κλείνει το μάτι στο μακελειό να πλησιάσει. Μα την πίστη μου, πρόκειται για καννιβαλικό ον! Και δεν είναι μόνο η βία και η απληστία των δυνατών αλλά είναι και η αδυναμία των θυμάτων που εξαγριώνει τους θύτες! Και ποιος αφαίρεσε από τον άνθρωπο των καιρών μας τις δυνάμεις του και τον έκανε να κρέμονται τα χέρια του παραλυμένα και να σηκώνει τα φρύδια όλο απορία? Α, θα σας απαντήσω ευθύς: η ευμάρεια! Ή μάλλον ο μύθος της μαζικής ευμάρειας! Δηλαδή το δίχως όρους κυνήγι της ευμάρειας που έγινε ξαφνικά για όλους προσιτή. Γιατί δεν είναι από μόνη της κακή μια σχετική ευμάρεια αλλά αυτό που έγινε για δυό γενιές μάλλον με βουλιμία μοιάζει. Και η ασφάλεια! Η ασφάλεια πάση θυσία! Και θυσίασαν οι δύστυχοι την ελευθερία τους για αυτήν. Λες και είναι ποτέ κανείς ασφαλισμένος! Να τώρα που χάνουν και την ελευθερία τους μαζί με την καλοπέρασή τους. Άσε που τους μέλλεται να ζουν μες τον φόβο. Κι έτσι φτάσαμε στο σημείο όπου… μια απίστευτη ευκολία έκανε τα πράγματα δύσκολα. Τι λέω? …απελπιστικά! Θα ‘πρεπε να το γνωρίζουν αυτό εκείνοι που όρισαν τους εαυτούς τους για πνευματικούς ηγήτορες των κοπαδιών και κοινωνικούς αμύντορες, πως δηλαδή ο άνθρωπος ρέπει προς τον ύπνο. Αλλά τού λόγου τους θριαμβευτικά εξήγγειλαν την αυγή μιας νέας εποχής. Να τώρα, φάτε νέα εποχή!

    Και πού καταλήξαμε λοιπόν? Είναι κοινωνία ελευθέρων ανθρώπων τούτη ‘δω? Ή κοινωνία κυρίων και δούλων, όπου οι μεν είναι γεμάτοι φθόνο και οι δε γεμάτοι περιφρόνηση? Και καλά με τους αφέντες του κόσμου, αυτούς θα τους πολεμήσουμε μέχρι την κόλαση… Τι γίνεται όμως με τους αποστερημένους? Αυτούς που δικαιολογούν την προσβολή που τους έγινε. Γιατί ο άνθρωπος τείνει να δικαιολογεί κάθε προσβολή στην οποία δεν στάθηκε ικανός να απαντήσει. Και ποια προσβολή μπορεί να είναι μεγαλύτερη, βαθύτερη, από το να στερείς σε κάποιον την δυνατότητα να συμμετέχει στις αποφάσεις που τον αφορούν! Να τον έχεις παρατημένο στην αυλή ενώ εσύ παρακάθεσαι στο επίσημο Δείπνο των Αποφάσεων. Και να του μπουκώνεις το στόμα με αποφάγια. Και μαντεύετε θαρρώ πώς αλλοιώς λέγονται αυτά τα αποφάγια. Δικαιώματα λέγονται, λυπάμαι! Αμ, δικαιώματα έχουν μόνο οι υπηρέτες, οι αφεντάδες έχουν υποχρεώσεις. Να κάτι πασίγνωστο που δεν λέγεται ποτέ! Και τί υποχρέωση έχουν αυτοί? Μόνο κάπου- κάπου να ψηφίζουν. Κολοκύθια στο πάτερο! Και θρέφονται μαζικά, ψυχαγωγούνται οργανωμένα, προστατεύονται αδιαλείπτως, αστυνομεύονται διαρκώς, πάντα για το καλό τους… Α, και τους κολακεύουνε ασυστόλως! Ότι τάχα μου είναι οι αξιοσέβαστοι πολίτες μιας δημοκρατίας. Α χα χου χα! Και στραβοκοιτάζουν με υποψία όλους αυτούς τους κραυγαλέα άθλιους με πατέντα που ζουν κάτω από ορισμένους γεωγραφικούς παράλληλους μη τύχει και μπουκάρουν στο Βασίλειο. Αλλά μέσα στο Βασίλειο η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει. Και από κοντά, με τη νέα φτώχεια που πλακώνει έρχεται και η αστυνόμευση.  Έτσι θα ‘ναι από δω και πέρα: Μαζί με τη φτώχεια θα σε κυκλώνει και η αστυνομία! Κανείς πλέον δεν είναι σίγουρος πού ακριβώς είναι τα σύνορα. Κι αλί και τρισαλί αν βρεθείς έξω απ’ αυτά! Όλη η προσπάθεια τώρα είναι να παραμείνεις εντός κάποιων νοητών ορίων.

    Και η υποκρισία, η υπεκφυγή, το πλάγιο βλέμμα, οι κρυφοί υπολογισμοί αρχίζουν να σε συντροφεύουν. Ξέρω, πράμματα άσχημα είναι αυτά… παλιότερα ήταν κάτι φευγαλέο. Σαν τη μύγα, είναι τώρα, που κάθεται στο πρόσωπό σου και τη διώχνεις, αλλά αυτή ξαναγυρνά, νοιώθεις το περπάτημά της στην αρχή μόνο στην επιδερμίδα μα σιγά σιγά το νοιώθεις να εισχωρεί βαθιά στο πρόσωπό σου μες τα μήλα και τα κόκαλα του κρανίου και να σού αλλάζει τα χαρακτηριστικά. Ώσπου συμφιλιώνεσαι με τη νέα σου μορφή: έτσι είναι τώρα τα πράγματα, λες, οι καιροί έχουν αλλάξει, πρέπει να ‘ναι κανείς προσεκτικός!

   Αλλά, χμ, και πάλι χμ!.. θα μου πείτε. Καταλαβαίνω, έχετε τις αμφιβολίες σας: Για αυτόν τον άνθρωπο του κοπαδιού -θα μού πείτε- αυτόν τον μικροδήμιο, αυτό το απελπισμένο ον, αυτόν τον καταπιεσμένο θύτη θες να κάνεις τόση φασαρία? Ξέρω, ξέρω, αγαπητοί, καταλαβαίνω, απολύτως λογικό! Αλλά είπατε από μόνοι σας τις δυό λέξεις-κλειδιά…
   
    Επιτρέψτε μου λοιπόν να ξεδιπλώσω τον συλλογισμό μου ως εξής: Να μισείς την καταπίεση, να φοβάσαι τους καταπιεσμένους, λέει μια παλιά αρχή και την επικροτώ απολύτως. Καταλαβαίνω την αηδία σας, την αποστροφή σας για τους χαμερπείς, όμως εγώ αποσυνδέω τούτους τους ανθρώπους από την κατάστασή τους. Φόβο ναι… και φόβο νοιώθω, και δέος, για αυτό που είναι ικανοί να κάνουν προκειμένου να διασωθούν αλλά περιφρόνηση κι αηδία όχι! Και υποστηρίζω πως είναι η καταπίεση που ευθύνεται για αυτά τα καμώματα που ταιριάζουν περισσότερο σε δούλους παρά σε ελευθέρους. Διότι εγώ πιστεύω πως ο άνθρωπος γεννήθηκε για να είναι ελεύθερος, τώρα τι έκανε αυτό το όν να περιέλθει σε καθεστώς δουλείας- εθελοδουλείας αν θέλετε, δεν θα διαφωνήσω- αυτό μένει και αξίζει να συζητηθεί. Μόνο να σημειώσω εδώ, πως όταν μια κοινωνία περιέρχεται σε θέση άμυνας το πιθανότερο που μπορεί κανείς να περιμένει απ’ αυτήν είναι η ανθρωποφαγία και οι τελετές της. Σαν εκείνες τις δυστυχισμένες βάρκες, τις βάρκες ναυαγών!


    Όμως τι είναι αυτό που εμποδίζει το ανθρώπινο ον να σταθεί στα πόδια του παρ’ όλα τα απελπισμένα τινάγματά του? Κι εδώ επανέλαβα τη λέξη που είπατε παραπάνω... είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη ελπίδας. Αυτή η βαθιά ριζωμένη ανελπισία. Και παρατηρούμε εδώ κι εκεί τέτοια τινάγματα-σ’ αυτό φαντάζομαι δεν διαφωνείτε- που καταλήγουνε διαρκώς σε ένα αξιοσημείωτο μηδέν. Χειρότερο μάλιστα από αυτό που τα γέννησε. Διότι- υποστηρίζω εγώ- είναι ακριβώς κινήματα απελπισμένων.

    Εδώ λοιπόν νομίζω είναι η διαφορά μας αγαπητοί αποκαρδιωμένοι: Εσείς βλέπετε τον άνθρωπο έτσι όπως ακριβώς είναι. Εγώ τον βλέπω σαν αυτό που μπορεί να γίνει, κι αυτό που κάποιες στιγμές ήδη είναι. Εσείς βλέπετε παντού γύρω σας σκοτάδι- κι επιζητείτε ακόμα περισσότερο σκοτάδι- ενώ εγώ είμαι ένας αστρονόμος που μες την κοσμική νύχτα παρατηρώ κάποιες ξαφνικές εκλάμψεις. Με το μάτι κολλημένο στο φακό, αναφωνώ συνεπαρμένος: Νάτο! Πάλι συμβαίνει..! όταν βλέπω ένα μακρινό ασήμαντο άστρο να γίνεται ήλιος και να φωτίζει εκτυφλωτικά το σύμπαν. Για αυτό ζω! Για αυτό ξενυχτώ!

    Και θα σας πω- αν άρχισα κάπως να σας πείθω που δεν το πιστεύω- πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος τώρα προς την ελπίδα παρά δια του παραδείγματος. Ούτε υπήρξε άλλος ποτέ! Αυτή την ελπίδα λοιπόν θέλω να φέρω μες την καρδιά ενός απελπισμένου κόσμου. Από την έλλειψή της βυθίζεται όλο και περισσότερο μες την παρακμή.

    Υπάρχει όμως κάτι ακόμα στο βάθος του μυαλού σας, το νοιώθω σα να το ψηλαφώ. Και ήδη προσπαθείτε να το κοντρολάρετε για να μου το εκτοξεύσετε σαν κατηγορία. Πως όλα αυτά είναι ιδέες. Ονειροφαντασιές! Και πως είναι επικίνδυνες οι ιδέες. Κι ακόμα περισσότερο πως εγώ σας μοιάζω σαν κάποιος που είναι «ερωτευμένος με τις ιδέες του»! Θαυμάσια! Μα τι άλλο λοιπόν είναι ο άνθρωπος από ένα πυκνωμένο νέφος από όνειρα, από μια συμπυκνωμένη ομίχλη ιδεών? Εμένα, όλο και περισσότερο, έτσι μού μοιάζει, μέχρι που όταν απλώνω το χέρι και αγγίζω κάποιον εκπλήσσομαι που έχει και μια υλική υπόσταση, μια απτή στερεότητα! Αναφέρεστε συνέχεια στον «απλό άνθρωπο». Ειλικρινά, πιστεύετε πράγματι ότι υπάρχει κάτι τέτοιο? Ο πρακτικός και λογικός άνθρωπος? Ελάτε λοιπόν εσείς οι πρακτικοί… ή φέρτε εδώ μπροστά αυτόν που θεωρείτε υπόδειγμα πρακτικότητας να τον εξετάσουμε. Με κατάπληξη θα δείτε ότι πρόκειται για ένα απίθανο σύμπλεγμα αντιφάσεων, ένα κόμπο μυστικών, ένα συνονθύλευμα φαντασιώσεων κι ονείρων. Μια ανορθολογική ύπαρξη μετά βίας μασκαρεμένη σε λογικό όν. Ένα δυνητικά επικίνδυνο και απρόβλεπτο όν. Ποια είναι λοιπόν η διαφορά μας? Ε, λοιπόν η διαφορά μας είναι ότι εγώ θέλω να ενθαρρύνω, να εμψυχώσω, αυτό το φοβισμένο πλάσμα, τον άνθρωπο του καιρού μας, λέγοντας του ότι έχει φτερά και να του δείξω το θαυμαστό του φτέρωμα ενώ εσείς θέλετε να το αφήσετε πεταμένο στο έδαφος σα σπασμένο κουκλάκι!  Ίσως εσείς μπορείτε να με κατηγορήσετε για ερωτευμένο, ίσως και για δόκιμο διάβολο, όμως εγώ σας θεωρώ παρακμίες!

    Ας συμπληρώσω, τέλος, τούτα τα παραπάνω, λέγοντας πως από τότε που άρχισε ν’ ακούγεται αυτός ο θανατερός ρόγχος  του πολιτισμού μας, από τη στιγμή που ακούστηκαν οι πρώτες νότες αυτού του φρικιαστικά όμορφου Ρέκβιεμ - γιατί, δεν πιστεύω να διαφωνείτε: όλοι οι πολιτισμοί κάποια στιγμή αρχίζουν να πεθαίνουν- σαν να παραμέρισα λιγουλάκι το έργο μου και νοιώθω όλο και περισσότερο επιστρατευμένος. Καιρός λοιπόν να πάρω τούτη τη διάθεση στα σοβαρά. Αν πρόκειται να υπηρετήσω μια υπόθεση, την υπόθεση της ανθρώπινης ελευθερίας, σωστό είναι να το κάνω ολόπλευρα. Κατ’ αρχάς λοιπόν σημαίνω ένα προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων.
   
    Πρώτοι δε σ’ αυτό το κάλεσμα, αυτοί που πρωτοεμφανίζονται στη σκηνή του κόσμου και δεν έχει ακόμα κλείσει πίσω τους η πόρτα προς το μυστήριο της ζωής. Καταλαβαίνετε ποιους εννοώ, έχουν αρκετό ουρανό μέσα τους ώστε να αναστατώσουνε τη γη.
 
    Αμέσως μετά, εκείνοι που έζησαν εδώ κάτω σαν ξένοι. Είναι οι καλύτεροι άνθρωποι σ’ αυτή την χώρα και σε κάθε χώρα που γνωρίζω. Εξ’ άλλου δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
 
    Μετά, σειρά έχουν κάποιοι τετραπέρατοι, παμπόνηροι γέροι που ζουν ακόμα και κάποιοι υπέροχα νεκροί που οι άρχοντες του κόσμου θα εύχονταν να είχαν ξεχαστεί.


    Ανάμεσά τους σαν να διακρίνω εκείνους τους Μακάριους που απολαμβάνουν το θέαμα που προσφέρεται από τον κόσμο. Και αυτό τους αρκεί κι ούτε νοιάζονται για άλλη απολαβή. Και τους άλλους, εκείνους τους Ευσεβείς που κατασκευάζουν έχοντας την έγνοια μη βλάψουν ούτε κεραία από την Αρχέγονη Τάξη και μόνο ν’ απαντήσουν θέλουν γιατί τους είναι αβάσταχτο να παραμένουν σιωπηλοί. Και τους άλλους που διακινδυνεύουν κάθε φορά που αδικείται η ζωή. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία, απευθύνομαι σε αυτοεξόριστους και ερωτευμένους. Καθόλου άσχημα!


    Το έργο που έχουμε μπροστά μας και μας φωνάζει ότι θέλει να επιτελεστεί προκαλεί δέος. Κανένα πρόβλημα! Το έργο είναι το μέτρο του ανθρώπου! Και η φιλοδοξία μας, δεν ντρέπομαι να το πω, περισσή! Θα φτιάξουμε λοιπόν τους Ευσεβείς που ένα τέτοιο έργο απαιτεί. Μάλιστα, ευσεβείς σε ένα κόσμο που ξέμαθε να σέβεται! Ανθρώπους που θα θέσουν στους εαυτούς τους καθήκοντα αδιανόητα για τη μάζα. Κι αυτοί θα περάσουν την ανθρωπότητα μέσα από καμίνι. 

    Εμείς, η τελευταία φρουρά… Πρόκειται να υπερασπισθούμε τα συμφέροντα της Ποίησης πάνω στη γη. Θα αντικαθιστούμε κάθε τόσο την ιδέα με τον μυ για να δώσουμε μυς στην ιδέα.
    Την πυξίδα μας έχουμε ακουμπισμένη απαλά-απαλά πάνω στα λόγια ενός ρήτορα απ’ τις απαρχές: αναζητούμε την αλήθεια χωρίς να χάνουμε το σφρίγος μας και να γινόμαστε μαλθακοί, έλεγε ο ρήτορας... Και δημιουργούμε την ομορφιά που είναι ομορφιά μες την απλότητα. Δεν θα μπορούσε να ειπωθεί καλύτερα. Και παίρνουμε κουράγιο από τα λόγια κάποιου Μυστικού: η Ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.
   Συμφωνούμε απόλυτα! Αλλά όχι η άοπλη ομορφιά. Αυτή δεν μπορεί να σώσει μήτε τον εαυτό της! Ούτε θα είμαστε εδώ για πάντα!


                                                                                                                            Β.Η

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Αιγαία Κοιτίδα


Αιώνια Σιωπηλά Βουνά
Αντικρίζει η Κως τη Νίσυρο
κι η Νίσυρος την Κω

γαλανή θωριά μου
Ανάμεσά τους πασχίζει
γερμένο στο Μαΐστρο
ένα λευκό πανάκι.

Αναδύθηκαν αυτοί οι
βράχοι
ή ρίχτηκαν από ψηλά
σα ζάρια?

Εδώ κατοίκησε ένας λαός
άγριος, περήφανος
που συνομιλούσε με τους θεούς.
Έφυγαν εκείνοι οι θεοί
ακολουθώντας τους τελευταίους βοσκούς?
Για αποσύρθηκαν στις κορυφές
και τα λαγκάδια
περιμένοντας τις μεγάλες ερωτήσεις
και τη θαυμαστή αποκοτιά?

Ναι, κι ακόμα της ομορφιάς το σμίλεμα
κατά την παλαιάν απλότητα
περιμένουν οι θεοί
για ν’ αρχίσουν τη μεγάλη επιστροφή.

                                                 Β.Η



Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Arnold Layne

  

    Αν τύχει και κατηφορίσετε κατά δώ, ψάξτε να με βρείτε σε ‘κείνο το φριχτό δωμάτιο, πάνω απ’ το παλιό «Τοπάζ»… ναι, σε ‘κείνο το σπίτι με τα παραισθησιακά μωσαϊκά…
    Πόσες φορές δεν σκέφτηκα, τις ώρες της μεγάλης δόξας μου, ένα μωσαϊκό που χάνει τις ψηφίδες του! Και πόσες φορές δεν ρώτησα: «πόσες ψηφίδες μπορούν να χαθούν προτού πάψει να είναι πιά ένα μωσαϊκό;» Και πάντα απαντούσα, και κάπως με ησύχαζε η απάντηση εκείνη: «ένα αληθινά ρομαντικό μωσαϊκό είναι εκείνο που του λείπουν όσο το δυνατόν περισσότερες ψηφίδες». Και πόσες φορές δεν ξανασχεδίασα στην φαντασία μου τα δάπεδα. Αφαιρώντας συνεχώς ψηφίδες. Κι ας ήξερα τον κίνδυνο που παραμόνευε στη διαρκή αφαίρεση: να βρεθείς ένα βήμα απ’ το κενό, εκεί όπου επικρατεί η μέγιστη συμπύκνωση. Πόσες φορές δεν τριγύρισα μέσα στα άδεια του δωμάτια με την αδάμαστη πεποίθηση πως το κενό στηρίζεται πάνω σ’ έναν άπειρο υδροφόρο ορίζοντα. Σ’ αυτή την άκρη του Αρχιπελάγους κουβάλησα τους εφιάλτες του Ωκεανού.
    Είμαι καλύτερα όμως τώρα, ή σχεδόν καλά. Αλλά δεν μένω και πολύ στο σπίτι. Και στους λόφους, στους λόφους πιά δεν τριγυρνάω σαν αερικό. Και δεν διατρέχω τη μεγάλη άμμο μέσα στο λιοπύρι οικτείροντας τους παραθεριστές. Όμως θα με βρείτε κάποιες νύχτες στην Ορφανίδου να χαζεύω τις γκόμενες, τους μπράβους και τους κράχτες κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    Δεν υπάρχει πια ποίηση, δεν υπάρχει λογοτεχνία… στις μέρες μας δύσκολο να βρεθεί καλή ζωγραφική. Αν θέλει κανείς σήμερα να κάνει τέχνη πρέπει να πάρει τα όπλα: Να είναι η πράξη πρωτόγονη. Αρχέγονη… Ας είναι μόνο η πρόβλεψη στρατηγική. Όσοι θέλουν να είναι καλλιτέχνες πρέπει να γίνουν guerilleros! Αυτό!

Καμιά φορά μες τα πλήθη των μεθυσμένων της Ορφανίδου μού φαίνεται πως διακρίνω φευγαλέα τον Arnold Layne. Απεδείχθη πιο τρελλός απ’ όλους μας. Ά, ήταν πάντα υπερβολικά παράτολμος, ένας τολμηματίας ήταν ο φίλος μας ο AL.    


 Ο Arnold Layne υπήρξε φίλος μου. Λένε πολλά, αλλά τίποτα τίποτα! Ο Arnold είναι παλληκάρι! Πέρασε μόνος του το Tazenrouf, το φοβερό "τηγάνι", από την πλευρά της Μαυριτανίας. Τον βρήκανε οι Τουαρέγκ μισοπεθαμένο, με τα μάτια γεμάτα ήλιο, έξω απ’ την Temera, όχι μακριά απ’ το Γκάο. Ήταν μες τις οπτασίες ο φίλος μας ο ΑL. Στο παραλήρημά του είπε πράγματα που δεν έπρεπε να ακουστούν. Απαίσια τώρα η φήμη που τον συνοδεύει… αλλά ποτέ κανείς δεν υπαινίχθηκε ότι τού έλειψε το θάρρος… του φίλου μας του AL …αν υποτεθεί ότι είχε ποτέ φίλους. …Κάποιες φορές νομίζω πως τον βλέπω στην Ορφανίδου, μες τα πλήθη που γλεντοκοπούν κ.τ.λ. κ.τ.λ.
    …Πάντα λίγο θλιμμένος. Πάντα σκεφτικός…

    …έτσι είναι, “σε τέτοιες εποχές μεγάλης σιγουριάς οι γόνιμες ψυχές θα αναχωρούν για «άλλα μέρη», είτε για τις εξωτικές χώρες, είτε για το μεθύσι ή για τον θάνατο”.

                                                                                                      
                                                                                       Β.Η

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Aristoteles in the Beach 2


(Συνεχίζουμε λοιπόν με τις δύο παρατηρήσεις του Αριστοτέλη)

-όποιο και αν είναι το ταλέντο και η αξία ενός ατόμου ή μιας μειοψηφίας, το συναθροισμένο πλήθος θα είναι πάντα ανώτερό τους σε εξυπνάδα και σε σοφία:

   «Οι πολλοί, που ο καθένας τους ξεχωριστά είναι άνθρωποι χωρίς αξία, είναι ωστόσο ικανοί, όταν συγκεντρωθούν να είναι καλύτεροι από τους αρίστους, όταν τους πάρουμε όχι έναν έναν χωριστά, αλλά όλους μαζί. (…) Γιατί καθώς είναι πολλοί ο καθένας διαθέτει κάποιο μόριο αρετής και φρόνησης, ώστε (όπως) όταν συγκεντρωθούν γεννιέται κατά κάποιον τρόπο ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, πολλά χέρια και πολλές αισθήσεις- έτσι και με τις ηθικές και διανοητικές δυνάμεις» (Πολιτικά, Γ, 1281 a 40-1281 b 5).

    «Όλοι διαθέτουν αρκετή διάκριση, από τη στιγμή που θα συνέλθουν σε σώμα (…) ενώ ένα άτομο χωριστά στερείται ωριμότητας στην κρίση του» (1281 b 15). «Παρ’ όλο που το κάθε άτομο χωριστά μπορεί να είναι χειρότερος κριτής από τους ανθρώπους που ξέρουν, όλοι μαζί, από τη στιγμή που συνέρχονται σε σώμα, θα είναι καλύτεροι κριτές από τους γνώστες ή τουλάχιστον όχι χειρότεροι. (1282 a 15).

-ο Αριστοτέλης μένει αμετακίνητα πιστός στο ιδεώδες της πολιτικής ισότητας και, πέρα απ’ αυτή, στο ιδεώδες της κοινωνικής ισότητας. Και σ’ αυτό το θέμα είναι αρκετά ρεαλιστής, ώστε να ξέρει πως δεν υπάρχει καμιά αδιάβατη τάφρος ανάμεσα στο κοινωνικό πεδίο και στον πολιτικό χώρο, κανένα στεγανό: σε μια πολιτεία όπου βασιλεύουν πολύ μεγάλες ανισότητες – μεταξύ πλουσίων και φτωχών κυρίως-, η πολιτική ισότητα και η ελευθερία αναγκαστικά αντιμετωπίζουν μεγάλη απειλή.
   Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις ζήλειες και στις εντάσεις που προξενούν αυτές οι ανισότητες. Σε μια τέτοια πολιτεία, προσθέτει ο Αριστοτέλης, οι πλούσιοι δεν έχουν μάθει και δεν θέλουν να άρχονται, ενώ οι φτωχοί είναι ανίκανοι να άρχουν, και το μόνο που ξέρουν είναι να υπακούουν σε μιαν αρχή που τους μεταχειρίζεται σαν δούλους (Πολιτικά, Δ, 1295 b 15-25). Με άλλα λόγια, ανασυγκροτείται η διαρκής διαίρεση μεταξύ εκείνων που άρχουν και εκείνων που άρχονται, η  οποία είναι καταστροφική για την ελευθερία και χαρακτηρίζει όχι την πολιτεία αλλά τη φύση. Όπως λέει ο Αριστοτέλης: «Καταλήγουμε έτσι σε μια πόλη κυρίων και δούλων, αλλά όχι ελευθέρων ανθρώπων, όπου οι μεν είναι γεμάτοι φθόνο και οι δε γεμάτοι περιφρόνηση» (1295 b 20).
     Έτσι ο Αριστοτέλης καταλήγει στο περίφημο συμπέρασμα: οι καλύτερες πόλεις είναι εκείνες όπου η πλειοψηφία των πολιτών ανήκει στη μεσαία τάξη, όπου οι αποστάσεις και οι ανισότητες μεταξύ των πολιτών είναι επομένως μειωμένες στο ελάχιστο: «Εν πάση περιπτώσει, μια πόλη απαιτείται να απαρτίζεται όσο γίνεται περισσότερο από άτομα ίσα και όμοια, κάτι που συναντιέται κυρίως στη μεσαία τάξη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η καλύτερη πολιτική κοινότητα είναι εκείνη, όπου η εξουσία είναι στα χέρια της μεσαίας τάξης, και πως δυνατότητα να κυβερνηθούν καλά έχουν εκείνοι οι τύποι πόλεων, που έχουν πολυάριθμη μεσαία τάξη» (1295 b 25-35).
    Θα μπορούσα να έχω βρει στους ύστερους σοφιστές -στον Λυκόφρονα, στον Αντιφώντα- ακόμα πιο ρητές δηλώσεις υπέρ της ισότητας. Μου φάνηκε όμως ενδιαφέρον να καταδείξω, πως, ακόμα και για κάποιον τόσο μετρημένο και μετριοπαθή όπως ο Αριστοτέλης, η ελευθερία των πολιτών προϋποθέτει την πολιτική τους ισότητα, και πως αυτή η πολιτική ισότητα, με τη σειρά της δεν είναι νοητή χωρίς έναν υψηλό βαθμό κοινωνικής ισότητας.               

    Αυτό το μικρό κείμενο με σκέψεις του Αριστοτέλη -αυτό το ύψος!- έδωσα σε μια υπάλληλο, εργαζόμενη γυναίκα, μια γυναίκα πιθανώς παντρεμένη, πιθανώς με δύο παιδιά που την περιμένουν σπίτι… Μα ο Αριστοτέλης ήταν ένα Πολιτικό Τέρας… γέννημα μιας Μεγάλης Εποχής!
    Όσες φορές πέρασα από ‘κει, το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο, κι αυτή πολύ απασχολημένη να πουλά τα αμφιλεγόμενα προϊόντα που βαραίνουνε τα ράφια… πρέπει να ‘ναι και ευγενική με τους πελάτες! Υπάρχει κάτι ελαφρά συνωμοτικό απ’ τη μεριά μου, ίσως κάτι σαν αμηχανία απ’ τη μεριά της. Μια φορά μού πέταξε ένα γρήγορο σχόλιο που υποδήλωνε πλήθος δισταγμών, αλλά ολοκληρωμένη απάντηση δεν πήρα. Μια άλλη, είπε: «Αχ, αυτά μου φαίνεται είναι για να τα διαβάζουμε μονάχα. Δεν μπορούμε να τα πράξουμε! Ούτε να τα σκεφτούμε καν! Δεν νομίζεται?» Έτσι είπε. Μού έκανε εντύπωση που χρησιμοποίησε το ρήμα πράττω!

    Δεν πειράζει, το κύτταρο είναι ακόμα ζωντανό. θα περιμένω όσες γενιές κι αν χρειαστούν. Ό,τι για αιώνες κοιμάται θέλει χρόνο κι όλο το αίμα μιας ζωής για να αφυπνισθεί.

                                                                                                                      Β.Η

Aristoteles in the Beach



    Έχοντας ψωνίσει μερικά πραγματάκια στο μπακάλικο της γειτονιάς και περιμένοντας τη σειρά μου για να πληρώσω, ακούω την μπακάλισσα να λέει στον προηγούμενο πελάτη: «… ο πολιτισμός των αγαθών!»
- Και ο πολιτισμός των δικαιωμάτων! λέω εγώ κάνοντας ένα βήμα και δίνοντάς της τα λεφτά.
-Ποια δικαιώματα? Βλέπετε εσείς να μας έχει μείνει κανένα δικαίωμα? ρωτά κρατώντας τα νομίσματα στο χέρι και κοιτώντας με μισοκακόμοιρα.
-Άστα τα δικαιώματα! Δικαιώματα έχουν μόνο οι δούλοι! Ο Αφέντης έχει μόνο υποχρεώσεις! λέω μπαίνοντας με τις μπάντες στη συζήτηση. Εσύ, αν θες να είσαι ο αφέντης της ζωή σου, τι υποχρεώσεις έχεις?
    Με κοιτά αβοήθητη, στρέφει και τα μάτια προς την οροφή: …Να!...να είμαι… καλός άνθρωπος … να φροντίζω το σπίτι μου και… να είμαι ευγενική με τους πελάτες! καταλήγει θριαμβευτικά.
-Άλλη υποχρέωση? Δεν έχεις άλλη υποχρέωση? συνεχίζω επιτακτικά σαν ανακριτής.
-Σαν τι άλλη υποχρέωση? ψελλίζει.
-Υποχρεώσεις προς την Πολιτεία!
-…Τι υποχρεώσεις να ’χω προς την Πολιτεία? λέει αδύναμα
Το σπίτι σου το φροντίζεις? την ρωτώ.
-Και βέβαια το φροντίζω!
-Ωραία! Το φροντίζεις! Μέχρι έξω την αυλή, φαντάζομαι. Έξω από την αυλή? Το μεγάλο σου το σπίτι? Το φροντίζεις κι αυτό?
-Μα… αυτό είναι πολύ δύσκολο, με κοιτά αποσβολωμένη. Γι’ αυτό έχουμε και τους πολιτικούς, και τους πληρώνουμε!
-Λάθος! Μέγα λάθος! της κάνω με ύφος 1000 διδασκάλων. Αν δώσεις εξουσία εν λευκώ σε κάποιον κι αυτός βάλει το δικό του συμφέρον πάνω απ’ το δικό σου, αν του εμπιστευτείς εν λευκώ και 1 εκατομμύριο, κι αυτός, κάποια στιγμή, πάρει 100.000 από την μία τσέπη και τις βάλει στην άλλη… φταίει μετά αυτός? Άσε που τον βάζεις σε πειρασμό και, δεδομένης της φύσης του ανθρώπου, τον διαφθείρεις… έτσι που τον άφησες χωρίς στενό έλεγχο! Φταίει μόνο αυτός δηλαδή και πας και τον μουτζώνεις έξω από τη Βουλή η μπας και δεν είσαι και συ εντάξει με τις υποχρεώσεις σου?
    Η γυναίκα μα κοιτάει κατάπληκτη με την τροπή που πήρε η συζήτηση.
-Έχετε δίκιο! λέει απαλά. Και, ξέρετε? Απ’ αυτό το σημείο, νοιώθω, πηγάζουν όλα μας τα προβλήματα! Και η φωνή της έχει ένα καινούργιο τόνο, ακόμα και για την ίδια, σαν μια φωνή που τη δοκιμάζει για πρώτη φορά και την αφήνει ευχαριστημένη. Σαν ένα φόρεμα που το προβάρει και ανακαλύπτει ότι την δείχνει όπως πάντα θα ήθελε να είναι.
-Διαβάζεις? Την ρωτώ.
-Ναι, μου απαντά.

    Λίγες μέρες μετά, πέρασα και τής έδωσα 3 φωτοτυπημένες σελίδες από ομιλία του Emmanuel Terray, από το: Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και Εμείς. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
- Θα το διαβάσω το βράδυ όταν θα χαλαρώνω, είπε.
                                                                   ………………………
Ιδού λοιπόν οι σελίδες:
…. «Ούτε άρχειν ούτε άρχεσθαι»: αυτή η αρχή ορίζει πολύ καλά την ελευθερία των ατόμων. Αν κανένας δεν διατάζει και κανένας δεν υπακούει, όλοι είναι ελεύθεροι. Δεν διακυβεύει όμως τη βιωσιμότητα της πολιτείας? Η πολιτεία δεν είναι μόνο μια συλλογή σκόρπιων ατόμων. Είναι μια συγκεκριμένη κοινότητα, με μια sui generis ενότητα, που καλείται να πάρει αποφάσεις και να τις κάνει σεβαστές, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ώστε να διατηρήσει την τάξη μέσα και την ασφάλεια έξω. Δεν υπάρχει πολιτεία χωρίς αστυνομία, χωρίς δικαστές, χωρίς στρατιωτικούς αρχηγούς: η ίδια η ύπαρξη της πολιτείας προϋποθέτει την άσκηση διαφόρων αρχηγιών. Αυτό δεν αντιφάσκει προς την αρχή που διατύπωσε ο Οτάνης?
    Ο Αριστοτέλης σκέφτηκε πολύ πάνω σ’ αυτή τη φαινομενική αντίφαση, και μας προτείνει δυο συμπληρωματικές μεταξύ τους απαντήσεις:
-ένα άτομο δεν είναι ελεύθερο όταν είναι υποχρεωμένο να υποτάσσεται στη θέληση ενός άλλου ατόμου, όταν εξαρτάται από ένα άλλο άτομο. Αντίθετα, η ελευθερία του δεν διακυβεύεται, όταν, μαζί με όλους τους συμπολίτες του και στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους, υποτάσσεται στην ανώνυμη και απρόσωπη εξουσία ενός νόμου ως προς τον όποιον έχει και ο ίδιος εκφραστεί. Η υπακοή σε έναν συλλογικά ψηφισμένο νόμο, όπως και η εφαρμογή μιας συλλογικά ειλημμένης απόφασης, δεν απειλούν την ελευθερία, αφού δεν υποδουλώνουν σε ένα πρόσωπο, και δεν απειλούν την ισότητα, αφού ο νόμος και η απόφαση επιβάλλονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
-Ο Αριστοτέλης γνωρίζει καλά πως αυτή η απάντηση είναι ανεπαρκής: ο νόμος πρέπει να ερμηνευτεί, προτού εφαρμοστεί στις συγκεκριμένες καταστάσεις. Κυρίως πρέπει να γίνουν επιλογές στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, στις μοναδικές συγκυρίες, οι οποίες δεν επαναλαμβάνονται. Με άλλα λόγια, η πόλις χρειάζεται άρχοντες, δικαστές, στρατηγούς, αφού ο νόμος πρέπει να είναι γενικός και δεν μπορεί να προβλέψει, ούτε να ρυθμίσει τα πάντα. Μέσα όμως από αυτήν την οδό δεν μπορούν να επανακάμψουν η αρχηγία και η ανισότητα?
    Ως προς αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης προσφέρει δύο λύσεις που σίγουρα δεν είναι απόλυτα συμβιβάσιμες:
-κατά αυστηρή συνέπεια, αν χρειάζονται αρχηγίες, πρέπει να ασκούνται εκ περιτροπής από όλους τους πολίτες. Αν ο καθένας άρχεται και άρχει με τη σειρά του, η ισότητα θα διατηρηθεί, και άρα θα διαφυλαχθεί η ελευθερία.
-όμως ο Αριστοτέλης είναι αρκετά ρεαλιστής, ώστε ν’ αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα αυτής της εναλλαγής των ρόλων: ορισμένες αρχηγίες απαιτούν ειδικές ικανότητες και ταλέντα που δεν είναι ισομερώς μοιρασμένα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό οδηγείται στη διάκριση μεταξύ μιας αριθμητικής ισότητας – όπου ο καθένας μετράει για ένας- και μιας αναλογικής λεγόμενης ισότητας - όπου το βάρος του καθενός είναι ανάλογο με την αξία του. Το καλύτερο καθεστώς συνδυάζει τις δύο ισότητες στην επιλογή των αρχόντων: άρα, στο μέτρο που η αριθμητική ισότητα παραπέμπει στη δημοκρατία και η αναλογική ισότητα στην αριστοκρατία, το καλύτερο καθεστώς είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ των δύο αυτών μορφών.
    Ο Αριστοτέλης εγκαταλείπει άραγε το στρατόπεδο της δημοκρατίας και προσεγγίζει εκείνο της αριστοκρατίας? Δεν είναι τόσο προφανές, όσο ίσως θα νόμιζε κανείς. Πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας εδώ δύο παρατηρήσεις του:
                                                                                                               (συνεχίζεται)


Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Tourists, stay in your own misery at home. Don’t make ours worse!



    Ρόδος: χιλιάδες στρέμματα γης εγκαταλελειμμένα, γεμάτα πεταμένες συσκευασίες φυτοφαρμάκων. Διαλυμένα θερμοκήπια με νάυλον πολυμερισμένα απ’ τον ήλιο που τα αναδεύει ο άνεμος. Στην Απολακκιά, όταν ο αέρας φυσάει «από μέσα» σε πιάνει απ’ τον λαιμό η αναπνοή της χημείας. Η Αρνίθα καίγεται αλλά τα νεαρά παιδιά της σερβίρουν μπύρες και καφέδες στα μεγάλα ξενοδοχεία και τηλεφωνάν απ’ τα κινητά τους στον πατέρα για να μάθουν, προς τα πού τραβάει η φωτιά. Ένας πληθυσμός, γκασταρμπάιτερ και μετανάστης στον τόπο του. Κάθε σαιζόν χάνει ακόμα ένα καλοκαίρι. Στις λαϊκές συνοικίες, διακοπές υδροδότησης για να ποτίζονται τα γκαζόν των ξενοδοχείων και να τρέχουν τα ντους στις παραλίες και τα «δωμάτια». Ρόδος: φάμπρικα «νεκρού χρήματος» και υποθήκη. Άσυλο και ψυχοθεραπευτήριο όπου Ισραηλινοί φαντάροι, Έλληνες υπηρέτες και Ευρωπαίοι καταναλωτές συγχρωτίζονται και αλληλοστηρίζονται σε ασταθή ισορροπία. Ο μεγαλύτερος «παιχνιδότοπος» στην Νότια Ευρώπη!
                                                                                               
                                                                                                      
                                                                                                       Β.Η