Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Εν Αρκαδία - Εις τους Προγόνους

Γυροφέρνω μέσα εις τους τάφους εν ορεινώ χωρίω Αρκαδίας. Διαβάζω εις τας πλάκας αλλεπαλλήλως τα ονόματα των κεκοιμημένων, δικαίων και αδίκων. Στέκομαι εμπρός στο μνήμα του παππού και της γιαγιάς μου. Χώμα σκέτο τους σκεπάζει. Διαβάζω τα ονόματα και τις ημερομηνίες τους σ’ ένα γκρίζο μαρμαράκι απιθωμένο χάμω. Το ανασηκώνω - βρύα και λίγη υγρασία.
    Βοσκός ήτανε, και λίγα γράμματα ο παππούς μου. Με προσπάθεια διάβαζε, συλλάβιζε τις λέξεις, αργά σαλεύοντας τα χείλη. Τα χωράφια δούλευε, τα ζώα φρόντιζε. Η γιαγιά μου ύφαινε τις ανδρομίδες - εβάσταε το σπίτι. Και επήαινε στον κάμπο και έβγαινε στο λόγγο.
    Ανηφορίζω ως την εκκλησίαν. Στην πίσω, στην ανατολική πλευρά, οι τάφοι των ιερέων. Καμπόσοι έχουνε φωτογραφία. Λιτές και αυστηρές οι όψεις τους, με κοιτούν όμως με κάποια καλωσύνη. Οι ημερομηνίες που γεννήθηκαν οι πιο παλιοί προχωρούν βαθειά εις τον παλαιόν αιώνα, στα 1800 τόσα.
    Στέκομαι εμπρός στο μνήμα του προπάππου μου. Ροβολώντας μες το άγριο απομεσήμερο πήρα τον κατήφορο που οδηγεί στο νεκροταφείο. Βαριά η καρδιά μου από τα λόγια των ασεβών και των εξύπνων. Ούτε που γνωρίζουν από πού κρατάει η σκούφια τους. Ούτε θέλουνε να ξεύρουν τη νοστιμιά του Κόσμου.
    Αν μπορούσα για κάτι να παρακαλέσω! Θα γινότανε παρηγοριά! Θα γινότανε γαλήνη! Χαϊδεύω το μάρμαρο που τράχεψε από τους αέρηδες και τη βροχή. Έχει απομείνει καφετί από του καιρού το αργό πέρασμα. Απεριποίητοι οι τάφοι των εδικών μου αλλά πάλι μ’ αρέσουν, χωνεμένοι στη βουνοπλαγιά.
    Το μάρμαρο μού άφησε στα δάχτυλα και την παλάμη άγρια αφή. Όμοια αδροί και όλοι τους στην κόψη. Τούτος δω, παππάς με άρβυλα, εβάσταε τ’ αλέτρι. Βοσκοί, γεωργοί, στρατιωτικοί, και ένας ιερέας, οι προπορευόμενοί μου. Τους έτυχαν πολέμοι, περάσαν μέσα απ’ αυτούς. Τους έτυχαν καιροί, περάσαν μέσα κι απ’ αυτούς.
    Δεν βρίσκω λόγια να είπω του προπάππου μου. Με κοιτά συλλογισμένος. Στρέφομαι προς τα βουνά, κάθομαι στου τάφου την ακρούλα. Η ματιά μου πλανιέται στην κορυφογραμμή και χάνεται. Το Αρτεμίσιο, το Λύκαιο, το Παρθένι. Όγκοι ακατάβλητοι, συμπαγείς στέκουν στη σιωπή. Τέτοιαν ώρα, πριν πέσει το φως της μέρας, ειν’ η ώρα του θάμπους. Ειν’ η ώρα της καθήλωσης, η ώρα της διαφάνειας. Ένα δυό συννεφάκια, άσπρα, ταξιδεύουν ελαφρά και εναερίως. Αεροπλοούν και αερίως πλέουν. Το κυπαρισσάκι πίσω μου δεν μπορεί να ομιλήσει το καημένο αλλά θροΐζει. Παππούλη, λέω μόνο, Βόηθησε μας να ελευθερώσουμε και να αποκαταστήσουμε τον Άνθρωπο!

    Και στέκομαι εκειαπέ, με ευγνωμοσύνη και μιά σκοτεινή περηφάνια που δεν έχω χρείαν προσωπική και δεν βρήκα να παρακαλέσω για τον εαυτό μου.


                                                                                                                 Β.Η

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Η κάμερα είναι λεπτό εργαλείο



Κινηματογράφος Ααβόρα, προτελευταία ημέρα προβολής του SMAC, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Κύπριου Ηλία Δημητρίου. Πέντε θεατές. Κρίμα! Ό,τι καλύτερο φτιάχτηκε, από κινηματογραφικής πλευράς, για την Ελλάδα της «κρίσης».
Μια Διευθύντρια τράπεζας μπροστά στο φάσμα του θανάτου της, αφήνεται να γλιστρήσει προς τις παρυφές της κοινωνίας σε αναζήτηση ανθρώπινης ζεστασιάς. Ένας άστεγος που περιμαζεύει από το κατώφλι της, και αργότερα μια τοξικομανής, γίνονται η μοναδική της οικογένεια (μακρινός αντίλαλος από το as good as it gets με τον Τζακ Νίκολσον).  Μια προσωπική εντιμότητα και μια καλά κρυμμένη ευαισθησία δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από το ονόρε μιας διευθυντικής θέσης όταν τα πράγματα γίνονται κρίσιμα.
Κατεβαίνοντας από ανάγκη, και για πρώτη φορά, στα υπόγεια της πολυκατοικίας, όπου ζουν, ό ένας πάνω στον άλλον, οικογένειες γαλλόφωνων Αφρικανών και κατόπιν στα υπόγεια της οδού Γερανίου, κατέρχεται στον κοινωνικό βυθό – κάτι σαν κατάβαση στον Κάτω Κόσμο και ταυτόχρονα στο Αρχέγονο. Εκεί κάποια ψήγματα ανθρώπινης επαφής. Η υπόλοιπη πολυκατοικία, μοναδική αναπαράσταση ανθρώπινης ερήμου. Οι ένοικοι μόλις που αναπνέουν εντοιχισμένοι. Οι δρόμοι, οι γειτονιές, η πόλη, ο Αθηναϊκός χειμώνας, (συνεχώς χειμώνας) μια κοινωνία μετά την Πτώση. Και μπρος στην Ύστατη Στιγμή. Ξένοι και απόκληροι διατηρούν ακόμα ανθρώπινη λαλιά. Οι Έλληνες, οι "επίσημοι" Έλληνες, μια κοινωνία «σκιών».
Αν κάποιοι στο εξωτερικό θέλουν να μάθουν τι έγινε στην Ελλάδα όταν ξέσπασε η «κρίση» και τι τους μέλλεται κι αυτών ή κάποιοι εδώ θέλουν να «ξαναδούν» τι μας συνέβη, ας δουν την ταινία. Η φανφάρα περί οικονομικής κρίσης θα χάσει τη μιλιά της. Θα αντικρίσουν, σαν σε καθρέφτη, το Υπαρξιακό Μηδέν που βέβαια δεν έπεσε από τον ουρανό αλλά που το ακούγαμε να έρπει για χρόνια και δεκαετίες.
 Διευθυντές, οικονομικά καλοβαλμένοι, πρεζόνια, άστεγοι στο ίδιο καζάνι εις πείσμα των κοινωνικών συνόρων. Ο καθένας, αργά ή γρήγορα, μπροστά στους Δαίμονές του.
Ερμηνεία λιτή, με οικονομία και ουσία από την πρωταγωνίστρια. Μια άψογη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, σχεδόν δωρική. Όλοι οι συντελεστές, χαμηλόφωνοι και ευθύβολοι.

Κε Δημητρίου ευχαριστούμε για τον μικρό καθρέφτη που μας δώρισες.


                                                                                                              Β.Η

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Easter Rising

                     
   Easter Rising

Πρέπει πολύ να ζήλεψαν οι Σπαρτιάτες – αυτοί οι
καλύτεροι πολεμιστές του καιρού τους – που ήταν απόντες
στον Μαραθώνα. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που πάει
ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. Ούτε μένει εκεί
απλά "τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος"
ενώ γνωρίζει το τέλος.
Απ’ όπου περνάει ο ξένος στρατός, οι πόλεις μηδίζουν.
Ξέρει ότι πίσω, πολλές καρδιές έχουν αρχίσει να λυγίζουν
και αγωνιά να υψώσει ένα φράγμα στην ενδοτικότητα
να θέσει ένα ιδανικό μπρος στο οποίο
δεν θα μπορεί κανείς να υστερήσει
"Γη και ύδωρ" οι Πέρσες?
"Ω ξειν αγγέλειν" οι Σπαρτιάτες!

Την Άνοιξη του 1916, μια χούφτα, μια δράκα, Ιρλανδοί πατριώτες
ενώ όλοι τραβιούνταν πίσω
μιάς και το σχέδιο είχε μαθευτεί, καταλαμβάνουν
τα κτίρια του Κεντρικού Ταχυδρομείου στο Δουβλίνο
και αντιστέκονται για μια βδομάδα, στα συντάγματα και το
Πυροβολικό, που έφεραν οι Βρεττανοί απ’ την Ευρώπη.
Βγαίνουν σα φαντάσματα από κει μέσα
ανάμεσά τους υπήρχαν και γυναίκες
Δεκαπέντε καταδικάζονται από έκτακτα στρατοδικεία και εκτελούνται.
Ένας απ’  αυτούς, ο Joseph Plunkett, παντρεύτηκε την Grace Gifford
τελευταία νύχτα στο κελλί του.
Η θυσία έκανε βαθιά εντύπωση στον Ιρλανδικό λαό. Ταυτίστηκε τέλεια
με τις Καθολικές του παραδόσεις ξημερώνοντας Πάσχα.
Έξη χρόνια αργότερα οι Βρεττανοί εγκαταλείπουν την Ιρλανδία.

Οι Βουδιστές μοναχοί στο Βιετνάμ, ακίνητοι μες τις φωτιές
που τους ανάλωναν, ζωντανές λαμπάδες, άφησαν άναυδη
την ανθρωπότητα κι έδωσαν το μέτρο με το οποίο μετρήθηκε
το ηθικό κενό των Αμερικανών.

Και σήμερα οι "σαχίντ" οι Παλαιστίνιοι μάρτυρες
με τη θυσία τους, κρατούν «παραδόξως» τον λαό τους
όρθιο στα πόδια του.

Κι εμείς?

…τόσο αποθαρρυμένοι
τόσο ηττημένοι
τόσο έτοιμοι
να ηττηθούν και άλλο…

Τρέμω που το λέω
κάποιοι πρέπει να θυσιαστούν
ώστε να μη μπορεί κανείς
να κάνει πίσω.



                                        Β.Η 

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Καθήμενος σπίτι μου

Καθήμενος σπίτι μου, εις σεμνόν γραφείον, ασχολούμενος με ταπεινήν εργασίαν – ημέραν Σαββάτο, το αποκαλούμενον από τους πολλούς Μέγα, και περί την 12ην νυκτερινήν - αιφνιδιάσθην από ορυμαγδόν εκρήξεων ο οποίος ήρχετο μακρόθεν και εξηπλούτο  και εγενικεύετο όσο πλησιάζαμε προς την συμπλήρωσιν της ώρας. Κοιτάζω το ωρολόγιόν μου, 12 παρά 7’, έλεγε το καημένο. «Τι στην ευχή!» λέγω και εγώ. «Άρχισαν από τώρα?» Κάποιοι, ανυπομονούντες προφανώς, το εβρόντηξαν νωρίτερον όπως άλλοι ξεκίνησαν το ρεμπελιό από τις 23 του Μάρτη του ’21! «Οι Έλληνες είναι φύλο πολεμικόν» ανελογίσθην και έμπλεος ενθουσιασμού ανέκραξα:
            ‘’Κανάρι! Και τα σπήλαια
             της γης εβόουν, Κανάρι-                                           
             Και των αιώνων τα όργανα
             ίσως θέλει αντηχήσουν πάντα Κανάρι.’’
 «Είθε» ευχήθην «να ήσαν οι Έλληνες πάντα τόσο γενναίοι με τα μπουρλότα όσο και με τα βεγγαλικά». Και όσον η κατάστασις ησύχαζεν, ολίγον κατ’ ολίγον, και οι πρώτοι πιστοί και ψηφοφόροι ήρχισαν να διέρχονται σκυφτοί με τις αναμμένες λαμπάδες των, πορευόμενοι προς την μαγειρίτσαν των και οι πόρτες των αυτοκινήτων άνοιγαν και έκλειναν με πάταγον υπόκωφον, επανήλθον και εγώ εις την ταπεινήν εργασίαν μου. «Τέτοιες ώρες, να μένεις σπίτι σου ησυχάζων, είναι και αυτό μια μορφή ασκητισμού» εσκέφθην.


                                                                                                                    Β.Η

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Διάσωση εν μέση οδώ

Καθώς ανέβαινα απ’ τη δεξιά μεριά
την Πανεπιστημίου στο ύψος του Μετοχικού Ταμείου
είδα ξαπλωμένο ένα ποίημα
φαρδύ-πλατύ στο πεζοδρόμιο
ανάμεσα στα πόδια των περαστικών
μες τον άτακτο βηματισμό του πλήθους

Οι περισσότεροι δεν το έβλεπαν κάν
κι εκεί που σχεδόν θα το πατούσαν
μ’ ένα τελείως περίεργο τρόπο
τελευταία στιγμή λοξοδρομούσαν

Μερικοί έπεσαν απάνω του
και γύρισαν και του τα έσουραν νευριασμένοι
και κάνα δυό το έσπρωξαν
με τη μύτη του παπουτσιού, στην άκρη

Έσκυψα και το βοήθησα να σηκωθεί
περάσαμε λοξά μέσα στον κόσμο
και το ‘βαλα να κάτσει σ’ ένα πεζούλι μαγαζιού
έσερνε μαζί του και μιά συφοριασμένη πατερίτσα

-Τι κάνεις εδώ? του είπα. Δεν μπορείς
να είσαι έτσι ξαπλωμένο!
-Είμαι χρόνια εδώ, είπε. Έπεσα
εκείνη τη ματωμένη Τρίτη!

-Και? είπα.
-Τι και? έκανε. Οι καλύτερες ώρες εδώ
είναι το απόγεμα όταν ο τελευταίος ήλιος
κατρακυλάει στα τζάμια εκείνων των γραφείων.
Τότε όλα γίνονται χρυσάφι!

-Ναι, αλλά δεν πρέπει…
-Καμμιά φορά, με το ξημέρωμα, περνάνε μπάντες από δω
…και καμμιά φορά τ’ ασθενοφόρα, τότε γώ…
κι έκανε παύση
-Τότε συ, τι?
-Τότε να, προσπαθώ να απαλύνω λίγο το φόβο του αρρώστου

Σηκώθηκε με δυσκολία, σουλουπώθηκε καμπόσο
στράφηκε προς την Ομόνοια και γέρνοντας
πάνω στο στραβωμένο δεκανίκι
άρχισε με κόπο να βαδίζει

Εκείνη τη στιγμή υψώθηκε κάτι σαν στάθμη πόνου
που ερχότανε από κάτω, απ’ την Ομόνοια
κάτι που δεν γύρευε τον οίκτο παρά μόνο τη συμπόνια
βοηθώντας το – μου φάνηκε – πιο λίγο να κουτσαίνει

Κι όπως έσερνε το φανταστικό τρίτο του ποδάρι
έστριψε κάπως προς τα μένα…
Τούτη η πόλη, είπε… δεν έζησε ακόμα!

Αδύναμος είναι ο άνθρωπος, του αντέτεινα εγώ μ’ απελπισιά
και τότε αυτός χαμένος μέσα στα αυτοκίνητα
τίναξε το κεφάλι, πετώντας μου ένα τσαντισμένο:
Και σάματις ξέρουμε τι είναι ο άνθρωπος?

Και σα να ακούστηκε να μονολογεί:                                                                                                                                                                                                                  
Άπειρο, το Άπειρο είναι ο άνθρωπος
ανάμεσο ουρανού και γης.

                                        Β.Η

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Μικρό θαύμα στο δάσος

   



 Βγήκα να περπατήσω  στο πευκόδασος την ώρα που σουρούπωνε ενώ ερχότανε η άνοιξη. Σήκωσα τα μάτια από το μονοπάτι κι αντίκρισα τον Υμηττό, μέσα σε ένα βαθύ χρώμα και καθαρές γραμμές, ενώ το φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό. Μια εορταστική σιωπηλή πανσέληνος. Μια ομορφιά που σχεδόν τρόμαζε.
    Ένα ελαφρύ σύννεφο πέρασε μπροστά της σαν ατμός. Έτσι περνάει και χάνεται μια απειλή, μια υπόσχεση, μια φευγαλέα σκέψη. Μέσα στο χλοερό τόπο μια γάτα μαύρη κι όμορφη, με ανοιχτοπράσινα μάτια, κουλουριασμένη με παρακολουθούσε προτού καν την αντιληφθώ.
     Άνθρωπος και ζώο κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Ένα ακόμα βήμα δικό μου και  έφυγε γρήγορα μέσα απ’ τα γρασίδια. Πόσες φορές κάτι παρόμοιο έχει ξανασυμβεί, πίσω και πιο πίσω ως το απώτατο παρελθόν! Οι πρόγονοι ήρθαν και στάθηκαν πλάι μου. Το θαύμα του κόσμου μέσα σε μια στιγμή!  Ή και μια στιγμή από το θαύμα του κόσμου που στέκει διαρκώς δίπλα μας ικετεύοντας την προσοχή μας. Και ίσως κάτι πιο βαθύ ακόμα και ανεξιχνίαστο. Το μυστήριο του κόσμου! Και πώς το προσπερνάμε αγνοώντας το, με το κεφάλι τυλιγμένο σε  ένα σύννεφο σκέψεων που είναι σαν επίδεσμος από αέριο υλικό! Και τι αξία μπορούν να έχουν οι περισσότερες απ’ αυτές τις σκέψεις?
     Η ζωή στη πρωταρχική της μορφή. Οδηγός και πυξίδα. Τι κρίμα που συνεχώς την χάνουμε και τυχαία μόνο κάποιες φορές την ξαναβρίσκουμε! Αλλά πάλι πρέπει να ξεχνάς για να ζήσεις.


                                                 B.H
                                                                                                     Δύο χρόνια πριν

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Υψιπέτεια και Έδαφος



Λίγο πριν φύγουμε για φαΐ ο δεκατριάχρονος γιός μου μού δείχνει μερικές ντρίμπλες στον διάδρομο του ξενοδοχείου Ελληνίς στη Φλώρινα. Μπαίνω στον πειρασμό να παίξουμε λίγο, στα μουλωχτά. Σε μια ντρίμπλα γλιστράω και βρίσκομαι στον αέρα. Γκρεμίζομαι με πάταγο πάνω στον δεξί μου ώμο ακούγοντας με φρίκη ένα «κλακ». Έτσι ακριβώς: είχε κάτι το υγρό εκείνος ο  απαίσιος ήχος. Ίδρωσα και μού κόπηκε η ανάσα. Βογκάω ξανά και ξανά και γυρίζω αργά ανάσκελα. Είμαι σε κατάσταση σοκ. Σηκώνομαι με κόπο, ζαλίζομαι και ξαπλώνω ξανά φαρδύς -πλατύς. Ο μικρός στριφογυρίζει από πάνω μου αμήχανος. “ Έλα μπαμπά δεν είναι τίποτα.” Μόλις ένιωσα να συνέρχομαι λιγάκι, τού λέω να έρθει μπροστά μου και να πλέξει τα χέρια του. Πιάνω με το καλό, το αριστερό, σηκώνομαι και πάω στο κρεββάτι. Ο βραχίονας έχει πια περιορισμένη κίνηση.
Παίρνω τηλέφωνο τον ταξιτζή και φτάνουμε στο μικρό επαρχιακό νοσοκομείο της Φλώρινας. Κυριακή απομεσήμερο το νοσοκομείο είναι έρημο. Μια και μοναδική εφημερεύουσα γιατρός εξετάζει ένα κοριτσάκι που κλαίει σπαρακτικά. Σε μια στιγμή η μάνα βγαίνει στον άδειο διάδρομο και ξεσπάει σε λυγμούς. Ο πατέρας την παρηγορεί. Ο μικρός παρατηρεί αμίλητος και δεν είναι καθόλου ευτυχής με την εξέλιξη του απογεύματος -το νοσοκομείο έχει γεμίσει παιδικό κλάμα. Τι να κάνουμε? Έχει και τέτοια η ζωή, τού λέω κάπως… φιλοσοφικά. Τελικά η γιατρός με στέλνει για ακτινογραφία. Η πλάκα δεν αρέσει ιδιαίτερα ούτε στον ακτινολόγο ούτε στη γιατρό. Αμφότεροι συνιστούν ορθοπεδικό αύριο στην Πτολεμαΐδα. Έχει πολύ γερό τμήμα ορθοπεδικής, λέει η γιατρός δένοντάς μου πρόχειρα το χέρι, είναι υπεύθυνοι για τα ατυχήματα στα εργοτάξια της ΔΕΗ. Την επομένη έμαθα ότι το τμήμα έχει βάναυσα αποψιλωθεί.
Στην έξοδο από το νοσοκομείο αντικρίζουμε τη γλυκειά δύση- χτυπάει το τηλέφωνό μου. Δυο φίλες από το Νυμφαίο, που επιστρέφουν από μεγάλο Κυριακάτικο τσιμπούσι, μαθαίνουνε τα νέα. Στη Φλώρινα δεν έχω άνθρωπο δικό μου πέρα απ’ το μικρό παιδί.
Μάζευτα, μού λένε, κι έλα εδώ να σε φροντίσουμε. Θα σε πάρουμε από το ΚΤΕΛ του Αμυνταίου. Έχω σχεδόν μια ώρα μέχρι να φύγει το λεωφορείο και κατηφορίζουμε με τα πόδια ως το ξενοδοχείο. Το παιδί κουβάλησε τα πράγματα στο ασανσέρ, στο ταξί, τα ‘βαλε στο λεωφορείο. Με αποχαιρετάει. Το βράδυ παίζουν μπάλα.
Στη θέση μου, έχοντας βολέψει όσο μπορώ καλύτερα το χέρι, νοιώθω τυχερός που δεν πονάω. Καθώς τρέχει το λεωφορείο στο οροπέδιο της Φλώρινας παρατηρώ τα μακρινά βουνά και το ρόδινο δείλι. Και για πρώτη φορά νοιώθω μια ανακούφιση. Κάτι μοιάζει τελειωμένο. Για δυο βδομάδες γυρνάω τη Μακεδονία. Πάνω από δυο νύχτες δεν κοιμήθηκα στο ίδιο κρεββάτι. Σα να ‘θελα να καταπιώ τον κόσμο.
    Και έπειτα, μια παρήγορη σκέψη: Ίσως γλύτωσα από κάτι χειρότερο.
                                                     …………………………………..
Περνάμε τη θέση “Κλειδί”, που είναι μερικά κρυφά λιβάδια μέσα στα βουνά, ανάμεσα στις δυο διασταυρώσεις της σιδηροδρομικής γραμμής, εκεί που κανένα κινητό τηλέφωνο δεν “πιάνει”, μόνο βαρύ χιόνι τον χειμώνα, και τρέχουμε τώρα στο οροπέδιο του Αμυνταίου. Δεν πέρασαν 5’ αφότου ξεπέζεψα στο ΚΤΕΛ και οι δυο κοπέλλες καταφθάνουν σα λευκά πουλιά να περιμαζέψουν τον τραυματισμένο φίλο τους και πετώντας από δεξιά κι αριστερά να τον ανεβάσουν ως εκείνη τη “νεμιά” πάνω απ’ τα σύννεφα που είναι το Νυμφαίο.
                                                     ………………………………………
Ανάψαμε το τζάκι με δρυ κι οξιά κι ενώ πίνουμε ζεστό τσάι, η Γεωργία μου φτιάχνει χυλοπίτες με λειωμένο τυρί. Γύρω απ’ τη φωτιά η Μαρία άρχισε να μιλά για πατέρες και γιούς που ζούνε χώρια. Μίλησε για τις κόρες της κι αναρωτήθηκε για τον κόσμο των γονιών και τον άγνωστο μελλοντικό κόσμο των παιδιών. Όταν πια η Μαρία είχε φύγει, η Γεωργία κι εγώ περιπλανηθήκαμε μες τις σελίδες του ΛΟΘΥΤΤΡ που είναι μια Παγκόσμια Χαρτογράφηση των Ασθενειών και του ψυχικού τους περιεχομένου. Μια Βίβλος Παθών που δεν διστάζει ούτε μπροστά στα ατυχήματα: Όταν η Νόηση, λένε οι Τόρβαλντ Ντέτλεσεν και Ρύντνινγκερ Ντάλκε, μέσα στον ΛΟΘΥΤΤΡ, κωφεύει μπρος στους βάσανους της ψυχής τότε το σώμα μιλάει με τρόπο που δεν γίνεται ν’ αγνοηθεί. Η Αρρώστια, κατά τον ΛΟΘΥΤΤΡ, είναι επιστροφή του μέτρου και της ισορροπίας με τρόπο βίαιο και αναντίρρητο. Κατόπιν η Γεωργία Διδασκάλου μίλησε για την τυχαιότητα των ονείρων, για αυτά που ξεχνάμε μόλις ξυπνήσουμε και για τα άλλα που επανέρχονται και επιμένουν. Είπε πως οι άνθρωποι δεν μιλούν πια από το πρωταρχικό αίσθημα αλλά από συναισθήματα δευτερογενή και από θέση αρχής. Πως όταν νοιώθουμε αδικημένοι ή αγνοημένοι, δεν μένουμε σ’ αυτό το πρώτο αίσθημα αλλά αντιδρούμε "συναισθηματικά" ή εκφέρουμε διαμαρτυρία με “αρχές” και “πρέπει”. Και πως τα παιδιά, άμαθα σ’ αυτή τη γλώσσα, αποσύρονται και απλά, “απ’ το ένα αυτί τούς μπαίνει κι από τ’ άλλο τούς βγαίνει”. Ενώ οι ενήλικες, που είναι μπασμένοι σ’ αυτά τα κόλπα, αντιδρούν με λογικά επιχειρήματα και επίμονη άμυνα. Κάτι τέτοιο, υποθέτω, είναι ένα είδος μεταλλαγμένης επικοινωνίας και όσο κανείς δεν μιλάει από το αίσθημα καταλήγουμε σε μια γενικευμένη ασυνεννοησία.

Πριν πάμε για ύπνο η Γεωργία βγήκε στο λιβάδι πίσω από το σπίτι και με φώναξε να δω τον ουρανό. Στα 1400 μέτρα υψόμετρο τα άστρα λάμπουν παντοτινά.
 Μού έδειξε έναν αστερισμό και τής απάντησα ότι αυτός βέβαια είναι ο Ωρίωνας, σαν να λέμε ο αστερισμός μου. Κατόπιν τής έδειξα έναν άλλον πιο δυτικά, ένα μικρό σύννεφο από αστέρια, και τής είπα ότι εκεί είναι οι Πλειάδες, η Πούλια.
Πριν κοιμηθώ τής εκμυστηρεύτηκα μία μικρή λύπη: ότι εδώ και μερικά χρόνια δεν έχω ονειρευτεί ότι πετάω. Μόνο μερικά χρόνια? είπε. Και πήγε για ύπνο.
                                                   …………………………………
Ξύπνησα μια-δυό φορές μέσα στη νύχτα προσπαθώντας να γυρίσω. Το πρωί, ανοίγοντας τα μάτια ξανάζησα κλάσμα προς κλάσμα του δευτερολέπτου την πτώση. Ένοιωσα άβολα για τις μικροκακίες μου, τους εγωισμούς και τα πείσματα των τελευταίων μηνών. Νοστάλγησα μια μικρή αθωότητα και την ταπεινοφροσύνη.
 Ξαφνικά ήρθε ολοζώντανο το όνειρο που είδα το ξημέρωμα.  Ένα παλιό κίτρινο τρόλεϊ, από εκείνα που προχώραγαν μ’ ένα ελαφρό σφύριγμα ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Πίσω μου ορθωνόταν ένα δένδρο με γυμνά κλαριά. Σε μια στιγμή σηκώθηκα απ’ το έδαφος κι άρχισα μια αιώρηση σαν να μην υπήρχε βαρύτητα. Τι θαυμάσια άνωση ανάμεσα στο δένδρο και το παλιό όχημα! Πέρασα ψηλά μπρος από τον οδηγό ενώ αυτός με κοίταγε μέσα από το τζάμι όλο απορία. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Άρχισα να βλέπω την οροφή του τρόλεϊ από ψηλά τη στιγμή που έπαιρνα με μαεστρία μια κλίση προς το πλάι ενώ ο οδηγός έγερνε και με κοίταζε από το αριστερό παράθυρο. Έμεινα για λίγο εκεί και μετά, με μια σίγουρη απόφαση, άρχισα να παίρνω μέγα ύψος. Τι αίσθημα ωκεάνιο και ευφορία!
 Και ένοιωσα ευγνωμοσύνη και ευτυχία με τη θύμιση τ’ ονείρου γιατί πάντα πίστευα ότι τέτοια όνειρα αιώρησης και πτήσης είναι δώρο της… Άλλης Χώρας προς την καθαρότητα. 
                                                 …………………………………..         
Κατεβαίνουμε τον φιδωτό και τις φουρκέτες του Νυμφαίου. Κάτω στον κάμπο λάμπουν οι λίμνες σαν καθρέφτες μέσα σ’ ένα λαμπρό πρωινό. Κάνουμε στάση στο Δευτεριάτικο παζάρι του Αμυνταίου. 60 χρόνια, κάθε φορά Δευτέρα, όπως εκείνη τη μακρινή Δευτέρα που και τούτα τα χωριά πάτησαν τη νάρκη του Εμφύλιου. Και γύρναγε “ο μαύρος με τα κρόταλα” και χτύπαγε τις πόρτες ως τα σύνορα του κράτους. Όμως τώρα μέσα σε τούτο το θεσπέσιο ήλιο δεν απόμενε παρά ένας φευγαλέος ίσκιος από ‘κείνο το χτικιό. Κι εγώ που πάντα υπήρξα “άνθρωπος των παζαριών”  λιάζομαι εδώ, σ’ ένα έξω καρδιά καφενείο, και σε τούτο το Μέγα Παζάρι βλέπω με σεβασμό να φτάνει πάνω σε μακρινό κυματισμό η Κεντρική Ασία.
Αργότερα, σ’ ένα γραφειάκι στο νοσοκομείο της Πτολεμαΐδας, ένας ορθοπεδικός μού ‘δειξε, στην ακτινογραφία, τη γραμμή του κατάγματος στην κεφαλή του βραχίονα. Δεν είναι τίποτα, είπε. Νάρθηκας. Εδώ δεν μπαίνει γύψος. Ηρεμία και ακινησία. Τούτες οι δυό λέξεις μοιάζαν με χρησμό!
Κάναμε ένα τρικούβερτο αποχαιρετιστήριο γεύμα στον Βόσπορο, ένα λαϊκό μαγέρικο της Πτολεμαΐδας. Δεν έμενε τίποτα άλλο: Οι δυό γυναίκες μ’ έφεραν στα ΚΤΕΛ. Αγκαλιαστήκαμε πριν επιβιβαστώ στο λεωφορείο.
                                                     ……………………………………
Είδα ολόλευκα μακρύλαιμα πουλιά, περνώντας τον Αλιάκμονα, να πετάνε κατά κύματα κι απότομα ν’ αλλάζουν κατευθύνσεις – είδα την ευγένεια. Είδα μαζεμένο ένα μικρό κοπάδι πρόβατα να σκύβει κάτω απ’ τη βροχή ενώ περνούσαμε το Τρανόβαλτο. Περάσαμε το Σαραντάπορο. Που στη δύστυχη ερημιά του χάθηκε κόσμος και κοσμάκης. Περάσαμε πίσω από τη χιονισμένη ράχη του Ολύμπου. Στις πίσω θέσεις καθισμένος, στο τζάμι κολλημένος, με σπασμένη τη φτερούγα Και μετά το λεωφορείο χύθηκε στον Θεσσαλικό κάμπο.
Μετά τη Λάρισα κάναμε στάση. Απέραντα πάρκινγκ: ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΤΕΛ. Θα μού ‘κανε το ίδιο αν έλεγε: ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΤΕΛ. Δεν έχω δει πιο αποκαρδιωτικά καθαρές τουαλέτες. Μια πεθαμένη μουσική γέμιζε εκατοντάδες κυβικά, ψηλά ως τις αχανείς οροφές. Οθόνες plasma και monitor με ανακοινώσεις δρομολογίων. Ακόμα ένα ένδοξο επίτευγμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Βγήκα στον εξώστη μ’ έναν καφέ. Σουρούπωνε. Πέρα στον Εθνικό δρόμο βαριά ψυγεία-φορτηγά έτρεχαν σφυρίζοντας προς τον Νότο κι άλλα τράβαγαν προς τα βόρεια. Ο κόσμος του Εμπορίου ποτέ δεν σταματά-σαν πύρινη ρομφαία περνάει μέσα από βουνά. Και για πρώτη φορά ένοιωσα κάτι δυσοίωνο. Σαν ο χρόνος μου να είναι περιορισμένος. Δεν θα ‘μια για πάντα εδώ, ούτε εδώ είναι ο καλύτερος τόπος για να υπάρχεις. Με ανακούφιση βάδισα προς το λεωφορείο.
Πριν τη στάση της Λαμίας έσβησα την οθόνη του κινητού και βυθίστηκα στο σκοτάδι. Μού ξανάρθε η στιγμή της κατακρήμνισης. Η πτώση έμοιαζε ανεξήγητη, σαν να άνοιξε η άβυσσος: Δεν μπορεί! Κάποιος θεός με βρόντηξε χαμαί. Καμμιά αμφιβολία πως ήταν ο Απόλλωνας. Ο Θεός του Φωτός. Αυτός που όποτε θέλει γίνεται ο Θεός των Σκοταδιών. Αυτός που, πρώτος, βάρεσε, με το χέρι μόνο, πισώπλατα και ύπουλα, τον Πάτροκλο. Και λύθηκε η αρματωσιά του. Κι έπειτα ήρθανε οι άλλοι, ένοπλοι αλλά ακόμα φοβισμένοι. Τον Πάτροκλο που θάρρεψε από το φευγιό των Τρώων και πίστεψε ότι ήταν μπορετό, παρά την Εντολή, αυτός να καταλύσει το Ίλιον. Πρέπει να ‘ταν ο Απόλλωνας, φύλακας της Κοσμικής Τάξης, που με βάρεσε στην δεξιά πλευρά και μού τσάκισε το δεξί χέρι. Αυτό που γράφει και υπογράφει. Και σηκώνεται όλο έπαρση και σιγουριά και με τον δείκτη υψωμένο γίνεται ο Τιμητής.
Και θυμήθηκα, καθαρά, ‘κείνη τη στιγμή, μια λεπτομέρεια που ως τότε μού ‘χε διαφύγει. Όσο κειτόμουν στο έδαφος, κάθιδρος λαχανιασμένος, μια φωνή, χαμηλή αλλά σταθερή, είχε πίσω μου μιλήσει: Τώρα? Έχεις… ΚΑΤΙ να πεις τώρα?
Κι έτσι, μες το σκοτεινό λεωφορείο, συνέχιζα το ταξίδι μου προς Νότον γυρίζοντας στο σπίτι – Αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο.
                                                                                                                                        

                                                                                                                           Β.Η